Ο κάμπος απλωνότανε μεγάλος και στρωτός·

στο βάθος ο ωκεανός φαινόταν μαύρος

κι έτοιμος να ριχτεί στη ζωογόνα γη.

Ακόμα πιο μακριά οι κεραυνοί μιας θύελλας

διέκοπταν τη νεκρική σιγή του τόπου.

 

Αίφνης, από των πύργων τις πελώριες τις θύρες,

που υψώνονταν στις δυό αντίπνοες πλευρές του κάμπου,

ξεχύθηκε ένας χείμαρρος απ’ αφρισμένα στόματα,

ιαχές και μάτια μές στον τρόμο και την εγκατάλειψη

αυτού που ενάντια βαδίζει στον χαμό του.

 

Και σαν κοτρόνια που τσακίζουν καθετί σαν ροβολούν,

πλήθη αρίφνητα κι από τις δυό μεριές

σμίξαν, πεζούρα και καβάλα, ασπίδες και κοντάρια.

Τότε ορυμαγδός σηκώθηκε μεγάλος κι έρρεε στη γη το αίμα

αυτών που εφονεύονταν μέσα σε οιμωγές φρικτές . . . .

 

Όσο της μέρας αύξαινε το φως

έπεφταν και των δυό στρατών όλο και περισσότεροι

οπλίτες, άλογα κι ασπιδοφόροι αξιωματικοί,

λαχταρώντας να κατασπαράξουνε ο ένας του άλλου

το βασιλιά που αγέρωχα στεκότανε κοντά στους πύργους.

 

Στο τέλος ακόμα κι οι πανίσχυρες βασίλισσες

ριχτήκανε σ’ αυτόν τον όλεθρο και σφόδρα αγγιχτήκαν,

τρόμο σκορπώντας μεγαλύτερο στου Άδη το πεδίο.

Τέτοιες εικόνες έκλεινε στο γωνιώδες πλαίσιο του

ο κάμπος· κι η μάχη μαινότανε μέχρι αργά αμφίρροπη.

 

Σαν έπεσε το φως του ήλιου κι έλαβε τέλος ο χαμός,

τα πλήθη του θανάτου, νεκροί και ζωντανοί

–ο υπερόπτης βασιλιάς μαζί με τον απλό στρατιώτη–

στο ίδιο πολυκαιρινό σακούλι τσουβαλιάστηκαν,

σαν τους ανθρώπους που εξισώνονται όταν βρεθούν μέσα στη γη!

44cd8ac4f368406cba5ebc99852dd636.jpg

Caturaṅga

του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη