© 2019 by Achilleas and Camilo

« Όταν γράφετε κάτι, μην το λέτε. Δείχνετε το. Ας πούμε για παράδειγμα. Δεν θα πείτε, ο Μάκης ήταν αγχωμένος περιμένοντας τα αποτελέσματα, αλλά ο Μάκης έκοβε βόλτες στο διάδρομο περιμένοντας τα αποτελέσματα ».

« Επίσης να αποφεύγετε τα πολλά επίθετα. Αυτό που έχει σημασία σε μια πρόταση, αυτό που έχει ουσία, είναι το ουσιαστικό ».

Ήθελε τόσο πολύ να ανάψει ένα τσιγάρο. Κοίταξε το ρολόι του. Είχε ακόμα μισή ώρα μάθημα. Η Μαρίνα , πρώην φιλόλογος, τι έκπληξη, δεν σταμάταγε να γεμίζει το σημειωματάριο της. Μα τι στο διάολο έγραφε;  Ίσως κάτι τέτοιο ‘’ο Αποτυχημένος συγγραφέας Χρήστος Πεσματζάγλου, κοίταξε το ρολόι του. Δεν έβλεπε την ώρα να φύγει από  το μάθημα δημιουργικής γραφής. Αν και μόνο σαράντα δύο χρονών, ένιωθε ογδοντάρης, και αυτά τα μαθήματα που παρέδιδε σε φιλόδοξους συγγραφείς, τον κούραζαν πιο πολύ και από τότε που δούλευε σερβιτόρος σε μπιτς μπαρ’’ .

Μπα, δεν ήταν τόσο καλή. Βασικά δεν ήταν καθόλου καλή. Κανείς τους δεν ήταν. Αμέτρητα ποιήματα σαν να βγήκαν από σχολικά λευκώματα, μερικά πεζοποιήματα όπου ψάχνανε την ταυτότητα τους ανάμεσα στην ποίηση και στο πεζό,  και λίγα ατέλειωτα διηγήματα, με θέματα τον χρόνο που κυλάει και χάνεται, χάνεται , χάνεται, τους πρόσφυγες, την οικονομική κρίση, τη γάτα που καθόταν στο πεζούλι απέναντι από ένα γαμημένο παράθυρο.

 Για το θεό, λυπηθείτε με. Λες και αυτός πήγαινε πίσω βέβαια. Ένα βιβλίο του είχε γίνει επιτυχία, και αυτό τι επιτυχία ε; 8.000 αντίτυπα. Το βιβλίο της Τσατμανίδου είχε πουλήσει 300.000 αντίτυπα. Ο έρωτας του Αλβανού καλόκαρδου χωριάτη  με την πλούσια κόρη του δημάρχου. Λογοτεχνία για νοικοκυρές. Λογοτεχνία παρά φύσιν όπως του αρέσει να την χαρακτηρίζει.

Τουλάχιστον το δικό μου βιβλίο είχε χαρακτηριστεί ως μια μικρή αποκάλυψη, από διακεκριμένους κριτικούς. Κάτι παραπάνω θα ξέρανε. Μετά από το ‘’όσα παίρνει ο λοιμός’’, είχαν ακολουθήσει κανα δυο αποτυχημένες συλλογές διηγημάτων, και όταν κατάλαβε ότι το πρώτο του βιβλίο ήταν μια φωτοβολίδα, το είχε ρίξει στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, μπας και μπορέσει να επιβιώσει.

350 ευρώ το μήνα.

-Μάνα θα γίνω συγγραφέας.

-Τη ζακέτα σου μην ξεχάσεις.

Και έγινε συγγραφέας. Και τι κατάλαβε; Όταν γνώριζε κάποιον και τον ρωτούσε τι δουλειά κάνει,  στην αρχή του έλεγε συγγραφέας με πολυσπούδαστο ύφος. « Ναι, αλλά τι δουλειά κάνεις, πως τα φέρνεις βόλτα », ήταν η επόμενη ερώτηση του. « Κ εμένα μου αρέσει να μαζεύω γραμματόσημα, αλλά δεν το χω κάνει επάγγελμα », ένιωθε ότι έλεγε από μέσα του. Μετά από λίγο καιρό ντρεπόταν και το έκρυβε. Μόνο όταν γνώριζε καλύτερα τον άλλον, με ένα συναίσθημα ενοχής και τύψεων, μαζί με μια τζουρίτσα περηφάνιας, του εκμυστηρευόταν ότι ‘’γράφω κιόλας’’.

Δηλαδή έγραφε. Οι μισοτελειωμένες ιστορίες πλέον γεμίζαν την επιφάνεια εργασίας του, ώσπου αποφάσισε να τις στριμώξει σε ένα φάκελο, με την ευφάνταστη ονομασία ‘’εργασία’’, και εκεί τις άφηνε να ωριμάζουν ή να σαπίζουν, μάλλον το δεύτερο, αν σκεφτείς ότι δεν τις ξαναδούλευε ποτέ του.

« Ας μας διαβάσει ο Λευτέρης τι έγραψε » είπε και περίμενε τον κυρ Λευτέρη, τον πρώην ναυτικό, που του ‘χε καυλώσει στα 59 του χρόνια να ξεκινήσει να γράφει ιστορίες από τα ταξίδια του όταν ήταν ακόμα αμούστακο νιάτο.

 Ο κυρ Λευτέρης, ρούφηξε τη μύτη του, έμπλεξε τα μπούτια του ψάχνοντας έναν εμετό από χαρτιά για να βρει την τελευταία του ιστορία, και ξεκίνησε στην αρχή σιγανά και κομπιάζοντας, μα στη συνέχεια σιγανά και κομπιάζοντας πάλι, μια ιστορία για έναν ναύτη που ερωτεύτηκε μια Αφρικανή σε ένα μακρινό ταξίδι στη Σιέρρα Λεόνε.

Η ώρα είχε πάει παρά κάτι, το μάθημα άρχισε να πέφτει πίσω από τα βουνά χρωματίζοντας τα σύννεφα πορτοκαλί, βαθυκόκκινα, βαθυγάλαζα και κάτι άλλες τέτοιες μαλακίες βαθιές, αλλά ο κυρ Λευτέρης δεν έλεγε να τελειώσει.

Ο ήρωας του τελικά, αφού αρνήθηκε την αγάπη της Γκαντού, ναι έτσι την είχε ονομάσει την Αφρικανή, αν είχε μπει βασικά στο κόπο να της δώσει όνομα, και δεν ήταν το δικό της, άναψε ένα τσιγάρο στη πλώρη του πλοίου, αγναντεύοντας « τα κύματα που λυσσομανούσανε μπροστά του, όπως λυσσομανούσαν τα αισθήματα  στη καρδιά του ».

Έψαξε κάτι κοφτερό να καρφωθεί, αλλά το μετάνιωσε μιας και η ώρα ήταν ακριβώς, και ήταν αμαρτία να μην πληρωθεί ολόκληρο μάθημα, για ένα χαρακίρι.

« Θέμα μας για το επόμενο μάθημα θα είναι το σκοτάδι.  Γράψτε μου μια ιστορία μέχρι 1000 λέξεις, ή ένα ποίημα μέχρι 20 στίχους με θέμα το σκοτάδι », είπε και μάζεψε όλα τα χαρτιά που του είχαν αφήσει οι μαθητές του με τα γραπτά τους επιμελώς, για να μπορέσει μόλις φύγει να τα πετάξει επιμελώς  σε έναν κάδο σκουπιδιών. Εν τω μεταξύ τι τους έδινε θέμα, τι δεν τους έδινε, πάλι ο καθένας έγραφε τη δική του μαλακία. Ποια η διαφορά βέβαια;

« Καλό και δημιουργικό σαββατοκύριακο κύριοι και κυρίες ».

Οι μαθητές σηκώθηκαν από το στρογγυλό τραπέζι , σαν συνταξιούχοι ιππότες του σερ Λάνσελοτ. Άλλοι πιάνοντας τη μέση τους, άλλοι τους γοφούς,  και άλλοι βάζοντας τα γυαλιά τους στις θήκες τους. Μέσος όρος ηλικίας του μαθήματος 236 χρονών. Μόνο η Τίνα ξέφευγε από τις επικίνδυνες ηλικίες, αλλά αυτή φαινόταν πειραγμένη στο μυαλό.

« Δάσκαλε, μπορώ να σας ενοχλήσω; » Άκουσε την φωνή της καθώς ετοιμαζόταν να φύγει κλείνοντας την τσάντα του, που την είχε αγοράσει σε ένα ταξίδι στην Κουάλα Λουμπούρ, από έναν πεθαμένο επιχειρηματία.

« Έλα Τίνα, πες μου », της είπε και χαμογέλασε ψεύτικα.

« Μπορούμε να πάμε για ένα καφεδάκι να συζητήσουμε για τα ποιήματα μου », του είπε με λίγο παραπάνω νάζι από ότι συνήθως. Το είχε παρατηρήσει πως τον κοιτούσε την ώρα του μαθήματος τόσο καιρό, αλλά δεν της το χε να φτάσει στο σημείο να του την πέσει κιόλας.

 « Και δεν πάμε » είπε βαριεστημένα θέλοντας να το παίξει άνετος, ενώ ήδη στο μυαλό του την είχε πηδήξει τρεις φορές, και κουμπωνόταν βιάγκρα για να πάει για την τέταρτη με εντυπωσιακό τελείωμα στα υπέροχα λακκάκια χαμηλά στη μέση της.

Για να μην τα πολυλογούμε, ο Χρήστος πήδηξε την Τίνα, η Τίνα πήδηξε το Χρήστο, η  Τίνα εξαργύρωσε τα πηδήματα με ποιητική συλλογή στον Πατάκη , ο Χρήστος εξαργύρωσε τα πηδήματα με κονδυλώματα τρίτου βαθμού .ΣΤΟΠ.

Σε άλλα νέα, ο Κυρ Λευτέρης έγραψε μπεστ σέλλερ με τα ταξίδια της νιότης του , τα πούλησε  στον Θάνο Μικρούτσικο ο οποίος τα μελοποίησε και τα έκανε σουξέ για να τα ακούνε κάτοικοι βορείων προαστείων σε μπουάτ στο κέντρο, για να θυμούνται τα δύσκολα αλλά χρυσά χρόνια επί ΠΑΣΟΚ. Δεύτερο ΣΤΟΠ.

ΚΑΨΙΜΟ ΤΑΙΝΙΑΣ.

ΗΧΟΣ ΑΠΟ ΦΙΛΜ ΠΟΥ ΓΥΡΝΑΕΙ.

ΟΛΟΙ ΣΤΙΣ ΘΕΣΕΙΣ ΣΑΣ.

ΤΡΙΑ

ΔΥΟ 

ΕΝΑ

ΠΑΜΕ

Ο Χρήστος ξανακοίταξε το ρολόι του, αλλά η  ώρα έλεγε παρά πέντε, . Όση ώρα ο Κυρ Λευτέρης πνιγόταν με τις λέξεις στο τελευταίο γραπτό του, ο Χρήστος είχε προλάβει μες στο μυαλό του, να πηδήξει την Τίνα, , να κολλήσει αφροδίσια, να κάνει τον Κυρ Λευτέρη νέο Κίπλινγκ, και να δημιουργήσει όλο αυτό το διήγημα στο μυαλό του, που ίσως και να ήταν καλύτερο από τις μαλακίες που έγραφε τώρα τελευταία.

« Πως σας φάνηκε;» Ρώτησε ο κυρ Λευτέρης κρεμασμένος από τα χείλη του δασκάλου.

« Δεν άκουσα Χριστό », θα ήταν η ειλικρινής απάντηση.

« Πολύ ενδιαφέρον κείμενο. Με μερικές διορθώσεις, και λίγη δουλίτσα στέκεται αξιοπρεπώς », ήταν η απάντηση. Ο Λευτέρης κορδώθηκε σαν να τον παρασημοφορούσαν που έσωσε πενήντα γυναικόπαιδα και ένα γατί από φλεγόμενο κτίριο.

Ο Χρήστος μάζεψε τα χαρτιά του, χαιρέτησε την τάξη , και αφού πήγε σπίτι του, τον έπαιξε με την σκέψη της Τίνας. Στη συνέχεια έγραψε άλλο ένα μισοτελειωμένο διήγημα , και κοιμήθηκε με τους καρπούς του έρωτα του , ακόμα κολλημένους στα δημιουργικά του χέρια.

Δύσκολη δουλειά μα κάποιος πρέπει να την κάνει

του Αλέξανδρου Πετρόχειλου