Στρίψε τη μπουκάλα. Βάλε δύναμη, να πάρει μπόλικες γυροβολιές. Κι αν σταματήσει στη μεριά μου, θα σου πω λίγα πραματάκια απ` την ιστορία μου. Όσα μπορώ ν` αντέξω. Λοιπόν, έτοιμος; Πάμε.

***

Ο πρώτος μου φίλος ήταν ο Βασίλης ο Τσιμπλομάτης. Συμμαθητές από το νήπιο, θηρία στο κλουβί. Ταμπουρωνόμασταν πίσω απ` το μπαλκόνι και ρίχναμε ροχάλες, παγάκια και κλούβια αβγά στους περαστικούς και στα αυτοκίνητα. Παίζαμε ποδόσφαιρο στις αλάνες, φορούσαμε κοντά παντελονάκια, τα ισχνά κανιά και τα γόνατά μας ήταν πληγιασμένα και στραβά. Παίζαμε κλέφτες κι αστυνόμους, κρυφτό, τσανταλίνα μανταλίνα και στον κώλο μια σωλήνα. Σκαρφαλώναμε στο ντεπόζιτο που κρεμόταν απέναντι από τα αποδυτήρια των κοριτσιών. Τις παίρναμε μάτι απ` τον φεγγίτη. Και μετά, τού δίναμε και καταλάβαινε. Λάστιχα είχαμε κάνει τα πουλιά μας απ` το τράβηγμα.

Η μαλακία θέλει ρέγουλα. Εγώ τράβαγα μια πρωινή, μια απογευματινή και μια το βράδυ πριν κοιμηθώ. Μέχρι που η μάνα μου μπούκαρε στο μπάνιο για να βγάλει τα μπικουτί. Τότε όλες οι γυναίκες έφτιαχναν μαλλί-κουνουπιδάκι, για να μοιάζουν στην Αλέξις Κάρινγκτον της Δυναστείας. Και με έπιασε πάνω στο Μαριγούλα, Μαριγώ. Τρελάθηκε. Έμπηξε τις φωνές. Ο πατέρας μου ήταν αραχτός στον καναπέ, έπινε μπύρα Λεβενμπρόι κι έβλεπε Αθλητική Κυριακή. Βαριόταν να σηκωθεί, αλλά τα μάτια και τα μπικουτί της κυρά Δήμητρας δεν του άφηναν πολλά περιθώρια. Ανέλαβε, λοιπόν, απρόθυμα το ρόλο του πατέρα. Και με πλάκωσε στις κλωτσιές.

 

Μετά, το έριξε στη ντροπή και στο ενοχικό

«Θα την αρρωστήσεις τη μάνα σου, ρε κωλόπαιδο. Δεν ντρέπεσαι, ρε, γαμώ την Παναγιά σου;»

Κερασάκι στην τούρτα, το Φτού σου, μαγαρισμένο! της γιαγιάς, πακέτο με ράντισμα από σάλια και εξάρθρωμα της μασέλας της. Έχω την κλασική μαυροντυμένη χήρα γιαγιά-νίντζα, που όλο κάτι παθαίνει, μα ποτέ δεν πεθαίνει.

Του Βασίλη, ό,τι του έλειπε από ρέγουλα, το αναπλήρωνε με θράσος και πλήρη άγνοια κινδύνου. Βαρούσε διψήφια, δώδεκα και δεκαπέντε φορές την ημέρα. Την έπαιζε ακόμα και στο σχολείο, την ώρα του μαθήματος. Τα βιβλία του κολλούσαν. Είχε κι έναν θείο αλανιάρη, που αγόραζε το Playboy. Αρρώστια, λέμε! Θάνατος! Περιττό να προσθέσω πως τότε η γκάμα του αυνανιστή ήταν περιορισμένη. Κάνα Playboy, αργότερα το Penthouse, και κάτι σεξοκόμιξ τύπου ΖΑΚΟΥΛΑ, ΚΑΡΖΑΝ, ΜΟΝΤΑΤΟΡΕ και ΤΑΡΑΤΑΤΑ. Που ο περιπτεράς τα έδινε μόνο σε ενήλικες. Τότε οι περιπτεράδες έβλεπαν το πράμα πατριωτικά. Έτσι και ζητούσες κάτι ακατάλληλο (τσόντα, τσιγάρα), σε πλάκωναν στις φάπες και σε ρουφιάνευαν στους δικούς σου.

Η μαλακία θέλει και ποικιλία. Ανάμεσα στις γυμνές φωτογραφίες, άρχισαν τα πρώτα αφιερώματα στο σεξ. Αρχίσαμε, λοιπόν, τους πειραματισμούς. Αλλάξαμε χέρι. Μετά, την παίζαμε και με τα δυο. Άλλοτε, την τρίβαμε ανάμεσα στις παλάμες, σαν ινδιάνοι που ανάβουν φωτιά. Κάποια στιγμή, πέσαμε στο κεφάλαιο των πρωκτικών απολαύσεων.

Υποτίθεται πως ο ερεθισμός του προστάτη προσφέρει απερίγραπτη διέγερση και ηδονή. Τουλάχιστον, έτσι έγραφε το περιοδικό. Λοιπόν, ο Βασίλης δοκιμάζει πρώτος το δάχτυλο. Κάτι νιώθει στην αρχή, μια ενόχληση που σταδιακά μετατρέπεται σε ψιλοευχάριστο γαργάλημα. Έλα όμως που δεν βολεύει να κάνεις ανασκαφή με το ένα χέρι και να πασπατεύεσαι με το άλλο.

Έψαξε, λοιπόν, υποκατάστατα. Δοκίμασε μπανάνα, που θεωρείται και σεξουαλικό φρούτο. Τζίφος. Έτσι και πας να κάνεις κάτι με μια μπανάνα, αυτή μεμιάς θα σπάσει, ή θα γίνει κίτρινη μύξα. Δοκίμασε με αγγούρι, αλλά ήταν πολύ χοντρό. Το ξεφλούδισε, κι όπως το αγγούρι λέπταινε, αποκτούσε μια ζωντάνια, και μια τσαχπινιά. Καθάρισε κι άλλο, μέχρι που του έμεινε ο τσακισμένος πυρήνας με τα κουκούτσια στο χέρι.

Θυμάσαι το περίφημο μην το πιείτε, λουστείτε; Ε, ο Βασίλης ούτε ήπιε, ούτε λούστηκε με το σαμπουάν μπύρας. Το άλειψε στη στρογγυλή, αγκαθωτή βούρτσα της μάνας του με τη μακριά λαβή. Όμως, πάνω στη χαρμάνα του, έβαλε τη βούρτσα ανάποδα. Και κατέληξε με εκατοντάδες μυτερά συρματάκια καρφωμένα στην κωλοτρυπίδα. Τον πήγαν στο νοσοκομείο ωχρό σαν το πανί, ημιλιπόθυμο, τυλιγμένο με μια πετσέτα και από τα μπανταρισμένα κωλομέρια του, στο κέντρο ενός ματωμένου λεκέ, να προβάλει η λαβή που περίσσευε.

Ώρες χειρουργείο, με τοπική αναισθησία και διαστολέα. Ολάκερο κιούπι γέμισαν οι γιατροί με στραβωμένες, συρμάτινες μυτούλες. Και μετά, πρωκτοραφή. Πλύσιμο με μπεταντίν και οξυζενέ, επειδή τα τραύματα ήταν ρυπαρά και επικίνδυνα για ανάπτυξη αναερόβιων μικροβίων. Και η σούφρα να τσούζει κολασμένα και να αφρίζει με το οξυζενέ, σαν σαμπάνια Μπολερό. Κι όταν χέζεις, να υποφέρεις. Και να περνάς τις υπόλοιπες μέρες ξαπλωμένος μπρούμυτα, γυμνός, με τον κώλο τούρλα.

***

Ο άλλος μου φίλος ήταν ο Γιωργάκης. Πριν τις εκλογές, μας φόρτωναν αυτοκόλλητα από την τοπική κομματική και χιμούσαμε στις πλατείες. Ο ήλιος ο πράσινος, ο ήλιος που ανατέλλει μας οδηγεί. Χωνόμασταν ανάμεσα στα πόδια του κόσμου, κολλούσαμε αυτοκόλλητα στα πέτα, έβγαινε ο Αντρέας στα μπαλκόνια ανάμεσα σε αλαλαγμούς και στα Carmina Burana, μέχρι και πουρμπουάρ που τους κοτσάραμε αυτοκόλλητο μας δίνανε κάποιοι που τους μέθυσε ο ήλιος ο πράσινος, ανοίγανε σαμπάνιες, ψήνανε στην πλατεία αρνιά, κοκορέτσια, χορεύανε τσάμικα, καλαματιανά, ανάβανε πούρα, πανζουρλισμός. Όσα βγάζαμε, τα τρώγαμε στις τσόντες. Περιοδικά της ΚΟΜΠΡΑ ΠΡΕΣΣ με φωτογραφίες, υποτυπώδες σενάριο και διαλόγους σε μπαλόνια. Φωτορομάντζα με πούτσες, κώλους και μουνιά.

Θα ήλπιζε κανείς πως στο στρατό έπηξαν λιγάκι τα μυαλά μας. Αμ δε! Η βιντεοκασέτα έδωσε στην τσόντα άλλη διάσταση. Αρρωσταίναμε, στεγνώναμε με τα καινούργια, εισαγόμενα αριστουργήματα του βίντεο. Έργα τέχνης όπως Δαγκωμένα μαξιλάρια νούμερο 7, ή Ήταν δαχτυλίδι και μου τον έκανες βραχιόλι, ή Στην Πράγα οι κώλοι δεν κάνουν δίαιτα. Θυμάμαι τον πατέρα μου, να λέει πως όπου υπάρχει φτώχεια και αμορφωσιά, περισσεύουν το ποδόσφαιρο, οι πουτάνες και το παπαδαριό. Μετά, ρεύονταν και άλλαζε κανάλι στην τηλεόραση. Θυμάμαι τη γιαγιά νίντζα να με φασκελώνει με χέρι που έτρεμε από την υπερένταση και ταυτόχρονα να με ξεπροβοδίζει, κάνοντας σταυρουδάκια στον αέρα. Θυμάμαι τη μάνα μου δακρυσμένη, καθώς πέρναγα στον ώμο το λουκάνικο. Στον πάτο, κάτω από κάλτσες, σώβρακα και ξυριστικά, είχα κρύψει τις αγαπημένες μου τσόντες.

Μετά τον θρίαμβο στις πλατείες, η Ελλάδα είχε περάσει στην εποχή του Τσοβόλα, δώσ’ τα όλα. Με το βύσμα του Γιωργάκη στο κόμμα, μας στέλνανε παντού μαζί, πακέτο. Αράξαμε Πεντάγωνο και φρουρούσαμε τη λεωφόρο Μεσογείων. Ζωή και κότα. Και η τσόντα να κάνει τον γύρο του στρατοπέδου. Για την περίπτωσή μας, βγήκε διαταγή, να καθαρίζονται τα σιφόνια απ` τις ψωλότριχες καθημερινά.

Εξηγώ: η ψωλότριχα πιάνεται στο σιφόνι, κι αυτό γενικά δεν είναι σοβαρό πρόβλημα. Όμως, αν πέσει από πάνω φλόκι, λειτουργεί σαν κόλλα, δημιουργώντας κάτι σαν μίνι χελιδονοφωλιά, που φράζει τους σωλήνες και δεν διαλύεται με χλωρίνες, ακουαφόρτε, δεν καταλαβαίνει Χριστό. Και με τα προπολεμικά υδραυλικά, το αποτέλεσμα ήταν ασταθές και εκρηκτικό. Δυο καζανάκια να τραβιόντουσαν ταυτόχρονα, το περιεχόμενο της τουαλέτας ξεχείλιζε με ορμή. Όταν η σκατοπλημμύρα υποχωρούσε, άφηνε τέτοιο χάλι, που νόμιζες πως τρομοκρατικοί κώλοι, εξερράγησαν, αφήνοντας τα υπολείμματά να κρέμονται από τοίχους και ταβάνια.

***

Ο Γιωργάκης ανήκε στη διόλου σπάνια κατηγορία άντρα που παντρεύτηκε επειδή πήδηξε. Κι εδώ που τα λέμε, δεν είχε άδικο. Η Σούλα ήταν μπαμπάτσικια, μα χαλάλι οι τιραμισού και οι σοκολατίνες από τη Φοντάνα, γιατί με δαύτες είχε χτίσει κάτι θεσπέσιες βυζάρες που ήθελες να χώσεις το κεφάλι ανάμεσά τους και να το κουνάς μέχρι να γίνουν τα μυαλά σου φραπέ.

Είχαμε απολυθεί από τον στρατό. Ο Τσοβόλας είχε φύγει, μα το δώσ’ τα όλα καλά κρατούσε, κι έτσι βάλανε τον Γιωργάκη στο δημόσιο. Με τον πρώτο μισθό, αγόρασε δαχτυλίδι με κοτρώνα, μια ανθοδέσμη κι ένα κουτί σοκολατάκια Τζοκόντα, στρογγυλοκάθισε στο «καλό» σαλόνι που ήταν μόνο για τους επισκέπτες, κατέβασε αμάσητο το γλυκό νεραντζάκι και ζήτησε τη Σούλα από τους γονείς της. Αρραβωνιάστηκαν ανοίγοντας σαμπάνια Cair στα μπουζούκια, έφεραν και τους συγχωριανούς με πούλμαν απ` τους Γαργαλιάνους. Ο Πανταζής τραγούδησε για τους μελλόνυμφους Το ‘πε το ‘πε ο παπαγάλος ότι σ’ αγκαλιάζει άλλος.

Κανονίσανε το γάμο μετά τις εκλογές, με τη νίκη. Ο Αντρέας είχε προ πολλού αρχίσει να φθείρεται, παράπαιε ανάμεσα στον Μεγάλο Ερωτικό του Χατζιδάκι και στο Αυτός ο άνθρωπος, αυτός της Ρίτας Σακελλαρίου. Όμως, κάτι το ιστορικό νεύμα, κάτι η Μιμή που δήλωνε πως πλέον έκλεισε σαν γυναίκα, ο θρύλος του Ηγέτη βάσταγε ακόμα. Οι γυναίκες αντέγραφαν το κούρεμά της. Το μαλλί-κουνουπιδάκι της Τζόαν Κόλλινς ξεπεράστηκε. Πλέον η Ελλάδα είχε τη δικιά της εθνική Δυναστεία. Τη βραδιά των εκλογών, έγινε η νύχτα μέρα. Βαρελότα, στρακαστρούκες, αποκάλυψη. Η Σούλα συνέλαβε ένδοξα, στο μπαλκόνι, εν μέσω ιπτάμενων ψηφοδελτίων, προτού καλά-καλά ολοκληρωθεί το exit poll της νίκης.

Καλός ο έγγαμος βίος, αλλά η μαλακία είναι η πρώτη αγάπη και παντοτινή. Αν μη τι άλλο, ερεθίσματα υπήρχαν. Τα μπούτια της εθνικής Ρούλας. Η προϊσταμένη στο γραφείο, μια νταρντάνα βαμμένη δεξιά. Είχε ανέβει ο Δρακουμέλ στην εξουσία, ξενερώνοντας τον ντουνιά και το απωθημένο κάθε σωστού πασόκου ήταν να ταπεινώσει σεξουαλικά μια γαλάζια νοικοκυρά. Ο Γιωργάκης άρχισε ξανά να κλειδώνεται στο μπάνιο. Τον κοπανούσε με τα άρθρα στο ΚΛΙΚ, με τις φωτογραφίες από τα ΡΟΜΑΝΤΣΟ και ΦΑΝΤΑΖΙΟ της Σούλας, με τον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ.

Μια μέρα που η Σούλα έλειπε στους Γαργαλιάνους, ο Γιωργάκης κατάστρωσε γλέντι τρικούβερτο. Είδε μια αμερικάνικη τσόντα, μια γερμανική και έκλεισε με έναν Γκουσγκούνη. Μετά από ισάριθμες χειρομαλακίες, ένιωσε ένα κενό. Μια… πρωκτοφαγούρα.

Αναποδογύρισε συρτάρια, άδειασε ντουλάπια, τελικά έφτασε στην κατάψυξη. Τα πεθερικά είχανε στείλει με το ΚΤΕΛ συναγρίδες. Το μάτι του έπεσε σε μια μικρούλα, λιανή και ντελικάτη, σαν αλμυρή γρανίτα. Τη γράπωσε και πήγε στο μπάνιο. Την άλειψε με Βιλανόβα. Και την έβαλε εκεί που φαντάζεσαι. Τράβηξε μια μαλακία όνειρο.

Κάποτε τελείωσε η έκσταση κι άρχισε να ξενερώνει. Προσπάθησε να βγάλει τη συναγρίδα. Αδύνατον. Στη ζεστασιά του κώλου, η συναγρίδα είχε ξεπαγώσει. Με το τράβηγμα, τα λέπια της άνοιξαν σαν αμέτρητες μικρές ομπρελίτσες και γαντζώθηκαν στην κωλοτρυπίδα του Γιωργάκη. Κατέληξε κι αυτός στο νοσοκομείο. Αν δεν ήταν αντικείμενο ιατρικού επείγοντος, η ακτινογραφία με τα ψαροκόκαλα στα άδυτα του παχέος εντέρου, θα μπορούσε να είναι αριστούργημα της pop art, δίπλα στις τοματόσουπες του Γουόρχολ.

***

Παντρεύτηκα κι εγώ. Ήταν μια ήσυχη κοπέλα, άρχοντα με είχε. Κάναμε κι ένα πιτσιρίκι. Αλλά δεν ήμουν στα καλά μου. Δεν ξέρω γιατί. Ο Ηγέτης αρρώστησε, ταβλιάστηκε, μα ακόμα νόμιζε πως κυβερνάει απ` το κρεβάτι. Έγινε από θεός, τιποτένιο ανθρωπάκι. Ρεντίκολο. Θυμάσαι τα ανέκδοτα της εποχής;

«Τι ζήτησε ο Αντρέας από τον Άγιο Βασίλη;»

«Βατραχοπέδιλα. Γιατί έχει ήδη μάσκα και αναπνευστήρα!»

Χαθήκανε οι κολλητοί, συναντιόμασταν μόνο σε γάμους και βαφτίσια. Λέγαμε γενικότητες, ιδροκοπούσαμε και βηματίζαμε νευρικά μέσα στα άβολα σακάκια μας. Μαλθακοί, βαρετοί. Τι σκατά τις θέλαμε τις γραβάτες, τα πουκάμισα, τα παντελόνια με την τσάκιση; Τι απέγιναν τα παιδικά παντελονάκια μας; Το τραγούδι λέει είμαστε η αδικημένη γενιά του εξήντα. Εμείς ήμασταν η ξενερωμένη γενιά του ογδόντα.

Ήρθε μια μέρα σαν όλες τις άλλες. Γύρισα από τη δουλειά, πλακώθηκα στο φαΐ που με περίμενε απλωμένο στο τραπέζι. Μετά, κλείστηκα στο μπάνιο. Είχα πάρει μαζί μια κόκα κόλα. Τα χείλη του μπουκαλιού έμοιαζαν με μικροσκοπικό στόμα. Μου τη βίδωσε. Μπήκα στο ντους. Σάλιωσα το μπουκάλι και το έχωσα βαθιά. Με το άλλο χέρι βαρούσα τσαντισμένος, με θυμό. Μα το μυαλό ξεγλιστρούσε στα αραλίκια, στη βλακεία που μας έδερνε, στις βιντεοκασέτες και στα περιοδικά με τις σελίδες που κολλούσαν. Στο πατρικό μου, στη μάνα, στον πατέρα και στη γιαγιά νίντζα. Στις αλάνες, στο ντεπόζιτο απέναντι από τα αποδυτήρια των κοριτσιών. Όταν έχυσα, κόντεψα να λιποθυμήσω. Ζαλισμένος όπως ήμουν, πήγα να βγω.

Γλίστρησα. Ο κόσμος χάθηκε. Τα πόδια μου άνοιξαν σε ένα απερίγραπτο σπαγγάτο. Ένας νέος πόνος, αφάνταστα ισχυρότερος, τσάκισε τα σωθικά μου. Κάποτε η ζάλη καταλάγιασε. Η υγρασία του μπάνιου έμοιαζε πιο έντονη, το φως πιο αδύναμο, τουρτούριζα. Κοίταξα χάμω και αντίκρισα τη λίμνη αίματος μέσα στην οποία καθόμουν. Κέντρο της, ο πόνος που έσκιζε τα σπλάχνα μου. Γραπώθηκα από τον νεροχύτη και σηκώθηκα τρέμοντας. Σταγόνες αίματος κύλησαν στα πόδια μου, στο εσωτερικό των μηρών, γαργαλούσαν τις πατούσες μου.

Έβαλα χέρι χαμηλά κι έψαξα, με κομμένη την ανάσα. Το μπουκάλι δεν είχε σπάσει, αλλά ήταν σφηνωμένο βαθιά, μόνο ο πάτος του περίσσευε. Ήμουν ακόμα μουδιασμένος, μα συνερχόμουν γρήγορα κι ένιωθα τον πόνο να ξεδιπλώνεται και να στέλνει παροξυντικά κύματα σε κάθε μου κίνηση. Κι ακόμα χειρότερη, ήταν η βαθιά αφύσικη αίσθηση πως κάτι μέσα μου ξηλωνόταν, σαν καραβόπανο που σκίζεται. Προσπάθησα να γραπώσω από κάπου το μπουκάλι. Τράβηξα. Δάκρυσα απ` τον πόνο. Κοίταξα ξανά. Το μπουκάλι είχε βγει λιγάκι, κουνιόταν πέρα δώθε σαν ουρά. Μα περασμένο ανάμεσα στα χείλη του, είδα να γλιστράει κάτι λεπτό και ροδαλό. Ξεπρόβαλλε και μαζευόταν σε μια μαλακή, γυαλιστερή πτυχή που όλο και μεγάλωνε, γεμίζοντας το μπουκάλι.

Έγινα γκρίζος σαν τη στάχτη. Πιάστηκε η ανάσα μου, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή, ζαλάδα, αδυναμία, οι τοίχοι γύριζαν. Και το εσωτερικό του εντέρου, γλοιώδες και γυαλιστερό, γέμιζε το μπουκάλι και άρχιζε να μπλαβιάζει, καθώς ο στενός λαιμός στραγγάλιζε τη μαλακή μάζα που ολοένα και πρηζόταν. Στην επιφάνειά της σχηματίστηκαν στίγματα που έγιναν κοκκινόμαυρα αιματώματα που έσταζαν.

Πανικοβλήθηκα. Έστριψα μανιασμένα δεξιά και αριστερά, το μπουκάλι ακολούθησε στέλνοντας φρέσκες μαχαιριές τραβήγματος και ξηλώματος. Και, καθώς πλέον κρεμόταν από το έντερό μου, που πρόβαλλε σαν μανίκι γυρισμένο τα μέσα έξω, το έσπασα στη λεκάνη της τουαλέτας.

Την πρόπτωση και διάτρηση του εντέρου ακολούθησαν εκτομή, ανάταξη και εγχείριση Hartmann. Κοντολογίς, απομόνωσαν το κάτω κομμάτι και το έραψαν, αχρηστεύοντας την κωλοτρυπίδα. Το πάνω κομμάτι ράφτηκε σε μια τρύπα που μου άνοιξαν στο δέρμα. Ονομάζεται τελική κολοστομία στον αριστερό λαγόνιο βόθρο.

Χέζω σε σακουλάκι, έναν κιτρινιάρικο, κολλώδη χυλό. Ενίοτε το σακουλάκι έχει διαρροές και μου κάνει τα ρούχα χάλια. Οι παλιόφιλοι με αποφεύγουν. Ο Γιωργάκης έγινε προϊστάμενος και όλοι του μιλάνε στον πληθυντικό. Άφησε μουστάκι, οδηγάει μαύρο τζιπ, πάει τα παιδιά σε ιδιωτικά σχολεία, τένις και μπαλέτα Αναθεώρησε τα παλιά, τώρα έχει άποψη και ψηφίζει κάτι κουλτουριάρικα εναλλακτικά. Όποτε τον ακούω, φαντάζομαι τα κόκαλα του Ηγέτη να κροταλίζουν στον τάφο του.

Η γυναίκα μου με άφησε. Μετά από δυο χρόνια παντρεύτηκε τον Βασίλη τον Τσιμπλομάτη. Το παιδί μου τον φωνάζει μπαμπά. Βλέπω τον πιτσιρικά μου από το απέναντι μπαλκόνι, τα ασφαλιστικά μέτρα δεν μου επιτρέπουν να πλησιάσω περισσότερο, ή να του μιλήσω. Επέστρεψα στο πατρικό μου. Το έμφραγμα βρήκε τον πατέρα μου αραχτό στην πολυθρόνα, να βλέπει Αθλητική Κυριακή. Τον καταλάβαμε όταν του έπεσαν η μπύρα και το τηλεκοντρόλ. Πέθανε με το γαμωσταυρίδι στα χείλη. Κατά βάθος, ήταν καλός άνθρωπος. Θεός σχωρέστον.

Η μάνα μου φτιάχνει ακόμα μαλλί σαν κουνουπιδάκι, μα περισσότερο μοιάζει με μαδημένο θάμνο. Μερικές φορές μιλάει στα ντουβάρια, με βλέμμα σαν θολό γυαλί. Στήνεται κάθε μήνα στην ουρά του ΙΚΑ και οι γιατροί της γράφουν ψυχοφάρμακα. Η γιαγιά-νίντζα ζει ακόμα. Θρονιασμένη στη γωνιά, συνεχίζει την ύπαρξή της περισσότερο σαν αντικείμενο του σπιτιού, παρά σαν άνθρωπος. Ζωντανεύει μόνο για να λιβανίσει την ημέρα που κλείνει χρόνος του πατέρα μου.

Περνώ τον περισσότερο καιρό μονάχος, στο πατάρι. Ζαχαρώνω τα πόστερ του Ηγέτη και τις παλιές μας πολαρόιντ. Την παλιοπαρέα. Σε τι μοιάζω εγώ με το παιδί που μου γελά απ` το ξεφτισμένο χαρτί; Μόνο τα κανιά μου, ακόμα ισχνά, με γόνατα πρησμένα και στραβά. Πάσχω από σύνδρομο δυσαπορρόφησης λόγω του κουτσουρεμένου μου εντέρου. Έχασα σαράντα κιλά και έκτοτε δεν μπορώ να βάλω γραμμάριο. Τα περισσότερα φαγητά με σκοτώνουν από τους πόνους και τη διάρροια. Βασικά, μπορώ να φάω μόνο ανάλατα, νερόβραστα και αλεσμένα. Το δέρμα κρέμεται απ` τα κόκαλά μου. Τα μαλλιά μου πέφτουν.

Και στρίβω τη μπουκάλα. Και λέω τα ίδια κάθε μέρα, μήπως κάποτε τα χωνέψω. Για αυτό λοιπόν, στρίψε. Βάλε δύναμη, μπας και μαζί με τη μπουκάλα γυρίσουν και τα μυαλά μας και δούμε κάποτε άσπρη μέρα. Στρίψε, μήπως κάποτε μάθουμε, όχι απλά να πηδάμε τον εαυτό μας, αλλά και να τον αγαπάμε.

Μπουκάλα

του Γιώργου Λαγκώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo