Η ζωή του ήταν σαν στόχος. Όχι στόχος, σαν και αυτούς που έχουν πάνω στα μυρδαλιοφόρα ή πολυβόλα όπλα. Πιο απλός. Σαν τον στόχο που ρίχνουν οι αθλητές-καταναλωτές μπύρας στις διάφορες αγγλικές παμπ. Ένας μεγάλος στρογγυλός στόχος με νούμερα από το ένα έως το είκοσι, χωρισμένος σε άσπρα και μαύρα τρίγωνα, διακοπτόμενα από μικρά πράσινα και κόκκινα ημι-κυλινδρικά κομματάκια, σαν φλούδες καρπουζιού. Στο κέντρο του κύκλου, το κόκκινο μάτι του ταύρου προστατευμένο από ένα μεγαλύτερο πράσινο κύκλο. Όταν ρίχνεις τα βελάκια πετυχαίνεις ένα κομμάτι από ικανότητα ή από τύχη; Ή είναι συνδυασμός αυτών;

 

Ο Χάρης πέταγε τα βελάκια στον δικό του στόχο. Έπαιζε το παιχνίδι της ζωής. Τα μαύρα κομμάτια αντιπροσώπευαν τις κακές στιγμές, τα άσπρα τις καλές, τα πράσινα τις στιγμές της ελπίδας, τα κόκκινα τις στιγμές του πάθους. Το μάτι του ταύρου το απόλυτο πάθος, την ευτυχία, ο πράσινος κύκλος την μεγάλη ελπίδα που έγινε πραγματικότητα. Από τύχη ή ανικανότητα σχεδόν πάντα πέταγε τα βελάκια στα μαύρα σημεία.

 

Πρώτο βελάκι στο μαύρο· με την γέννησή του. Οι γιατροί δεν πρόσεξαν, ως όφειλαν, και από τα πρώτα δευτερόλεπτα της ζωής του, είχε καταστεί άτομο με ειδικές ανάγκες ή έστω ιδιαίτερες δεξιότητες. Η παράλυση στο δεξί του χέρι θα τον ακολουθούσε μέχρι το τέρμα της διαδρομής του.

 

Δεύτερο βελάκι πάλι μαύρο. Ο θάνατος της μητέρας του στα επτά του χρόνια. Πολύ μικρός για να καταλάβει τι ακριβώς είχε γίνει, πολύ μεγάλος για να νιώσει την απώλεια. Το μαύρο χρώμα κυριαρχούσε στην ζωή του. Κάποιες φορές ξεγελιόταν νομίζοντας ότι επιτέλους η τύχη του είχε χαμογελάσει. Όπως τότε, το μακρινό καλοκαίρι του 1992 που είχε γνωρίσει και ζήσει τον απόλυτο έρωτα.

 

Το κόκκινο μάτι του ταύρου μέσα σε ένα εξάμηνο μετατράπηκε σε βολή έξω από τον στόχο. Το βελάκι είχε καρφωθεί στον πέτρινο τοίχο, υλικό όμοιο με αυτό της καρδιάς της πρώην αγαπημένης του. Χωρίς ντροπή, ένα απομεσήμερο τού έδωσε τα παπούτσια στο αριστερό χέρι (μιας και το δεξί ήταν ανίκανο για την οποιαδήποτε κίνηση) λέγοντάς του ότι δεν ήταν αυτό που είχε φανταστεί. Η σχέση τους ήταν απλά μια παρόρμηση. Μια παρόρμηση για εκείνη που μπορούσε να ξεχάσει μέσα σε μια-δυο μέρες. Για αυτήν…Γιατί για εκείνον ήταν τα πάντα. Δεν την ξεπέρασε ποτέ. Ο χρόνος τον βοήθησε να κρύψει την ειδή της στο πίσω μέρος του μυαλού του. Από την μέρα του χωρισμού τους και μετά δεν μπόρεσε να αγαπήσει καμία. Όλες τις επόμενες σχέσεις του, τις συνέκρινε μ’ αυτήν, αυτήν που είχε σημαδέψει το είναι του με ανεξίτηλα χρώματα. Καμιά δεν έμεινε μαζί του πέρα από ένα εξάμηνο. Πώς θα μπορούσε άλλωστε γνωρίζοντας ότι η καρδιά του δεν της ανήκε;

 

Στις πανελλήνιες εξετάσεις νόμιζε ότι είχε στοχεύσει σωστά σε άσπρο κομμάτι. Νόμιζε. Για ένα μόριο δεν πέρασε στην Νομική Θράκης. Αποτέλεσμα της αστοχίας: η φοίτηση του σε τεχνολογικό ίδρυμα νοσηλευτικής σχολής στην πρωτεύουσα. Δεν άντεξε πάνω από ένα χρόνο. Δεν ήταν ικανός να εργαστεί σε νοσοκομεία. Είχε βιώσει τον θάνατο από πολύ μικρός στην οικογένεια του, με τον θάνατο της μητέρας του και δεν άντεχε να φορτωθεί κι άλλον ανθρώπινο πόνο. Η άσπρη στολή του νοσοκόμου και η μυρωδιά της φορμόλης τού ανακάτευαν τα σωθικά.

 

Πήγε την «αιώνια πόλη» για να δοκιμάσει την τύχη του. Γράφτηκε σε πανεπιστημιακή σχολή, στο τμήμα των μέσων μαζικής επικοινωνίας. Σύντομη η διαδρομή του και εκεί. Σε τρεις μήνες είχε πάρει τα πράγματά του μαζί με ένα εισιτήριο χωρίς επιστροφή για την Ελλάδα.

 

Βελάκι σε πράσινο κομμάτι. Η ελπίδα ήταν ζωντανή. Βρήκε δουλειά σε εφημερίδα μεσαίας κυκλοφορίας. Πριν προλάβει να πάρει τα πάνω του, η επιχείρηση έβαλε λουκέτο μη μπορώντας να ανταποκριθεί στις οικονομικές τις υποχρεώσεις. Αυτός απλά έβαλε λουκέτο στα όνειρά του. Η ελπίδα που αποδείχθηκε φρούδα.

 

Είχε ζυγίσει καλά τη νέα βολή του. Ήθελε να πετύχει άσπρο, τουλάχιστον για μια φορά. Ούτε τότε τα κατάφερε. Δύσκολο στρατιωτικό, είκοσι έξι μήνες ναύτης, χωρίς απαλλαγή λόγω της παράλυσης του, δεν υπήρχε ο κατάλληλος γιατρός στην κατάλληλη θέση και στιγμή, σε σάπια αντιτορπιλικά αρμενίζοντας χωρίς νόημα χωρίς σκοπό τα μπλε νερά του Αιγαίου πελάγους. Με στρυφνούς αξιωματικούς, παρέα μ’ ένα περίεργο τσούρμο ανθρώπων που δεν του ταίριαζαν. Είκοσι έξι μήνες χαμένης ζωής. Είκοσι έξι μήνες πεταμένες στα σκουπίδια. Είκοσι έξι μήνες μέσα στην ανέχεια, την ταπείνωση και την αλλοτρίωση του μυαλού του. Μόνη του παρηγοριά η «σοκολάτα» και οι διψασμένες για σπέρμα σκανδιναβές τουρίστριες στα λιμάνια που αγκυροβολούσε κατά καιρούς το πολεμικό πλοίο.

 

Μετά την απόλυση νέο χτύπημα. Ο πατέρας του μετά από σύντομη νοσηλεία στον Άγιο Σάββα, μετακόμισε για πάντα στην γειτονιά των αγγέλων. Αυτός έμεινε στη Γη στη συνοικία της κολάσεως, προσπαθώντας επιτέλους να ρίξει μια καλή βολή. Τα χρόνια πέρασαν, το αποτέλεσμα το ίδιο. Η μια αποτυχία διαδεχόταν την άλλη. Γρήγορο φαγητό, γρήγορες γυναίκες, γρήγορες δουλειές. Όλα στο μαύρο.

 

Στην επέτειο των τεσσαρακοστών γενεθλίων του, έριξε αντί για βελάκι ένα ξυραφάκι στοχεύοντας στις φλέβες του παράλυτου χεριού του. Κέντρο με την πρώτη προσπάθεια. Άραγε παίζουν νταρτς στην κόλαση;

Ντάρτς

του Άγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo