Η Χριστίνα δεν είχε σκαρφαλώσει ποτέ σε βουνό στη ζωή της. Για την ακρίβεια δεν είχε προλάβει να κάνει πολλά πράγματα, αλλά αυτό της ερχόταν τώρα, στο άσπρο, γαλάζιο και λίγο πράσινο δωμάτιο μιας κλινικής, όσο ζούσε τη στιγμή των ονείρων κάθε γυναίκας. Αναρωτήθηκε αν όλες πονούσαν τόσο. Ρώτησε τη νοσοκόμα δίπλα της αν θα μπορούσε να της δώσει κάτι. Εκείνη της χαμογέλασε κάτω απ’ τη μάσκα της και της πρότεινε να κάνει υπομονή, πλησιάζαμε, αυτό συμπλήρωσε μετά από μια μικρή παύση. Εδώ και δυο ώρες πλησιάζουμε, αντέδρασε η Χριστίνα με όση ευγένεια της απέμεινε, αλλά στην πραγματικότητα δεν ήξερε πόση ώρα είχε περάσει από το πρώτο «σπρώξε». Πήγε γρήγορα πίσω στο βουνό και ξανάρχισε να χώνει τα δάχτυλά της στα κοφτερά βράχια μέχρι την κορυφή του.   

«Να σας ζήσει το κοριτσάκι σας». Ήξερε ήδη το φύλο του αρκετό καιρό πριν. Το δε όνομά της ήταν προ-αποφασισμένο. Θα της έδινε της μάνας της. Γεωργία. Γεωργίτσα, Γωγώ. Το τελευταίο της άρεσε περισσότερο για μωρό. Μετά θα μεγάλωνε και θα επίλεγε η ίδια το υποκοριστικό της. Και θα ήταν καλό κορίτσι, γιατί η μητέρα της θα την αγαπούσε και θα τη φρόντιζε και δε θα την έκλεινε στο δωμάτιό της όλη την ώρα.

Δεν μπορούσε να δει κανένα απ’ την οικογένειά της έξω απ’ την αίθουσα, την κατέβασαν σε κάτι υπόγεια, δεν υπήρχαν παράθυρα. Από δίπλα άκουγε άλλα μωρά να κλαίνε. Ήταν κι άλλες σαν κι εκείνη εκεί κάτω. Αμφέβαλε αν είχαν περάσει όσα αυτή για να φτάσουν σ’ αυτούς τους χώρους. Οι περισσότερες θα είχαν το σύντροφό τους δίπλα τους, αυτή δεν είχε κανένα. Άλλες θα είχαν εξοφλήσει τη διαμονή τους, η Χριστίνα έδωσε την προκαταβολή και δεν είχε ιδέα με ποιο τρόπο θα πλήρωνε τα υπόλοιπα. Όλες θα είχαν συμπληρώσει το δέκατο όγδοο χρόνο της ζωής τους. Αυτή ήταν μόνο δεκατέσσερα. 

Το δωμάτιο που θα περνούσε τις πρώτες μέρες μαζί με την κόρη της ήταν όμορφο, αν και λίγο μικρό. Είχε ροζ και γαλάζιους τοίχους και μια μεγάλη τηλεόραση. Το μοιραζόταν με μία κυρία αρκετά μεγαλύτερη σε ηλικία. Έβλεπε άσπρες τρίχες στα μαλλιά της και τα χέρια της ήταν ζαρωμένα. Είχε γεννήσει το γιο της μετά από προσπάθειες πολλών ετών. Μερικές φορές τα βλέμματά τους όταν συναντιότανε, γινόταν φανερό ότι λυπόταν η μία την άλλη. Ο άντρας της συγκατοίκου της Χριστίνας ήταν ένας κύριος με πυκνά γκρίζα μαλλιά. Δεν έφευγε ποτέ από δίπλα της. Όταν τελείωνε το επισκεπτήριο κοιμόταν στην αίθουσα αναμονής του νοσοκομείου. Δεν επιτρεπόταν να μένουν άντρες το βράδυ στο δωμάτιο, γι’ αυτό κατέβαινε κάτω.

Το πρώτο βράδυ με τη Χριστίνα έμεινε μια θεία της για να τη βοηθάει, δεν την ήξερε πολύ καλά. Ξαδέρφη της μάνας της. «Την κράτησαν στη δουλειά αργά», αυτό της είπε, κάθισε σε μια καρέκλα, έβγαλε ένα περιοδικό με σταυρόλεξα μαζί με ένα στυλό και δεν ξανασήκωσε το βλέμμα της από ‘κει. Ούτε τις δύο φορές που τους έφεραν το μωρό γιατί πείναγε. Ούτε όταν στην τηλεόραση έδειξε μια ταινία τρόμου, ακατάλληλη για ανηλίκους. Όταν ξημέρωσε και ο χώρος γέμισε νοσοκόμες, μάζεψε τα λιγοστά της πράγματα και έφυγε.

Ο γιατρός εμφανίστηκε νωρίς σχετικά. Της είπε ότι ήταν μια χαρά κι ότι και την ίδια μέρα θα μπορούσε να πάει στο σπίτι της, αλλά της συνέστησε να μείνει δύο ακόμα βράδια για να ξεκουραστεί. Ήταν όλα πληρωμένα άλλωστε. Δεν ήταν, σκέφτηκε η Χριστίνα και δεν έβλεπε και κανένα ικανό να καλύψει τα έξοδα εκεί γύρω. Τότε πίσω απ’ την πλάτη του διέκρινε το πρόσωπό της μάνας της. Ανακουφίστηκε. Όταν αυτός βγήκε με τη συνοδεία δύο νεότερών του, με ίδιες άσπρες ρόμπες, μπήκε εκείνη. Χαιρέτησε τη συγκάτοικο, της ευχήθηκε τα καλύτερα και πήρε την εγγονή της αγκαλιά. Στην κόρη της δεν έριξε ούτε μια ματιά. Την πλησίασε αφού άφησε το μωρό πάλι στο ειδικό καρότσι μεταφοράς του από δωμάτιο σε δωμάτιο. «Πήρα άδεια σήμερα, θα κάτσω εδώ», την πληροφόρησε και μετά από λίγο σηκώθηκε για να πάει να καπνίσει.

Γύρισε μετά από κάμποση ώρα. Εκτός από τσιγάρο μύριζε και κάτι αλκοολούχο. «Το μωρό;», ρώτησε. Την πήρανε για να την αλλάξουν, την πληροφόρησε η Χριστίνα. «Μάλιστα», είπε μέσα απ’ τα δόντια. Κάθισε στην καρέκλα της ξαδέρφης αφήνοντας ένα απροσδιόριστο επιφώνημα. «Μια χαρά είστε εδώ», απευθύνθηκε και στις δυο συγκατοίκους. «Ο πατέρας σου πήρε το Βασίλη και φύγανε έξω», είπε μετά, κοιτάζοντας μόνο την κόρη της. Το μάτι της γυάλιζε. Το έκλεισε και συμπλήρωσε «να τα πούνε λίγο οι άντρες». Η Χριστίνα πήρε μία βαθιά ανάσα για να μην κλάψει. Προσπαθώντας να κρύψει την ανησυχία της γύρισε προς την τηλεόραση.  Έδειχνε ένα τηλεπαιχνίδι με ρωτήσεις γνώσεων. Στην οθόνη έγραφε Κατηγορία: Ιστορία. «Σοκολατάκι θέλετε, Κυρία Γεωργία;», διέκοψε η διπλανή, «τα έφερε ο άντρας μου το πρωί για να κερνάμε, από το ζαχαροπλαστείο στο ισόγειο είναι».  Αυτή τα κοίταξε, ήταν καφέ, άσπρα, κάποια είχαν και τα δύο χρώματα και ήταν σε περίεργα σχήματα, «όχι, ευχαριστώ, κούκλα μου, να ‘σαι καλά. Μάλλον πρέπει κι εγώ να πάω να ψωνίσω το κατιτίς μου», είπε και ξανασηκώθηκε. Όταν σιγουρεύτηκε ότι είχε φύγει, η Χριστίνα ξέσπασε σε λυγμούς. «Θες να φωνάξω τις νοσοκόμες;», ρώτησε η συγκάτοικος χωρίς να σταματήσει να κοιτάζει το τηλεπαιχνίδι στην τηλεόραση.

Είχε έξι μήνες να δει το Βασίλη. Την τελευταία φορά είχε καταφέρει να κατεβεί στο υπόγειο χωρίς να την αντιληφθούν. Τον βρήκε κρεμασμένο απ’ το ταβάνι, τα χέρια του δεμένα μεταξύ τους, ήταν γυμνός απ’ τη μέση και πάνω και δε φόραγε παπούτσια. Τα μάτια του ήταν κλειστά, κατάμαυρα, δεν μπορούσε να καταλάβει αν κοιμόταν. Τα δόντια του ήταν σπασμένα όλα και τα χείλη του κομμάτια.  Το σώμα του καλύπτανε μώλωπες και χαρακιές, μερικές βαθιές. Τον πλησίασε, του χάιδεψε το πρόσωπο. Του μίλησε γλυκά στο αυτί, του είπε για το παιδάκι τους, ακούμπησε την κοιλιά της στη δικιά του. Δεν είχε μεγαλώσει ακόμη πολύ. Ήλπισε ότι την άκουγε, την καταλάβαινε, δεν το έδειχνε πάντως. Και τότε οι γονείς της την τράβηξαν πάλι πίσω στο δωμάτιό της και κλείδωσαν τις πόρτες του υπογείου και του δωματίου. Τους άκουγε να φωνάζουν ο ένας στον άλλο σχεδόν όλη την υπόλοιπη μέρα. Χώθηκε μέσα στα σκεπάσματα του κρεβατιού και προσπάθησε να κοιμηθεί. Με τον ύπνο περνούσαν όλα.

«Δε μ’ άρεσαν οι σοκολάτες και πήγα λίγο πιο μακριά, σ’ ένα τούρκικο, δυο δρόμους παρακάτω. Σιροπιαστά είναι, θέλετε;», η μητέρα της έτεινε το κουτί προς τη διπλανή και το σύζυγό της, ο οποίος στο μεταξύ είχε έρθει στο δωμάτιο. Η μυρωδιά απ’ το αλκοόλ ήταν πιο έντονη τώρα. Το αντιλήφθηκαν και οι υπόλοιποι. Εκδήλωσαν τη δυσαρέσκειά τους μορφάζοντας.  Δε δοκίμασαν απ’ τα γλυκά τους τελικά, καθώς οι πόρτες άνοιξαν και άρχισαν να συρρέουν οι συγγενείς με μπαλόνια και σοκολάτες. Ήταν η ώρα του επισκεπτηρίου. Ο χώρος γέμισε κόσμο, μία κυρία αφού αγκάλιασε το τιμώμενο πρόσωπο, κάθισε στο κρεβάτι της Χριστίνας αγνοώντας την και γελώντας τρανταχτά με οτιδήποτε και ν’ άκουγε. Η μητέρα της απλά στεκόταν, την κοίταζε στα μάτια, επιδεικνύοντας ένα μόνιμο μειδίαμα. Την καρέκλα της την είχανε πάρει για να καθίσει η μητέρα της διπλανής, μια ηλικιωμένη κυρία, με τη χαρακτηριστική μυρωδιά των γέρων. Η κατάσταση σταδιακά γινόταν αφόρητη, οι παρευρισκόμενοι κάθε τόσο κοίταζαν τις δύο γυναίκες, όταν δεν έπεφταν πάνω τους κατά λάθος, περίμεναν να έρθει και κανένας δικός τους, κάπως να διαμοιραστεί όλο αυτό, αλλά όχι. Ήταν η χαρά των μεν ενάντια στη μιζέρια των δε, να συγκρούονται κι οι δύο σε ένα χώρο πάνω - κάτω δέκα τετραγωνικά.

Κάποια στιγμή η Χριστίνα έβαλε το μωρό στο στήθος, πήγε ν’ απλώσει τα πόδια της και βρήκανε πάνω στο σώμα της φιλενάδας της Βούλας, έτσι την έλεγαν τη συγκάτοικο στην κλινική. Από το Παρασκευή. Παρασκευή, Παρασκευούλα, Βούλα. Αντί να μετακινηθεί, γύρισε ενοχλημένη και της έριξε όλο αηδία ένα «σιγά, κοριτσάκι μου, πρόσεχε λίγο με τα ποδαράκια σου, παραλίγο να με ρίξεις κάτω».  Η μητέρα της, ακουμπισμένη μέχρι εκείνη τη στιγμή στον τοίχο και φαινομενικά αδιάφορη μπροστά στα μαρτύρια της κόρης της, πετάχτηκε προς την αγενή επισκέπτη και με χνώτα που έζεχναν τσίπουρο ούρλιαξε «τι είπες στο παιδί μου, μωρή μαλακισμένη; Μπαίνεις μέσα, θρονιάζεις την κωλάρα σου στο κρεβάτι που εγώ πληρώνω και ενοχλήθηκες επειδή τάισε το μωρό της; Σήκω και φύγε τώρα μη σ’ αρπάξω απ’ το μαλλί και σε πετάξω έξω μαζί με τη συνοδεία σου. Μοσχάρα. Ε, μοσχάρα». Η θερμοκρασία στο δωμάτιο έπεσε τριάντα βαθμούς. Για μερικά δευτερόλεπτα δεν ακούστηκε λέξη.  Μετά από λίγο οι συγγενείς και φίλοι άρχισαν να χαιρετάνε τη Βούλα, το σύζυγό της και το μωρό και να κατευθύνονται προς την έξοδο. Οι μοναδικές ομιλίες μεταξύ των εναπομεινάντων την υπόλοιπη νύχτα έβγαιναν από την τηλεόραση.    

«Ο Βασίλης. Θα έρθουνε με το μπαμπά να με δούνε;» ρώτησε τη μητέρα της. Στην πραγματικότητα ήθελε να μάθει αν θα τον ξανάβλεπε. Αν θα του επέτρεπαν να δει το παιδί του. Αν ζούσε τουλάχιστον.  Αντί απαντήσεως την πλησίασε, χάιδεψε το κεφάλι της μικρής και είπε «τα μάτια σου έχει. Και τα μάγουλα του πατέρα σου. Φουσκωτά, σα μικροσκοπικά μπαλόνια, χαχαχα». Τα μάτια της Χριστίνας γέμισαν δάκρυα. «Γιατί μ’ αφήσατε να έρθω μόνη μου μέχρι εδώ;». Ασυναίσθητα κι οι δυο τους γύρισαν προς τη Βούλα. Κοιμότανε. «Άκου δω, μικρή κακομαθημένη, μπορεί να τα σκάτωσες, αλλά τώρα έχεις ευθύνες. Το βλέπεις αυτό στα χέρια σου; Αύριο θα το δώσεις να στο πλύνουν, θα το τυλίξεις καλά, θα το πάρεις μαζί με τα πράγματά σου και θα το πας σπίτι μας. Εκεί θα το ταΐζεις, θα ξυπνάς όταν κλαίει, θα το αλλάζεις, θα το καθαρίζεις μέχρι να μπορεί να σηκωθεί να πάει για δουλειά. Κατάλαβες;». Η Χριστίνα δε μίλησε. «Κι αν σε ξανακούσω να αναφέρεις το όνομα του αδερφού σου, θα μάθω εγώ στην κόρη σου να μιλάει, γιατί τη δικιά σου τη γλώσσα θα στην κόψω».

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, αλλά δεν της κόλλαγε ύπνος. Η Βούλα ροχάλιζε κι η μάνα της ονειρευόταν θορυβωδώς, γερμένη πάνω στην καρέκλα. Απ’ το ορθάνοιχτο στόμα της έτρεχαν σάλια και έσταζαν στο πάτωμα. Το μωρό είχε ζητήσει να το κοιμίσουν στο θάλαμο και να της το φέρουν μόνο αν πεινάσει. Σηκώθηκε αργά από το κρεβάτι. Πόναγε ακόμα, αλλά όχι τόσο ώστε να μην μπορεί να το ελέγξει. Φόρεσε τα ρούχα της αθόρυβα, μ’ αυτά είχε μπει στο μαιευτήριο πριν δύο μόλις μέρες. Της ήταν πλέον φαρδιά χωρίς την κοιλιά να τα γεμίζει. Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο. Από το κουτί με τα γλυκά πάνω στο κομοδίνο δίπλα από το κρεβάτι της έβγαινε το σιρόπι, κρεμόταν για λίγο κι όταν αποκτούσε ικανό βάρος έπεφτε κάτω, σχηματίζοντας μία δεύτερη λίμνη, η άλλη ήταν από τα σωματικά υγρά της μητέρας της. Μέχρι το πρωί μπορεί και να έχουν ενωθεί, σκέφτηκε.

Στο διάδρομο δεν κυκλοφορούσε κανείς. Έριξε τα μαλλιά στο πρόσωπό της κι έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα της. Ένα χέρι την άρπαξε από το μπράτσο. Τρόμαξε πολύ, ο αναπτήρας της έφυγε απ’ τα χέρια και κόντεψε να πέσει κάτω και η ίδια. Δίπλα της στεκόταν μία νοσοκόμα. Ήταν μεγαλόσωμη, με ένα χέρι τρεις φορές το δικό της. Την τράβηξε  απότομα προς το μέρος της και της είπε «δεν ξέρω τι σου έχουν μάθει στο σπίτι σου, αλλά στα νοσοκομεία το κάπνισμα απαγορεύεται». Ακόμα ταραγμένη, αλλά σχεδόν χαρούμενη, η Χριστίνα έκοψε το τσιγάρο στα δύο, το πέταξε στον πλησιέστερο κάδο και αγκάλιασε την ξαφνιασμένη υπάλληλο. Ύστερα βγήκε από την κύρια είσοδο και χάθηκε μέσα στη νύχτα.      

Καλές προθέσεις

του Μάνου Ραγιάδη

© 2019 by Achilleas and Camilo