© 2019 by Achilleas and Camilo

Πρόσφατα, σε συνομιλία που είχα με φίλη μεταφράστρια, μου εκμυστηρεύθηκε ότι η λογίστρια σε μεγάλο εκδοτικό οίκο ούτε λίγο ούτε πολύ την κορόιδευε σχεδόν μπροστά στα μούτρα σχετικά με την αμοιβή της. Ομολογουμένως κάτι τέτοιο δεν αποτελεί έκπληξη, σε έναν χώρο που οι μεταφραστές και οι συγγραφείς απαξιώνονται συστηματικά και το σύνολο των εκδοτικών (πλην ελαχίστων φωτεινών εξαιρέσεων) εξακολουθεί να κάνει κουρελόχαρτα όχι μόνο τα συμφωνητικά αλλά και συγκεκριμένες διατάξεις του ποινικού κώδικα το αξιομνημόνευτο θα ήταν να την αντιμετώπιζαν με σεβασμό. Και φυσικά το ερώτημα παραμένει:  Αν σε μεγάλους εκδοτικούς συμβαίνουν σημεία και τέρατα τότε με τους μικρούς τι γίνεται, η απάντηση είναι ότι δεν θέλεις να ξέρεις…

Η τραγική κατάσταση στα εκδοτικά πεπραγμένα δεν αφήνει πολλά περιθώρια σε έναν νέο υποψιασμένο συγγραφέα όχι μόνο να ανοίξει τα φτερά του (αυτό καλό είναι να το ξεχάσει) αλλά ακόμα και να εμπιστευτεί το μόχθο του σε μια συντεχνία αεριτζήδων που θα επιδείξουν ασέβεια όχι μόνο προς τον ίδιο αλλά και το έργο του. Αν όμως πραγματικά θέλει να το βγάλει στις αγορές τότε τι επιλογές έχει, σε μια τέτοια περίπτωση η αυτοέκδοση αποτελεί μονόδρομο. Και όταν μιλάω εδώ για αυτοέκδοση δεν  αναφέρομαι στην πληρωμή των εξόδων του εκάστοτε εκδοτικού για την παραγωγή (καθώς εκεί και τα λεφτά θα του φάνε και τις εισπράξεις δεν θα του επιστρέψουν), αλλά στο να κινηθεί μόνος του με μοναδικό μεσάζοντα το τυπογραφείο και την κατοχύρωση με απόκτηση κωδικού ISBN.  

Προφανώς και ένα τέτοιο εγχείρημα εγείρει ενστάσεις αλλά ορισμένες μπορούν να καταρριφθούν με ευκολία. Στο ζήτημα της διανομής για παράδειγμα κανένας, πέραν των πολύ μεγάλων εκδοτικών, δεν πρόκειται να σου την εξασφαλίσει, οπότε ποιο το νόημα να δώσεις τα δικαιώματα επί των πωλήσεων σε κάποιον εκδότη όταν δεν θα το δεις στα ράφια παρεκτός και αν πληρώσεις πάλι εσύ ο ίδιος την καταχώρηση. Αντιθέτως κανείς δεν θα σε εμποδίσει να κλείσεις εσύ συμφωνίες με κάποια βιβλιοπωλεία και να ελέγχεις την εμπορική κίνηση. Χώρια οι παρουσιάσεις που μπορείς να κάνεις καρπωνόμενος το εκατό τοις εκατό των πωλήσεων σου.

Δεν θα επηρεάσει κάτι τέτοιο τη φήμη μου θα διερωτηθείς ευλόγως και εδώ η απάντηση είναι προφανώς και όχι, τουλάχιστον σε ανθρώπους που κινούνται στο χώρο και ξέρουν πως γίνεται το παιχνίδι. Οι περισσότεροι άλλωστε εκδοτικοί έχουν ήδη περιέλθει σε καθεστώς απαξίωσης. Και εδώ δεν μιλάμε μόνο για Λιβάνηδες και Ψυχογιούς αλλά και Παττάκη, Καστανιώτη, Μεταίχμιο κ.ο.κ που εξακολουθούν να μοιράζουν τα «διαπιστευτήρια» τους όχι μόνο μέσω των κάκιστων εγχώριων επιλογών αλλά κυρίως των άθλιων μεταφράσεων (αυτά βέβαια θα τα πούμε σε άλλο άρθρο). Όποτε για ποια φήμη μιλάμε όταν τα τελευταία αξιοπρεπή στέγαστρα βρίσκονται στην Άγρα, τον Εξάντα ή την Εστία (που επίσης στο ζήτημα της μετάφρασης δεν μας τα λέει και πολύ καλά τον τελευταίο καιρό)…

Εν κατακλείδι η επιλογή της αυτοέκδοσης δεν εξασφαλίζει απλά σε έναν νέο και φέρελπι συγγραφέα την αξιοπρέπεια του, αλλά πολύ περισσότερο στέλνει και ένα ηχηρό μήνυμα αμφισβήτησης προς πάσα πλευρά και κυρίως αρνείται να νομιμοποιήσει την αποσύνθεση ενός σάπιου εκδοτικού συστήματος. Και αν όλα αυτά δε σου φτάνουν, σκέψου μόνο ότι η δουλειά σου δεν θα επιβραβευτεί μόνο με ηθικούς όρους αλλά και οικονομικούς…

Αυτοέκδοση, όχι εκδότες

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου