«Ξύπνα, ώρα για πρωινό».

«Καφέ θέ- έ-λω, όχι πάλι γά---γκ...γά… λα».

«Τι λες, βρε. Τι το πέρασες; Υπηρεσία; Έχεις πεθάνει, το ξέχασες;»

«Ωχ…»

 Είχε δίκιο ο Τασάρας. Εδώ και δυο βδομάδες τα είχα τινάξει, αλλά ακόμα να προσαρμοστώ.

«Καλ… καλ… λά, ρε φίλε. Πώς γκάν… εις έτσι; Αρχή είν... αγκόμα».

«Η καλή μέρα από το πρωί δεν φαίνεται».

Το είχε αυτό ο Τασάρας, όλο κάτι άσχετα έλεγε, κάτι σοφά.

«Και γκιατί να ‘ναι καλ... μέ...ρα; Θα με αποβ… βλα… βλα.. ..κώσεις;»

«Όχι, ακόμα. Έχουμε καιρό».

Εδώ πρέπει να εξηγήσω κάποια πράγματα. Ναι, πέθανα, μου την έπεσε ο Τασάρας ένα βράδυ που περπατούσα σε κάτι ερημιές, έτσι για να πάρω τον αέρα μου. Τελικά πήρα τ΄ αρχίδια μου. Ο Τάσος, ζόμπι μάστερ, μέγας μάγιστρος στη ζόμπι-γένεση, είχε βγει παγανιά. Μόλις με είδε, ήξερε ότι έπρεπε να με κάνει δικό του, δικό του ζόμπι δηλαδή. Κοιτούσα σαστισμένος έναν τύπο γύρω στα εξήντα, αδύνατο, μικροκαμωμένο, λίγο ταλαίπωρο, με λίγη φαλάκρα, με μάτι να γυαλίζει φουλ.

Ξαφνικά, ένιωσα υποχείριό του. Είχε σηκώσει τα χέρια ψηλά και έψελνε κάτι ακαταλαβίστικα και εγώ έγινα άλλος. Περπατούσα σαν σπαστικό, αλλού πήγαιναν τα πόδια, αλλού τα χέρια, η μέση τιναζόταν κάθε τρεις και λίγο, ενώ ένιωθα τα δόντια μου να πετάγονται έξω από το στόμα μου, το ίδιο και τα μάτια. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά,  τον ακολουθούσα σαν δαρμένο σκυλί. Με οδήγησε σ’ ένα ξεπεσμένο αρχοντικό. Τα έπιπλα είχαν ξεφτίσει, τα ξύλινα πατώματα έτριζαν, οι πίνακες στους τοίχους είχαν κάτι κακάσχημους. Μου εξήγησε ότι με είχε κάνει σχεδόν ζόμπι, αλλά όχι τελείως. Μου είχε αφήσει λίγο νιονιό, έτσι και αλλιώς δεν ήταν ποτέ το δυνατό μου σημείο. Ίσως να με ζαβλάκωνε στο μέλλον, αναλόγως τις περιστάσεις.

 

Από εδώ και στο εξής, θα έκανα ό,τι με πρόσταζε, δεν θα είχα δική μου βούληση, αν και δεν με έκανε εντελώς σπαστικό. Ήθελε να έχει και παρέα, είπε. Δεν αντέδρασα, δεν μπορούσα εξάλλου. Άσε που το βράδυ είχε πίτσα, κόκα κόλα και μετά Νέτφλιξ, δεν το λες και άσχημο.

«Άκου» είπε. «Τόσα χρόνια ήμουν στην αφάνεια. Πάνε γύρω στα 120 χρόνια που είχα κάνει την τελευταία μου στρατιά από ζόμπι. Είχαν γίνει ωραία σκηνικά, αλλά μετά μας την έπεσαν και τα αποδεκάτισαν».

«Ποιοι;» ρώτησα μπουκωμένος με πίτσα.

«Μα οι άλλοι… Να σου πω την αλήθεια δεν τους θυμάμαι, πέρασαν τόσα χρόνια» είπε ξύνοντας το κεφάλι του. «Τέλος πάντων, να μην τα πολυλογώ, τώρα ήρθε η ώρα να δημιουργήσω νέο στρατό».

«Στρα...τό; Για… τί; Έχουμ… ε  πό… λεμο;»

«Θα έχουμε σε λίγο. Δεν βλέπεις τι γίνεται;»

«Τι;» ρώτησα απορημένος.

«Θα έχουμε θύματα, έχουμε πανδημία. Η κατάσταση θα επιδεινωθεί. Σύντομα κιόλας».

Α, ναι. Ο ιός. Το είχα ξεχάσει, τώρα που είχα γίνει σχεδόν ζόμπι.

«Και εμ ...άς τι μας νοιά ...ζει;» ρώτησα.

«Ε, τώρα σε τέτοιες φάσεις ευνοείται η ζόμπι-γένεση».

«Δηλα… δή;»

«Θα τους την πέσουμε με τρέλα πάνω στη δική τους τρέλα».

«Αχά. Και με ...τά;»

«Μετά, δεν ξέρω. Χαμός. Στρατιές από ζόμπι να με υπακούνε και να τα καθοδηγώ».

«Και με ...τά;»

«Μετά θα εξαφανιστεί ο ιός, αφού θα έχουν γίνει όλοι ζόμπι. Ορίστε, πώς σου φαίνεται;»

 

Τα ‘χασα λίγο, αλλά όλο και κάτι παραπάνω θα γνώριζε ο μέγας μάγιστρος, μια και είχε εμπειρία χρόνων. Έτσι, λοιπόν, ξεκινήσαμε για το Σύνταγμα. Σύμφωνα με τον Τάσο ήταν το ιδανικό μέρος να εξαπολύσουμε επίθεση. Πριν φύγουμε, με έβαλε να φορέσω μια μαύρη μάσκα, που έπιανε όλο μου το πρόσωπο για να μη φαίνεται το σαραβαλιασμένο μου μούτρο, και γυαλιά για να μη φαίνονται τα γουρλωμένα μάτια. Στο μέτωπο έγραφε “Πιο ηλίθιος από σένα”. Η φράση πάνω στη μάσκα ήταν για να νιώθει καλά ο κόσμος, όπως εξήγησε, ένα κοινωνικό μήνυμα. Ξεκινήσαμε, λοιπόν, εγώ περπατούσα σαν να είχα ξεγοφιαστεί, αλλά ο Τάσος με πήρε από το μπράτσο και με βοήθησε, σε κάποιες φάσεις, μάλιστα, με έσερνε. Ωραία ήταν.

 

Στην αρχή είχαμε κέφι, συζητούσαμε πόσους θα τρώγαμε, αλλά μόλις φτάσαμε στο Σύνταγμα νιώσαμε μια βαριά ατμόσφαιρα.

 

Ο αέρας μύριζε παράνοια, η τρέλα είχε διαποτίσει τα πάντα, ακόμα και την ανάσα, ο ιός είχε υποχωρήσει, αδυνατούσε να τα βάλει με το παραλήρημα. Στις εξόδους του μετρό είχαν στήσει οδοφράγματα, ο κόσμος ούρλιαζε να μη βγουν.

 

Να μη βγουν, όσοι ήταν μέσα στους συρμούς του μετρό. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη στα σόσιαλ μίντια ότι είχαν μπει μέσα διάφορα κρούσματα, το είχαν σκάσει από ένα νοσοκομείο. Ήταν σίγουρο ότι το είχαν μεταδώσει, κανείς δεν θα γλίτωνε, όλοι γνώριζαν ότι μέσα στο μετρό επικρατούσε συνωστισμός, επικρατούσε το αδιαχώρητο.

Οι επιβάτες ήταν επίφοβοι, σίγουρα θύματα, αλλά δεν θα τους άφηναν να βγούνε έξω, δεν θα άφηναν να το διασπείρουν.

 

Μύριζε φόβο η ατμόσφαιρα, παράνοια, ξεφτίλα. Μας έγδαρε η αύρα τους, τα φρενιασμένα τους πρόσωπα, πρόσωπα τραβηγμένα από πόνο και φανατίλα, ένιωσα να πεθαίνω δεύτερη φορά, όταν άκουσα τα ουρλιαχτά, όσων είχαν μείνει μέσα.

 

 

Για να μην τα πολυλογώ, την πέσαμε και οι δυο μαζί, σε όποιον βρίσκαμε μπροστά μας. Όσο πιο φανατισμένος, τόσο περισσότερο το χαιρόμασταν, όταν τον ξεσκίζαμε. Ο Τάσος έκανε τα μαγικά του, εγώ κατασπάραζα.

«Έτσι, μπράβο, αγόρι μου» φώναζε ο Τάσος με πάθος, την ώρα που την έπεφτα σε έναν μπρατσωμένο κάνοντάς τον κολατσιό. Στο τέλος δεν έμειναν και πολλοί. Μάλλον, όσοι έμειναν, το είχαν βάλει στα πόδια. Οι άλλοι έγιναν τα ζόμπι μας.

Όπως είπε και ο Τάσος μια χαρά τούς έκατσε βασικά, γλίτωσαν από τον ιό. Και το βράδυ, πίτσα, κόκα κόλα και νέτφλιξ. Όπως πάντα. Τελικά δεν με αποβλάκωσε. Έφταναν οι άλλοι, είπε. Μου έδωσε και ένα μπλουζάκι. “Πιο ηλίθιος από μένα” έγραφε.

''Πιο ηλίθιος από μενα''

της Κωνσταντίνας Κοράκη

© 2019 by Achilleas and Camilo