Τα “zero’s”  ήταν κατά κοινή ομολογία η χρυσή δεκαετία της Ελλάδας, ήταν επίσης η εποχή που το βιβλίο γνώρισε μια πρωτοφανή άνθηση , όχι τόσο ποιοτική αλλά σίγουρα εμπορική. Με το χρήμα να ρέει από κάθε λογής πιθανά και απίθανα δάνεια οι εκδότες αναγνώρισαν μια ιδανική συγκυρία να γεμίσουν τσέπες. Σε αυτή την εκστρατεία αλόγιστής παραγωγής τίτλων ο Καστανιώτης στάθηκε μπροστάρης, δεν υποβάθμισε απλά το βιβλίο, το κατέστησε εμπόρευμα μοιράζοντας το με το αζημίωτο στις βιτρίνες του Ελευθερουδάκη (να ζήσουμε να τον θυμόμαστε) και του Παπασωτηρίου (αιωνία του η μνήμη). Ήταν η περίοδος που οι «διορθωτές» μετρούσαν τις παραγράφους με το μοιρογνωμόνιο και το βάρος του συγγράμματος οριζόταν σε συγκεκριμένο και αδιαπραγμάτευτο αριθμό γραμμαρίων.

Για να πούμε την αλήθεια δεν ήταν λίγοι οι συγγραφείς που αλέστηκαν στην εκδοτική αυτή κρεατομηχανή (Στην εξαιρετική «πινακοθήκη τεράτων» ο Μιχάλης Μιχαηλίδης περιγράφει γλαφυρότατα την κατάσταση),  ούτε εκείνοι που ξεκίνησαν με λαμπρές προοπτικές για να αφομοιωθούν εν τέλει απ΄τον εσμό. Ωστόσο η περίπτωση του Μίνου Ευσταθιάδη δεν συγκαταλέγεται στην παραπάνω κατηγορία, είναι σαν συγγραφέας τόσο κακός από μόνος του που δεν χρειάζεται την ανάγκη κανενός για να αυτό-χαντακωθεί, ούτε καν του «παλιού καλού» Καστανιώτη…

Η στήλη του Καρτέλ θα απονείμει πολλά χρυσά βατόμουρα στο μέλλον, ωστόσο δυσκολεύομαι να φανταστώ  κάποιο που θα ξεπεράσει το «Χωρίς γλώσσα», κάτι που θα μπορούσε να ισχύει μέχρι κεραίας αν η γλώσσα δεν ήταν τόσο κακή. Προσωπικά δεν έχω διαβάσει άλλο βιβλίο με τόσο χοντροκομμένη πλοκή και συμπυκνωμένη αφέλεια, δεν έχω ξαναβρεθεί μπροστά σε τέτοιο αχταρμά που ξεκινάει σαν road trip (ο θεός να το κάνει) φλερτάροντας μεταξύ Άρλεκιν και Κοελικής μαϊμουδιάς, ακόμα χειρότερα δεν έχω ξαναματαδεί (ο έρμος) τέτοια κοπτοραπτική στερεοτύπων και ρηχότητας. Εν κατακλείδι, αν η γραφή ενός λογοτέχνη είναι οι εμπειρίες του, δυσκολεύομαι να φανταστώ ότι ο συγκεκριμένος είχε μια ουσιαστική στη ζωή του. Παρεκτός αν το νυστέρι του Καστανιώτη μπήκε τόσο βαθιά, γεννώντας έναν εκδοτικό Φρανκεστάιν που προσωπικά είχα την ατυχία να διαβάσω σε μια τρίωρη πτήση Αθήνας-Λονδίνου…

Χρυσό Βατόμουρο νο3

Μίνως Ευσταθιάδης

Χωρίς γλώσσα

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo