Κοίταξε σκεφτικός το ημερολόγιο. 11η  Ιουλίου του σωτηρίου έτους 2011. Σήμερα κλείνουν δυο χρόνια από τον τερματισμό της σχέσης τους. Πίσω στο καλοκαίρι του 2009. Μια ζεστή βραδιά είπαν τηλεφωνικώς το «χωρίζουμε». Δεν ήταν ότι καλύτερο να σβήσει με εκείνο τον τρόπο η στα όρια του μεγαλειώδους –όσο πομπώδες κι ακουγόταν αυτό– σχέση. Αλλά… Πολλές φορές τα πράγματα δεν έρχονται όπως τα σχεδιάζουμε. Σε μια έκρηξη ζήλιας της είπε: «Δεν μπορώ να ανεχτώ το γεγονός ότι βγαίνεις με τον φίλο σου τον Άγγελο, που στο μεταξύ δεν μου τον έχεις γνωρίζει ποτέ, ενώ είμαστε ζευγάρι». Και εκείνη απάντησε με στριγκή φωνή: «Δεν έχω προσωπική ζωή; Και στην τελική για ποιον λόγο να σου γνωρίσω τον Άγγελο;» «Μα για να δω ποιος είναι» αποκρίθηκε ο Αλέξης. «Δεν έχεις καμία δουλειά να γνωρίσεις τους φίλους μου. Το κάνεις επειδή δεν μου έχεις εμπιστοσύνη» πέρασε στην αντεπίθεση η Αναστασία και ύψωσε μια οκτάβα την φωνή της. «Ίσως» απάντησε ξεφυσώντας πάνω στο ακουστικό, νιώθοντας να ξεμένει από ανάσα. «Αν δεν μου έχεις εμπιστοσύνη δεν μπορεί να προχωρήσει η σχέση μας» είπε απειλητικά –ή τουλάχιστον έτσι το εξέλαβε ο Αλέξης– η Αναστασία. «Σ’ αγαπάω, αλλά με προβληματίζει αυτή η συμπεριφορά σου» ψέλλισε με γενναίες δόσεις απολογητικής διάθεσης ο Αλέξης. Ήθελε να μαζέψει την κατάσταση, πριν ξεχειλώσει, σαν παλιό λάστιχο σε φθαρμένο, γαριασμένο, υπόλευκο κακής ποιότητας σώβρακο. Φοβόταν, φοβόταν, φοβόταν. Φοβόταν μην την χάσει. Αυτός που ξεκίνησε τη σχέση σαν πείραμα, σαν γιατρικό για τις χαίνουσες αιμάζουσες πληγές που του είχε αφήσει η προηγούμενη γυναίκα της ζωής του. «Σου λέω δεν προχωράει» μουρμούρισε η Αναστασία. «Μα εγώ θέλω να σε κάνω γυναίκα μου» είπε ο Αλέξης και ένιωσε να σφίγγεται η καρδιά του. «Με τέτοια συμπεριφορά, δεν το νομίζω» έκανε η Αναστασία. «Τι εννοείς;» ρώτησε νιώθοντας σφαιρίδια αέρα να φράζουν το λαρύγγι του. Συννέφιασε το πρόσωπό του. «Αφού βλέπεις που πάει» απάντησε σκληρά. «Κατάλαβα» ψιθύρισε και άφησε ένα μικρό αναστεναγμό, προϊόν συνειδητοποίησης των στιγμών. «Το πρωί έλα να πάρεις τα πράγματά σου από το σπίτι» του είπε και έκλεισε το τηλέφωνο. Εκείνος δεν πήγε ποτέ. Τα άφησε όπως άφησε τον εαυτό του να κατρακυλήσει τα δύο τελευταία χρόνια. Δεν είχε όρεξη να δοκιμάσει τίποτα το καινούριο, είχε κλείσει τις πόρτες και του σπιτιού του και της καρδιάς του σε φίλους και γνωστούς, η μόνη του παρέα ο «Γιάννης ο περιπατητής» σ’ ένα εκρηκτικό κοκτέιλ σκέψεων και ενοχών. Όχι δεν ήταν η Αναστασία που έφταιγε για όλα αυτά. «Εγώ φταίω» έλεγε κάθε πρωί μπροστά στον καθρέφτη και έβλεπε το είδωλο του να κάνει μια καταφατική γκριμάτσα. Φίλτραρε στο μυαλό του, καλύτερα και από διαφημιζόμενο φίλτρο νερού, όλες τις στιγμές, όλες τις μέρες και τις νύχτες που ήταν μαζί, όλες τις εκδρομές και τις βόλτες που είχαν πάει και κατέληγε λίγο πριν περάσει την πόρτα του γραφείου του –εκεί που έδινε όλο του το είναι εργαζόμενος σκληρά ώστε να μην πονάει η καρδιά του–ε στο ίδιο συμπέρασμα. Ήταν όλα δική του υπαιτιότητα.

Μια μέρα λίγο πριν φύγει από τη δουλειά, μπήκε κατά λάθος σε μια ιστοσελίδα με γυμνά κορίτσια. Δευτερόλεπτα μετά σκέφτηκε να το κλείσει, αλλά η θέα των γυμνών κορμιών δεν τον άφηνε, τον μαγνήτιζε, τον έλκυε όπως ελκύει το αίμα τον καρχαρία. Μόνο όταν είδε με την άκρη του ματιού του τον προϊστάμενο του τμήματος να έρχεται φορτωμένος με φακέλους κατάφερε να απαγκιστρώσει το βλέμμα και το ενδιαφέρον του από την οθόνη.

Το ίδιο απόγευμα μπήκε ξανά· από τον υπολογιστή του σπιτιού του αυτή τη φορά. Ήταν αλήθεια πως έβρισκε μια κάποια σχετική ευχαρίστηση, όχι όμως με τη σαρκική έννοια του όρου, αλλά με την ψυχική, κάτι σαν παρηγοριά. Αυτά τα γυμνά κορίτσια τού υπενθύμιζαν ότι ο κόσμος εκεί έξω συνέχιζε να γυρίζει, ότι παντού υπήρχαν ωραία κορίτσια τα οποία μπορούσε να τα ερωτευτεί και να προχωρήσουν μαζί· κι όπου έβγαινε, αν έβγαινε. Η ζωή δεν μπορούσε να τελειώσει σε μία άρνηση ή καλύτερα στη μέρα του χωρισμού του με την Αναστασία.

Οι μέρες τσούλαγαν πιο ευχάριστα, σαν την αίσθηση που σου δίνει μια καινούρια «ρόδα» και ο Αλέξης έβλεπε πιο καθαρά. Είχε μπει στη διαδικασία της λήθης. Συνέχιζε να επισκέπτεται τη συγκεκριμένη ιστοσελίδα, ώσπου τα μάτια του είδαν αυτό που δεν θα μπορούσε να φανταστεί ποτέ. Η Αναστασία γυμνή πιάνοντας με το μεσαίο δάκτυλο του δεξιού της χεριού το σημείο που βρισκόταν η κλειτορίδα της. Στην αρχή έτριψε τα μάτια του, νόμιζε ότι η πολύωρη παραμονή στην οθόνη υπολογιστή του του  δημιουργούσε ψηφιακές παραισθήσεις. Ευχόταν να ήταν αποκύημα της φαντασίας του. Στιγμές μετά, ζαλισμένος, σηκώθηκε από την καρέκλα και πήγε στο μπάνιο. Άνοιξε το ντουλάπι που βρισκόταν δίπλα στον νιπτήρα και πήρε από εκεί ένα κολλύριο. Έσταξε δύο σταγόνες σε κάθε μάτι. Πήγε πάλι πίσω με καρφωμένη την ελπίδα ότι όλα ήταν ένα παιχνίδι μια χημική αντίδραση του εγκεφάλου. Δεν ήταν όμως. Η ειδή της Αναστασίας εξακολουθούσε να βρίσκεται στην οθόνη. Να τον κοιτάζει με βλέμμα χαμένο στην ηδονή.

Εκτύπωσε την φωτογραφία στον υπολογιστή. Πήρε από το ράφι το άλμπουμ της κοινής ζωής τους. Εκεί είχαν αποτυπωθεί όλες οι στιγμές τους. Η επίμαχη φωτογραφία μαζί με το άλμπουμ ρίχτηκαν στο τζάκι. Ένα μπουκάλι οινόπνευμα κι ο αναπτήρας ήταν αρκετά για να ανάψει η φωτιά. Πέταξε μέσα στην εστία όλα τα δώρα που του είχε κάνει στο παρελθόν. Παρανάλωμα του πυρός: Αυτή ήταν η έκφραση. Σε λίγα λεπτά όλα τα υλικά μέσα της διατήρησης των αναμνήσεων είχαν γίνει στάχτη. Με ένα μαγικό τρόπο έσβησε καθετί από τον σκληρό δίσκο του μυαλού του. Η Αναστασία ανήκε πλέον στο παρελθόν.

Ντύθηκε με ό,τι καλύτερο είχε στις ντουλάπες του. Σήκωσε το ακουστικό και πήρε τηλέφωνο έναν φίλο παιδικό· είχε χρόνια να τον ακούσει και να τον δει. Είχε έρθει η ώρα για να πιει ένα ποτό στο μπαρ της απελευθέρωσης.

Απογοήτευση του ερωτευμένου

του Άγγελου Χαριάτη

© 2019 by Achilleas and Camilo