Δυο μεγαλειότητες,

Του ζητιάνου και

Του ουρανού

 

 

Τον παιδικό μου φίλο τον έλεγαν Αρτασέρσε. Ακριβώς, όπως το ακούτε ή μάλλον καλύτερα το διαβάζετε. Πού ακούστηκε, παιδί πράγμα να τον φωνάζουν Αρτασέρσε. Σε ανάμνηση του βασιλιά Αρταξέρξη που συνετρίβη υπακούοντας στην ολέθρια μοίρα μιας δυναστείας. Έτσι λένε πως απέκτησε το όνομά του, περισσότερα κανείς δεν γνωρίζει.

 Ως φίλος στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και θα ήταν ψέμα αν σας έλεγα πως αμφότεροι και οι δυο μας λείπαμε από τις μεγάλες στιγμές του άλλου. Στην περίπτωσή του καμιά μικρή ή μεγάλη προδοσία δεν διαπράχθηκε. Αποφοιτήσεις, θάνατοι, έρωτες, γιορτές, αχανείς Κυριακές στα μπιλιάρδα της οδού Ασίς , παράξενα πονταρίσματα, ζωή στράφι. Χωριστήκαμε ένα διάστημα, κατά την διάρκεια της στράτευσής μας. Εκείνος στελέχωσε ως δόκιμος το πολεμικό μας ναυτικό και εγώ παρέμεινα ένας πικρός και άσημος οδηγός του ουλαμού φορτηγών και ημιαυτόματων τζιπ. Εν καιρώ ειρήνης, συνεχίσαμε να συναντιόμαστε στο καφέ της πλατείας των Δημάρχων. Εκείνος συνήθως καθυστερούσε, άμα έφθανε το πρόσωπό του κρατιόταν μακριά. Μα θες γιατί σπάνια μιλούσε, θες από την διάθεσή μου να σχολιάσω τα δεκαπεντάχρονα άστρα που μιλούν σαν πουλιά όλα μαζί έξω από την λαϊκή τζελατερία, ποιος ξέρει τι λένε και αν κάποιον αγαπούν και τι γεύση να έχουν τα χείλη των. Ο Αρτασέρσε παρέμενε πνιγμένος στην δική του αγωνία, σαν να λέμε κλεινόταν πίσω από την πόρτα του μικρού του διαμερίσματος  και όσο και αν φώναζε η μητέρα, υπήρχε το μυστικό παράθυρο και ο φίλος μου χανόταν ως πάνω στον λόφο. Με ένα μόνο πέταγμα.

Οι πολιτικές μεταβολές μονοπώλησαν το ενδιαφέρον μας. Εκείνος πολιτογραφημένος προοδευτικός μα κάπως αναιμικός, απείχε συγκρατημένα από τις περιττές οξύνσεις. Και κάπως έτσι θα μπορούσε να πει κανείς πως οι ζωές μας γλίτωσαν τα χαρακώματα.

 Μια από εκείνες τις λευκές και αχρείαστες μέρες, ένας κοινός γνωστός του οποίου την ανωνυμία επιβάλλουν οι καλοί τρόποι, με πληροφόρησε για κάτι φριχτό. Είχε ο ίδιος, λέει, δει, με τα ίδια του τα μάτια τον Αρτασέρσε να χάνει όλο του το βιος στην Αίθουσα Πτωχεύσεων.

Τα αρπακτικά, ξέρετε κύριε, συντρίβουν τους αδύναμους. Και ο φίλος σας, η στιγμή κύριε, τον βρήκε αδύναμο, απροστάτευτο. Αν είχε προβεί σε κάποιες ενέργειες νωρίτερα, αν είχε ζητήσει βοήθεια, ποτέ με το αζημίωτο, μην θαρρείτε, μα, είμαστε άνθρωποι και το κυριότερο, κύριε. Μια συμπαγής και αυτόνομη, τάξη κοινωνική.

Όλα τα έχασε ο Αρτασέρσε. Το σπίτι με το παρεκκλήσι επάνω στην στροφή του δρόμου, το γρήγορο αυτοκίνητό του που ξεσήκωνε την λεωφόρο του Ελευθερωτή, το μικρό περιβόλι με τις δαμασκηνιές, τις φτέρες, τις πορτοκαλιές που ανεμίζουν, τις λέξεις που μεταφράζονται σε κελάρισμα και σκιά. Όλα τα έχασε ο Αρτασέρσε, ξέρετε κύριε, τα αρπακτικά δεν συγχωρούν, δεν νοιάζονται. Σε όλες τις εποχές, κύριε. Μην μας καταδικάζετε, είμεθα περίλυποι, ως θάνατοι, όμως έτσι το θέλει η εμπειρία και οι νόμοι της μισθωτής εργασίας, οι νόμοι των αρπακτικών, κύριε, εμείς θα υπακούσουμε, κύριε.

Τα άλλα μου φάνηκαν φιοριτούρες, ψεύτικες διακοσμήσεις. Καμιά φορά, βλέπετε,  η Αριάδνη γοητεύεται από τα τεχνάσματα του ήλιου και αφήνει την θέση της. Πετά τον μίτο της στον άνεμο, εκείνος παραδίνεται, σε λίγο, κουβάρι ο καιρός πίσω δεν ξεχωρίζει. Αν πιστέψεις, θα χαθείς.

Γρήγορα, φώναξα στον οδηγό που μάλλον τρόμαξε και για μια στιγμή έκανε να βγει από το αμάξι του. Μα σαν να αισθάνθηκε την αγωνία μου, δεν ρώτησε περισσότερα.

Η πόλη ποτέ δεν γερνά, οι άνθρωποι κύριε. Τόσες αναπαλαιώσεις, κύριε. Για ποιον σκοπό, με τι υλικά, πότε θα τελειώσουν, την τιμή τους κύριε, δεν πληροφορηθήκαμε τίποτε. Έντυσαν την πόλη με δίχτυα, θαρρείς πως από μέσα της θα βγάλουν το μεγάλο ψάρι που το κυβερνά μέσα από την κοιλιά του κήτους ένας Ιωνάθαν αιώνας. Κοιτάξτε κύριε πώς χορεύουν τα σπίτια, πίσω από το πέπλο τους. Εδώ ξοδεύτηκαν τα απατηλά, καθώς λένε οι ποιητές χρόνια, κύριε. Στρίβω εδώ, κύριε; Είστε καλά κύριε; Το φετινό φθινόπωρο είναι αρρώστια.

Ανέβηκα την μαρμάρινη σκάλα. Το διαμέρισμα του Αρτασέρσε που τόσες φορές με φιλοξένησε έπειτα από τα πιο γερά μεθύσια μου, βρίσκεται στην άκρη του διαδρόμου.  Χτύπησα, χτύπησα ώσπου μάτωσαν τα χέρια μου. Κανά δυο φιλήσυχοι κύριοι, ένας μαστροπός και η κυρία Ντι, όπως μου συστήθηκε ζήτησαν τον λόγο. Αφού εξηγήθηκα ένιωσαν την αγωνία μου  και καλμάρισαν κάπως. Ωστόσο ο μαστροπός μου κόστισε το ολόχρυσο ρολόι και ήταν εκείνος που μου αποκάλυψε το ναυάγιο του αδελφικού μου φίλου.

Ο Αρτασέρσε είναι καλό παιδί. Μα λίγο άτυχο και κάπως αφελής. Του άρεσαν τόσο πολύ τα κορίτσια, έδινε και την ψυχή του για εκείνες. Όμως, εμπιστευτικά σας το λέω, κάποιες από αυτές σημαίνουν κίνδυνος. Φαίνεστε καλός και άνθρωπος που έχει τον τρόπο του, σταθείτε πλάι του. Μπορεί με λίγο κόπο να βγει από την δύσκολη θέση, πείτε του.

Ο θυρωρός που μετά βίας είχα διακρίνει στην αρχή καθώς έσπαγα τις γραμμές αμύνης εκείνης της μαρμάρινης σκάλας φάνηκε στο βάθος του διαδρόμου. Ερχόταν μαζί με τον ήχο των κλειδιών, βαδίζοντας αποφασιστικά, βρίζοντας για τις λάμπες που τρέμουν παλεύοντας για τις ζωές τους. Ο θυρωρός ανοίγει το διαμέρισμα, οι άλλοι κάνουν πίσω. Και εγώ μπαίνω κλείνοντας την πόρτα πίσω μου. Πατώ ελαφριά, πάω κατά εκεί που ουρλιάζει το ραδιόφωνο. Μια σκιά περνά στο βάθος της κουζίνας, μου γνέφει και ακολουθώ. Τώρα το διαμέρισμα διαθέτει μια βαθιά σκάλα που οδηγεί σε μια τρυφερή και ασύλητη νύχτα. Ο ουρανός είναι ωραίος και αίθριος, τα αστέρια, η σελήνη που τραγουδά την πικρή της πλάνη. Άμα πονά πολύ, κρύβεται σε μια έλλειψη δίχως παρηγοριά και εξήγηση, τι ζωή και αυτή πατέρα. Αρτασέρσε που θα πει, όλο το σπίτι να μυρίζει ρωμαϊκή συντριβή, η Σάρον μόνη, δίχως τους εραστές της, δίχως τα όπλα της στο βάθος ενός θεάτρου.

Δεκαπέντε χρόνια τώρα παλεύω με εκείνα τα μάτια του. Εξογκωμένα, με ακίνητα δάκρυα και βλέφαρα που έγιναν πια πεταλούδες και χάθηκαν. Στάθηκα και τον κοίταζα που διέγραφε μια απαλή τροχιά εκκρεμούς. Κομψοί λαιμοί, ντυμένοι τσόχα και ακριβό βελούδο, λέξεις και μυστικά κλειδωμένα στο στόμα. Φιλημένα χρόνια, μανδραγόρες κάτω  από τον ίσκιο της κουρασμένης ψυχής.  Ήταν ντυμένος με το μαύρο του κοστούμι και το πολύχρωμο γιλέκο. Το μονόκλ που του προσέδιδε κύρος κρεμόταν πλάι του κοιτώντας, ποιος ξέρει τι αθροίσματα, τι κήπους.

Ελάτε κύριε Αρτασέρσε, δείξτε μας πως φτιάχνει κανείς με χρώματα ένα ολοζώντανο στάχυ, δείξτε μας τα γινωμένα καλοκαίρια. Τότε που σε είχαν για θεό στην γειτονιά. Δεκαπέντε χρόνια Αρτασέρσε, καλέ μου φίλε που πέρασαν. Έφυγα από το κτίριο δίχως να κοιτάξω πίσω. Ο διαχειριστής ούρλιαξε και έτσι γράφτηκε το τέλος του φίλου που όσο και αν το νομίζει κανείς, υπήρξε επίμονος με την ζωή, κυνηγώντας τους μικρούς και τους μεγάλους θανάτους με εφηβική ορμή, με έξη και θερμή αφοσίωση.

Τώρα, καταλαβαίνετε την αιτία της επιλογής;  Το πώς και το γιατί της επωνυμίας αυτού εδώ του δρόμου, συνοψίζεται σε όσα σας είπα. Γνωρίζω πως κατά βάθος φαντάζει ένα πορτογαλικό δράμα, δευτέρας ποιότητας. Ωστόσο, θέλετε το όνομα, ή τα μυστικά που πήρε μαζί του ετούτος ο φτωχός των ερειπίων, βρίσκω ακόμη την βιογραφία του κάπως γοητευτική. Μα τώρα πια ο πόνος για τον καλό μου φίλο που χάθηκε έτσι μόνος και θορυβημένος, με την ζωή του την δίχως μοιρασιά, κάπως πλαταίνει. Γεννήθηκε στενή όχθη και απέραστη μα κάπως ανακάλυψε μονάχη της τον δρόμο του νερού και ανοίχτηκε στον πόνο. Αρτασέρσε, ωραίο το όνομα, δεν νομίζετε; Κανείς δεν ξέρει από το δημοτικό συμβούλιο την πικρή και νοσταλγική ιστορία μου. Και η σημασία του ονόματος φαντάζει ιστορική, προδίδοντας κύρος σε αυτό το καρναβάλι. Εσείς όμως τώρα όποτε περνάτε θα θυμάστε λιγάκι τον καλό μου φίλο Αρτασέρσε. Που καταγόταν από βασιλική γενιά και τώρα ταξιδεύει με τις περσίδες.

Αρτασέρσε

του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo