© 2019 by Achilleas and Camilo

Ο κλαμένος πατέρας βγήκε αναστενάζοντας από το δωμάτιο. Ένα δάκρυ κατρακύλησε στα πρησμένα βλέφαρα, έπαιζε κρυφτό με τις πτυχές στις σακούλες κάτω από τα μάτια του. Έσβησε την παράταιρη με το υπόλοιπο πρόσωπο λάμψη της στάλας με ένα ζαρωμένο χαρτομάντιλο.

Ψέλλισε με σπασμένη φωνή. «Θέλει να σας μιλήσει, γιατρέ». Ο γιατρός περίμενε δίπλα στη νοσοκόμα, κρυμμένος πίσω από το γκισέ. Προσπαθούσε να παραμείνει αθέατος, για να μην προκαλέσει με την παρουσία του περισσότερη σύγχυση και εκνευρισμό στον ασθενή και ταυτόχρονα έσκυβε με τρόπο προσπαθώντας να ρίξει μια κλεφτή ματιά μέσα στο δωμάτιο. Υπακούοντας στο αίτημα του πατέρα, πλησίασε. Του έριξε ένα ενθαρρυντικό βλέμμα που μάλλον πέρασε απαρατήρητο. Βημάτισε σαν γάτα και, για μια τελευταία φορά, κοίταξε στα κρυφά πίσω από το καφασωτό της πόρτας, πριν κάνει την εμφάνισή του στο άρρωστο παιδί.

Ξαπλωμένος στον καναπέ του απέναντι τοίχου ένας νεαρός έκλαιγε στην αγκαλιά της μητέρας του. Είχε τυλίξει τα χέρια γύρω της και είχε θάψει το πρόσωπό του ανάμεσα στα μεγάλα στήθη και στην παχιά, μαλακή κοιλιά της. Η μάνα, μια μεσήλικη γυναίκα που εκείνη τη στιγμή έδειχνε δέκα χρόνια μεγαλύτερη, ήταν πεσμένη πάνω στο παιδί και του έτριβε την πλάτη κάνοντας κυκλικές κινήσεις με τα χέρια της. Οι χοντρές παλάμες της προκαλούσαν πτυχές στην κόκκινη του πιτζάμα. Από πίσω τους, τα δαχτυλίδια της χάνονταν και επανεμφανίζονταν. Ο γιατρός μπήκε μέσα, στάθηκε στο κατώφλι. Η μητέρα τον κοίταξε, δεν μίλησε, όμως σταμάτησε το χάδι της. Τα κόκκινα βαμβακερά κύματα έμειναν στάσιμα, μετέωρα. Μετά από λίγες στιγμές, το παιδί σήκωσε το κεφάλι, στρέφοντας το βλέμμα κατευθείαν στον γιατρό.

«Γιατρέ, μπορώ να σας μιλήσω;»

Ήταν ένα παλικαράκι είκοσι τριών ετών. Το μαλλί του ήταν κοντοκουρεμένο στα πλάγια και στην κορυφή του κεφαλιού του σκαρφάλωνε μια φράντζα που κυμάτιζε πλαγιαστά πάνω από το μέτωπο. Με λίγο ζελέ και μια αλλαξιά ρούχα, θα μπορούσε κάλλιστα να είναι σε μια καφετέρια με τους φίλους του και να χαζεύει τα κορίτσια, όχι να είναι κλειδωμένος στην ψυχιατρική κλινική, με εντολή για επιπλέον φύλαξη έξω από το δωμάτιό του. Ο γιατρός έβγαλε το πιο ανεπιτήδευτο και καλοκάγαθο χαμόγελό του. Η φωνή του ακούστηκε τουλάχιστον τρεις τόνους πιο μαλακή και συγκαταβατική από το κανονικό της. Μίλησε σιγά, σαν να βρίσκονταν κοντά του κάποιος κοιμισμένος που δεν ήθελε να ξυπνήσει.

«Και βέβαια, Μάριε. Μπορείς να μου πεις ό,τι θέλεις».

Το παιδί είχε το αποφασιστικό βλέμμα κάποιου που προσπαθεί να συγκρατήσει τους λυγμούς του. Ήταν σφιγμένος από πάνω μέχρι κάτω. Οι μύες στο λιγνό του κορμί είχαν συσπειρωθεί σαν ελατήρια. Ανακάθισε στον καναπέ, η μητέρα κύλησε δίπλα του και στάθηκε με την πλάτη όρθια.

«Μπορώ να φύγω από εδώ; Μπορείς να μου δώσεις άδεια να πάω σπίτι μου να ηρεμήσω;»

«Τι είναι αυτό που σε έκανε να ταραχτείς, Μάριε;»

Στον ψυχωσικό ασθενή, είναι καλό να του αναφέρεσαι συχνά με το όνομά του. Με αυτό τον τρόπο του το υπενθυμίζεις διακριτικά, βοηθώντας τον να διατηρήσει έτσι μια στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα. Επιπλέον, λειτουργεί σαν υποτυπώδης φραγμός στη συμπεριφορά του, είναι ένα λιθαράκι για να οικοδομήσει τα απαραίτητα όρια ανάμεσα στον γιατρό και στον ασθενή. Γενικά, ο πληθυντικός είναι πάντα προτιμότερος, αλλά υπάρχουν και εξαιρέσεις, όπως σε πολύ μικρότερους σε ηλικία ασθενείς και σε όσους έχουν αναπτύξει με την πάροδο των χρόνων μεγαλύτερη οικειότητα με τον γιατρό τους. Η φωνή πρέπει να είναι καθαρή, η εκφορά της κρυστάλλινη, η ροή της βατή, το περιεχόμενό της κατανοητό, ο τόνος και η έντασή της να εναρμονίζονται με αυτή του ασθενή. Να είναι σίγουρη, πάντα ψύχραιμη, καθησυχαστική και μειλίχια, να λειτουργεί σαν φάρος που με το φως του ο άρρωστος θα βρει το δρόμο μέσα από τα σκοτάδια της ψυχής του.

Ο Μάριος έκρυψε το πρόσωπο με τις παλάμες, ξεφύσησε στα κενά ανάμεσα στα δάχτυλά του.

«Δεν μπορώ, γιατρέ, δε μπορώ, θα τρελαθώ εδώ μέσα».

«Τι έγινε, Μάριε; Πες μου ό,τι θες ανοιχτά, μη ντρέπεσαι».

«Δεν είναι σωστά τα πράγματα εδώ, γιατρέ. Χτες, στην τραπεζαρία, μας σέρβιραν ανθρώπινο κρέας».

Μια κοφτή, έκπληκτη εισπνοή στα όρια της ακοής του. Ο γιατρός κατάλαβε ότι η νοσηλεύτρια είχε μπει αθόρυβα στο δωμάτιο και τώρα στεκόταν εκεί που βρισκόταν ο ίδιος πριν, κάτω από το καφασωτό της πόρτας. Απερίσπαστος, κοίταξε το παιδί με το πιο συγκαταβατικό του βλέμμα. Έσφιξε τα χείλη. Κοιτώντας πάντα από τα κενά ανάμεσα στα δάχτυλά του, ο Μάριος αποκρυπτογράφησε την έκφραση του προσώπου και κάτι έσπασε μέσα του. Τα χέρια κατρακύλησαν και κούρνιασαν στα πλευρά του. Τα δίπλωσε στη μέση, για να κρύψει τη νευρικότητά του και το τρέμουλο που απλωνόταν κατά μήκος τους. Προσπάθησε ξανά να μη βάλει τα κλάματα.

«…όχι;»

«Όχι, βρε Μάριε. Τι σε έκανε να φανταστείς κάτι τέτοιο; Μοσχάρι είχαμε χτες, ακόμα και εμείς, οι γιατροί και οι νοσηλευτές, φάγαμε από αυτό».

«Δεν μπορώ, δεν μπορώ, δεν αντέχω».

Ο Μάριος σηκώθηκε από το κρεβάτι. Ο γιατρός και η νοσηλεύτρια υποχώρησαν, δίνοντάς του άπλετο χώρο και ανοίγοντας τον δρόμο για την πόρτα. Ποτέ δεν στέκεσαι ανάμεσα στον ψυχωσικό και στην έξοδο του δωματίου. Ειδικά αν είναι φοβισμένος και σε σύγχυση. Ποτέ. Το παιδί, με αβέβαιο βήμα, βγήκε από το δωμάτιο. Οι γονείς του ακολούθησαν στο κατόπι του. Ο γιατρός πήρε ξανά τη θέση του πίσω από το γκισέ και έγνεψε στη νοσηλεύτρια να κάνει το ίδιο. Κάνε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Μην του δίνεις να καταλάβει ότι όλοι έχουν πέσει πάνω του και ότι στήνεται ολόκληρη παράσταση για την πάρτη του. Αυτό θα τον φοβίσει και θα τον θυμώσει ακόμα περισσότερο.

Το παλικαράκι κοίταξε με λαχτάρα την πόρτα που οδηγούσε έξω από την κλινική. Ήξερε ότι είναι κλειδωμένη και ότι μόνο με τη συγκατάθεση των γιατρών μπορεί ένας ασθενής να βγει έξω για λίγα μετρημένα λεπτά. Δίπλα στην πόρτα, πίσω από ένα παλιό γραφείο, ήταν μια υπάλληλος. Μικρόσωμη, χλωμή και ζαρωμένη, καθόταν σε μια ξύλινη σχολική καρέκλα, με ένα τετράδιο ανοιγμένο μπροστά της. Δουλειά της ήταν να πατάει το κουμπί που ξεκλειδώνει την πόρτα, αφότου καταγράψει όποιον μπαίνει ή βγαίνει στα κατάστιχα του τετραδίου. Την τάδε ώρα, αυτός μπήκε. Την δείνα ώρα, εκείνη η ασθενής βγήκε, με άδεια από τους γιατρούς της, για δέκα λεπτά. Αν αργήσει περισσότερο, καλείται η ασφάλεια. Οι επισκέπτες πρέπει να δείξουν ταυτότητα και να σημειωθούν τα στοιχεία τους και πάει λέγοντας.

Η γυναίκα ήταν αδύνατη. Αποστεωμένη. Το δέρμα της ήταν λερό, στις αποχρώσεις του χώματος. Τα θολά της μάτια, κίτρινα, ικτερικά, πρόβαλλαν από τις κόγχες τους. Ήταν απεριποίητη, δίχως ίχνος καλλωπισμού. Έτριψε τα χέρια με αμηχανία και νευρικότητα, τα άκρα της θύμισαν στον Μάριο τα μπροστινά πόδια μύγας. Σκέφτηκε ότι ίσως να πάσχει από αυτόν το θυρεοειδή που κάνει τους ανθρώπους να αδυνατίζουν. Σκέφτηκε ότι στη γυναίκα αυτή θα ταίριαζε περισσότερο να είναι ένας από τους ασθενείς της κλινικής, παρά να εργάζεται σε αυτήν. Κατάλαβε ότι δεν είχε πού να πάει. Στράφηκε στον γιατρό που στεκόταν ακόμα πίσω από το γκισέ και υποδυόταν ότι δεν παρακολουθεί κάθε κίνησή του.

«Γιατρέ, μπορώ να φύγω»;

«Όχι, Μάριε. Είσαι πολύ μπερδεμένος και δεν είναι σωστό να σε αφήσουμε να βγεις ακόμα».

«Μα, δεν γίνονται σωστά πράγματα εδώ. Θέλω να πάω σπίτι, στον πατέρα και στη μητέρα μου».

«Μάριε, ο μπαμπάς σου και η μαμά σου είναι εδώ, δίπλα σου. Ποτέ δεν έφυγαν από κοντά σου».

Ο Μάριος κοίταξε έκπληκτος τον άντρα και τη γυναίκα που είχαν σταθεί δεξιά και αριστερά του. Τους κοίταξε σαν να τους έβλεπε πρώτη φορά. Τους κοίταξε σαν να ήταν εξωγήινοι, ή κάτι άλλο, πολύ χειρότερο.

«Αυτοί δεν είναι οι γονείς μου. Οι γονείς μου έφυγαν και με άφησαν μόνο. Δεν θέλω να είμαι μόνος».

«Μάριε, αυτοί είναι οι γονείς σου και δεν σε άφησαν ποτέ».

Ο Μάριος τους κοίταξε ξανά, το βλέμμα του τραμπαλίστηκε ανάμεσα στον άντρα και τη γυναίκα. Στράφηκε στη γυναίκα.

«Δηλαδή, τώρα, εσύ είσαι μάνα μου;»

Η παχουλή κυρία έγνεψε καταφατικά. Ο Μάριος ένιωσε πάλι τη γνώριμη ενόχληση από εκείνα τα δάκρια που πάσχιζαν τόση ώρα να απελευθερωθούν και να κυλήσουν. Ένα μακρόσυρτο γουργουρητό ακούστηκε από την κοιλιά του πατέρα του. Για μια στιγμή τα μάτια του γιατρού πέταξαν σπίθες.

«Προχτές, οι γονείς μου έφυγαν και με άφησαν μόνο μου. Δεν θέλω να είναι μόνος μου».

«Μάριε, οι γονείς σου δεν έφυγαν ποτέ από δίπλα σου. Ακόμα και να το ήθελαν, εμείς δεν τους το επιτρέπουμε, να, κοίτα στο φάκελό σου, έχουμε εδώ οδηγία να παραμένουν οι γονείς στο θάλαμο μαζί σου, σε εικοσιτετράωρη βάση».

Η παχουλή κυρία άρχισε να υποχωρεί στη συναισθηματική πίεση της στιγμής. Τα μάτια της υγράνθηκαν. Έκανε ένα βήμα πίσω για να πάρει τα χαρτομάντιλά της από το δωμάτιο. Ξαφνικά, με την αποχώρησή της, πανικός και τρόμος διαπέρασε τον Μάριο, σαν παγωμένο μαχαίρι.

«Όχι, όχι, μάνα, μη φεύγεις! Εντάξει, γιατρέ. Αλλά δεν θέλω οι γονείς μου να φύγουν ποτέ από δίπλα μου».

«Αυτό είναι το μόνο σίγουρο Μάριε. Και, φυσικά, είμαστε και εμείς εδώ για ό,τι χρειαστείς. Λοιπόν, τώρα, θα πάρεις το φάρμακό σου;»

«Δεν το θέλω το χάπι. Δεν το θέλω».

«Εντάξει. Συμφωνούμε ότι το ηρεμιστικό, στη φάση που είσαι, δεν θα σου προσφέρει πολλά πράγματα. Αλλά...»

«Γιατρέ, μπορώ να φύγω;»

«Όχι, Μάριε. Και σου εξήγησα ήδη το γιατί. Αυτή τη στιγμή είσαι πολύ μπερδεμένος».

«Εντάξει, καλά είμαι, τώρα ξεμπερδεύτηκα. Θέλω να πάρω τους γονείς μου και να πάω σπίτι».

«Δε μπορώ να σε αφήσω να το κάνεις αυτό, Μάριε».

«Δηλαδή πάει, αυτό ήταν; Θα μείνω για πάντα κλεισμένος εδώ;»

«Ποτέ δεν είπα κάτι τέτοιο. Φυσικά και δεν θα μείνεις για πάντα κλεισμένος εδώ. Όλοι οι γιατροί προσπαθούμε να βρούμε ένα φαρμακευτικό σχήμα που να σου ταιριάξει, για να μην είσαι πια μπερδεμένος. Τότε, θα βγεις. Δεν θα μείνεις στην κλινική ούτε μέρα παραπάνω. Για να γίνει όμως αυτό, θέλω πρώτα να πάρεις αυτό το...»

Ο Μάριος διέκοψε το γιατρό, ξανά. «Και πού είναι ο Μάκης; Είχαμε γίνει φίλοι με το Μάκη και εξαφανίστηκε. Από χτες δεν τον βρίσκω πουθενά».

«Ο Μάκης πήρε εξιτήριο χθες, Μάριε».

«Πότε; Και πώς εγώ δεν κατάλαβα τίποτα;»

«Δεν ξέρω γιατί. Ίσως εκείνη την ώρα να κοιμόσουν. Αλλά δε χρειάζεται πιστέψεις εμένα για αυτό. Περίμενε μια στιγμή». Ο γιατρός απευθύνθηκε στη νοσηλεύτρια. «Δώσε μου τον φάκελο του Κοσμίδη... για να δω... να το, ορίστε».

Έδειξε τον φάκελο στον Μάριο. «Να και το εξιτήριο. Με την υπογραφή του Μάκη και των γονιών του. Με στρογγυλή σφραγίδα του νοσοκομείου, της Ελληνικής Δημοκρατίας, όλα εδώ είναι. Και, φυσικά, υπογεγραμμένο από το διευθυντή της κλινικής».

Το παιδί κοίταξε το χαρτί και ένας κόμπος σκαρφάλωσε στον λαιμό του. Ένιωσε πιο εγκλωβισμένος από ποτέ και τον κλοιό να σφίγγει κι άλλο γύρω του. Η αποστεωμένη γυναίκα που φύλαγε την είσοδο της κλινικής έτριψε τα χέρια της και με άψυχο, παγωμένο βλέμμα κοίταξε παντού και πουθενά. Ο γιατρός άδραξε την ευκαιρία για να προχωρήσει στον στόχο του.

«Λοιπόν, Μάριε, δεν θα πάρεις το χάπι, εφόσον δεν το θέλεις. Θέλω όμως να πιείς αυτές τις σταγονίτσες». Η νοσηλεύτρια είχε ήδη ετοιμάσει το φάρμακο, λίγες διάφανες σταγόνες μέσα σε ένα μικρό πλαστικό ποτηράκι σαν δαχτυλήθρα. Το ακούμπησε στο ξύλο του γκισέ. Το χέρι της αηδίασε τον Μάριο. Για μια και μοναδική στιγμή, νόμισε ότι είδε κάτι που σάλεψε στο κορμί της, κάτω από το δέρμα, και κινήθηκε φευγαλέα, σα να κρύφτηκε στη μέση και ανάμεσα στα πόδια της, κάτι που την εμπόδιζε από το να βαδίσει σαν κανονικός άνθρωπος.

«Δεν θέλω να το πιω».

«Μάριε, πρέπει να το πάρεις. Κανείς δεν θέλει να παίρνει φάρμακα. Αυτό είναι φυσιολογικό. Όμως πρέπει...»

«Μάριε, για κοίτα με λίγο». Η νοσηλεύτρια παρενέβη δυναμικά, ίσως λίγο πιο δυναμικά από όσο θα έπρεπε, αν έκρινε σωστά από την καμουφλαρισμένη επιδοκιμασία στη ματιά του γιατρού. «Η Δήμητρα είμαι, με θυμάσαι; Μαζί δεν ήμασταν όλη μέρα από προχτές που μπήκες στην κλινική; Δεν μιλήσαμε μαζί τόση ώρα, δεν είπαμε ότι όλα θα πάνε καλά και οι δυσκολίες που περνάς τώρα θα περάσουν; Λίγη υπομονή θέλει».

«Κυρία μου, να σε ρωτήσω κάτι;»

«Ό,τι θες».

«Είσαι δαίμονας;»

«Όχι, Μάριε, η Δήμητρα είμαι και με ξέρεις. Έχουμε μιλήσει πολλές φορές. Κάθε βράδυ, όποτε ήθελες κάποιον δίπλα σου, εγώ δεν ήμουνα εκεί; Είχες πει ότι δεν θέλεις να μείνεις ποτέ μόνος. Ε, λοιπόν, ούτε οι γονείς σου έφυγαν, αλλά ούτε και εμείς δεν λείψαμε από το πλευρό σου. Όποτε μας ζητούσες, ερχόμασταν αμέσως να σε δούμε».

«Δηλαδή, τόση καλοσύνη υπάρχει στον κόσμο; Τόσο καλοί άνθρωποι είμαστε όλοι μας;»

«Και γιατί να μην είμαστε, βρε Μάριε;»

«Μάριε», ο γιατρός διέκοψε τη συζήτηση, ίσως θεωρώντας ότι η νοσηλεύτρια καταχράστηκε τον χρόνο που της αναλογούσε «άκου εδώ. Θα είμαι απόλυτα ειλικρινής μαζί σου. Όχι, όλοι οι άνθρωποι δεν είμαστε τόσο καλοί. Όμως είμαστε επαγγελματίες υγείας και αυτό που κάνουμε είναι η δουλειά μας. Μας ενδιαφέρει πάνω από όλα η υγεία σου, όχι μόνο επειδή είσαι καλό παιδί και σε συμπαθούμε, πράγμα που στην περίπτωσή σου όντως ισχύει. Αλλά γιατί αυτό είναι που καλούμαστε να κάνουμε. Εσένα τι σου αρέσει να κάνεις; Με τι ασχολείσαι;»

«Σπούδασα τεχνικός υπολογιστών».

«Ε, λοιπόν, οι δουλειές μας μοιάζουν περισσότερο από όσο νομίζεις. Κάποιος που του χάλασε ο υπολογιστής, θα πας να του τον φτιάξεις, σωστά; Όχι γιατί τον συμπαθείς και είσαι καλός άνθρωπος, αλλά επειδή αυτή είναι η δουλειά σου, αυτό επέλεξες και ξέρεις να κάνεις. Φαντάσου τώρα το μυαλό μας σαν ένα υπολογιστή με εκατομμύρια, δισεκατομμύρια κυκλώματα. Ε, στην πορεία της ζωής μας, σε ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων, κάποιο από αυτά τα κυκλώματα θα χαλάσει, ή θα υπολειτουργήσει. Η δουλειά μας είναι να επαναφέρουμε την ισορροπία σε αυτά τα κυκλώματα. Και αυτό γίνεται με φάρμακα που επεμβαίνουν στη χημεία των νεύρων και είναι φτιαγμένα και δοκιμασμένα για να κάνουν αυτό ακριβώς το πράγμα».

Σιωπή. Αν μη τι άλλο, η ειλικρίνεια του γιατρού φάνηκε στον Μάριο πιο άμεση και αληθινή από το να πέφτουν όλοι πάνω του, να τον φροντίζουν παρά τη θέλησή του, να τον κοιτάζουν με λύπηση, σαν να είναι ανάπηρος ή να κουβαλάει κάποιο μίασμα.

«Λοιπόν, τώρα θα πιεις τις σταγόνες;» Ρώτησε ο γιατρός. «Τι είναι αυτό;»

Η μητέρα του παιδιού διάλεξε την πιο ακατάλληλη στιγμή για να παρέμβει. «Νεράκι είναι, παιδί μου, για να μη σου στεγνώσει το στόμα».

«Όχι, Μάριε, δεν είναι νερό. Είναι ένα αντιψυχωσικό φάρμακο που θα κάνει δυο πράγματα. Πρώτον, θα σε ηρεμήσει και δεύτερον θα κάνει τις σκέψεις σου να ξεμπλέξουν. Πιες το».

«Τόσο καλοί άνθρωποι, λοιπόν, όλοι μας;»

«Έλα, βρε Μάριε. Πιες το, να γίνεις καλύτερα».

Τα δάκρυα τελικά δραπέτευσαν και κατρακύλησαν στον προορισμό τους, καθώς ο Μάριος έφερνε το διάφανο υγρό στα χείλη του. Ήταν πικρό. Μόρφασε με αηδία.

«Δηλητήριο».

«Δεν είναι δηλητήριο».

Τουλάχιστον ο γιατρός του φάνηκε σίγουρος γι` αυτά που έλεγε. Όμως δεν μπορούσε να διώξει από πάνω του μια αίσθηση βαριά, δυσάρεστη. Μια βαθιά συντριβή απροσδιόριστη, μια κάποιας μορφής... ήττα.

«Θέλω να πάμε να κάνω ένα τσιγάρο».

«Και βέβαια να πάτε. Πάρε τους γονείς σου και πηγαίνετε στο σαλονάκι να καπνίσεις και θα δεις ότι όλα θα πάνε καλά».

Οι γονείς, ξαλαφρωμένοι, πήραν το παιδί τους και το συνόδευσαν μέχρι το σαλονάκι. Ο γιατρός παρακολούθησε το νεαρό παιδί να αποχωρεί με βηματισμό γέρου ανθρώπου. Μετά από λίγη ώρα πέρασε δίπλα από την πόρτα του χώρου αναψυχής και έριξε μια φευγαλέα ματιά. Το παιδί καθόταν στον καναπέ ανάμεσα στους γονείς του. Άλλη μια κρίση αποφεύχθηκε. Ικανοποιημένος, αποσύρθηκε στο γραφείο του. Το τηλέφωνο σύντομα χτύπησε. Ήταν η Δήμητρα, η νοσηλεύτρια.

«Έλα. Πώς είναι ο Μάριος;»

«Καλά είναι, ηρέμησε. Δέχτηκε να πάρει και το χάπι».

«Ωραία. Κάνε του και μια ένεση να κοιμηθεί και βλέπουμε στη συνέχεια».

 

***

 

Έκαναν στον Μάριο την ένεση. Μετά του έκαναν άλλη μια και μετά άλλη μία και μετά άλλη μία. Ο γιατρός ήρθε να τον επισκεφτεί στο δωμάτιο. Οι γονείς του κάθονταν ήρεμοι στον καναπέ, παρακολουθούσαν ευτυχισμένοι το παιδί τους που ήταν ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Η κοιλιά του πατέρα γουργούρισε ξανά. Από τη μητέρα ξέφυγε ένα ρέψιμο. Ο Μάριος δεν είχε κοιμηθεί ακόμα, αλλά δεν ήταν και ξύπνιος ακριβώς. Τα σάλια του είχαν ποτίσει την κουβέρτα και το σεντόνι.

«Όλα καλά;»

Πριν από τα λόγια, τον υποδέχτηκε το πλατύ χαμόγελο ανακούφισης των γονιών. «Όλα καλά, γιατρέ».

«Μάριε, όλα καλά;»

«Εεε...» Σάλεψε κάτω από τα σκεπάσματα. Κοίταξε το ταβάνι με μάτια άδεια.

«Λοιπόν, να σου γνωρίσω έναν κύριο. Από εδώ ο Μάγειράς μας. Θα σε πάρει στο υπόγειο μια βόλτα και θα σου δείξει κάποια ωραία πράγματα, εντάξει;»

«Εεε... πόσο μεγάλα χέρια έχεις κύριε Μάγειρα... και πόσα πολλά είναι...»

Όταν έκλεισε η ηλεκτρονική πόρτα πίσω τους, το προσωπικό της κλινικής άφησε ένα βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης. Η υπάλληλος στην υποδοχή γούρλωσε τα μάτια ακόμα πιο πολύ και οι δυο γυάλινοι βόλοι που προεξείχαν από τους κόγχους της έγιναν τέσσερις, οχτώ, δέκα έξι, τριάντα δύο και μετά αμέτρητες ανεστραμμένες αντανακλάσεις του χώρου απέναντί της. Διάφανα φτερά ξεδιπλώθηκαν πίσω από την πλάτη της και αόρατα αλώνισαν τον αέρα. Το στόμα της ξεπρόβαλλε κάτω από το γραφείο. Μια λευκή διχαλωτή γλώσσα βγήκε από μέσα του πλανήθηκε στον χώρο. Τα χαρακτηριστικά των γονιών του παιδιού βάρυναν και άλλαξαν, σαν να ήταν καμωμένα από οργανικό πηλό. Η μητέρα αλλόφρονη έριξε τον πατέρα στα γόνατα. Ξεκούμπωσε το παντελόνι της. Ανάμεσα στα πόδια της ορθώθηκε ένας γιγάντιος αγκαθωτός φαλλός. Τον έμπηξε στα μάτια του και άρχισε να μπαινοβγαίνει μέσα τους με θυμό, μουγκρίζοντας και βγάζοντας άναρθρες κραυγές. Ένα χαμόγελο, όλο δόντια, χαράχτηκε στα χείλη του πατέρα που τραντάζονταν σύγκορμος.

«Ρε, σας λέω, δεν βλέπω μπροστά μου από την πείνα».

Η Δήμητρα τεντώθηκε. Κάτω από τη φούστα της, μια αγκαθωτή ουρά σαν συρματόπλεγμα ξετυλίχτηκε και σπάθισε τον αέρα. Σκαρφάλωσε γύρω από το πόδι του γιατρού και ανέβηκε στον καβάλο του. Εκείνος, αποφασιστικός και απερίσπαστος, πάτησε τα πλήκτρα του ασύρματου τηλεφώνου σχηματίζοντας έναν αριθμό. Ένα παράσιτο ακούστηκε από την άλλη μεριά της γραμμής

«Ναι, από την κλινική παίρνω. Πώς πάμε;»

Η απάντηση ακούστηκε σαν ένα καταφατικό, επιβεβαιωτικό παράσιτο.

«Άντε, παιδιά, να το βιάζουμε λίγο το πράγμα, εδώ έχουμε θέμα».

Το παράσιτο έγινε μακροσκελές επεξηγηματικό και διαμαρτυρόμενο. Ο γιατρός κοίταξε γύρω του τον πανικό να ξεδιπλώνεται και την κατάσταση στην κλινική να βγαίνει εκτός ελέγχου. Συνέχισε ακάθεκτος. Άλλο ένα πρόβλημα που απαιτεί λύση. Άλλη μια κρίση που πρέπει να αποφευχθεί. Θέλει τρόπο. Να απαιτήσεις αυτό που θέλεις, αλλά να τον πάρεις τον άλλο και λίγο στο φιλότιμο. Μέθοδος του καρότου και του μαστιγίου.

«Κοίτα, τέτοιες αδικαιολόγητες καθυστερήσεις δεν μπορούν να συνεχίσουν έτσι. Εδώ έχουμε πρόβλημα. Άμα η παραλαβή δε γίνει στην ώρα της, όλα τα υπόλοιπα πάνε πίσω, έτσι και η δική σας δουλειά δυσκολεύει».

Από την άλλη άκρη της γραμμής επέστρεψε έντονα παραπονεμένο και συνδικαλιστικού περιεχομένου το παράσιτο.

«Εντάξει, τα καταλαβαίνω όλα αυτά, καταλαβαίνω ότι και εσείς τρέχετε και δεν φτάνετε. Όμως, δεδομένων των συνθηκών, πρέπει ο καθένας μας να κάνει αυτό που πρέπει. Ξέρω ότι στο Δημόσιο θέλει έξτρα προσπάθεια και χρόνο για να γυρίσουν τα γρανάζια, αλλά, παιδιά, να κοιτάμε λίγο και την ουσία, έτσι; Υπάρχει σοβαρό θέμα εδώ και για να διατηρήσουμε τη λειτουργία της κλινικής πρέπει τουλάχιστον να τηρήσουμε κάποια προτεραιότητα. Αλλιώς, δεν ξέρω, κοντεύουμε να βγούμε εκτός εαυτού εδώ πέρα».

Το παράσιτο συγκατάνευσε απρόθυμα.

«Οκέι. Ευχαριστώ πολύ. Θα ενημερώσω και τους υπόλοιπους».

Ο γιατρός έκλεισε το τηλέφωνο ανακουφισμένος και ικανοποιημένος με τον εαυτό του, για άλλη μια φορά. Απευθύνθηκε στην ομήγυρη.

«Όλα εντάξει, σε δέκα λεπτά φέρνουν το φαΐ!»

Διαχείριση κρίσεως

του Γιώργου Λαγκώνα