© 2019 by Achilleas and Camilo

Ο τόπος, η μικρή μας οικουμένη, γέμισε ποιητές και συγγραφείς. Γεννά κάθε μέρα πάμπολλες ποιητικές φωνές. Δεν ξέρουμε τι να τις κάνουμε. Όλες πρέπει να ακουστούν. Και ναι ακούγονται : σε τρένα, σταθμούς, λεωφορεία, τρόλεϊ, βουλεβάρτα, σελίδες , υποσέλιδα , ραδιόφωνα και ψηφίδες. 

Και όσο προχωρά ο καιρός και η κρίση απαλύνεται (γλυκερό ρήμα)  και φεύγουν τα μνημόνια, όλο και περισσότεροι θα μπαίνουν στις φωτεινές αλέες και στις σκοτεινές στοές της λογοτεχνίας, για να τις φωτίσουν με τη γραφή και τη δημιουργία (πολυδιαφημισμένες κοινοτοπίες που τώρα έγιναν και λυχνάρια). Μα σηκώνει  τόσες λέξεις ο τόπος κι ο κόσμος (της Ελλάδας όχι της παγκοσμιότητας),τόση ονοματολογία και τόση πνευματική παράγωγη ; Ρητορικό είναι το ερώτημα, κακώς μπήκε το ερωτηματικό.

Κοντεύουμε να γίνουμε έθνος ποιητών (αν δεν έχουμε ήδη γίνει). Θα πει όμως κάποιος διευθυντής ιδιωτικών εκπαιδευτήριων: όλα τα πνευματικά πράγματα ετούτου του τόπου ξεκινούν από τον Όμηρο και  συνεχίζονται έως τις μέρες μας. Αυτό δεν γίνεται να αλλάξει, θα διευρύνεται, ανάλογα βέβαια και τη δίψα του κοινού για ψωμί και (υψηλή) λογοτεχνία. Να το και το νέο (πολιτικά και λογοτεχνικά) ορθό σύνθημα. Τύφλα να ‘χει ο Μάης  του ‘68. Χειροκροτήστε παρακαλώ.

Και η πρόζα καλά κρατεί. Και να οι μυθιστοριογράφοι, οι διηγηματογράφοι, οι δοκιμιογράφοι, οι πλαστογράφοι (λανθασμένη λέξη,  έχει την αξία της και η λογοκλοπή), οι ερωτικογράφοι, οι οικουμενογράφοι, οι πολυγράφοι και τελευταίοι οι δημοσιογράφοι  (αναδεικνύουν τα έργα και τα ταλέντα με το αζημίωτο βέβαια). Αλλά εκείνα που γεννά αυτή η λογοτεχνική άνθιση,  είναι δύο τινά : εκδόσεις και  κριτικούς.  Οι κριτικοί πορεύονται αγκαλιασμένοι με τους καταξιωμένους ποιητές και συγγραφείς  (μόνο που δεν δακρύζουν από πνευματική ευτυχία). Ωραία εικόνα, αγγελικά φτιαγμένη.

Βέβαια, όλα τα καλλιτεχνικά γεγονότα (η εκδιδομένη λογοτεχνία είναι μεγάλο καλλιτεχνικό γεγονός)  έχουν έναν κοινό στόχο, πέρα από την τέρψη του κοινού (το «ψυχικό τέρπειν», το επικαλούνται όλοι οι εμπλεκόμενοι), που δεν είναι άλλος από το χρήμα. Κοινότοπη παρατήρηση, αλλά σεβαστή  από την εποχή της «έκδοσης»  του Άσματος των Ασμάτων. Το νέο σύνθημα είναι: η λογοτεχνία γεννά εκδόσεις και εκδότες (ρολάκια και ψώνια) και  τίποτ’ άλλο.

Εμφανίζονται όλο και περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι, με ωραία ονόματα, ευφάνταστα και εξόχως κουλτουριάρικα: γράμματα της αλφαβήτου, λατινικά ρητά, ονόματα παλαιών ιδρυτών από το 1821 και εξής, δηλητήρια και ελιξίρια, επαναστατικές μπροσούρες, τρωκτικά, γυρίνοι και άλλα είδη του ζωικού βασιλείου, αφηρημένες έννοιες που αλλάξαν τον κόσμο, πιασάρικα λογότυπα, μαθηματικά μεγέθη, γεωγραφικές ανακαλύψεις άστρα και πλανήτες. Όλα προς άγραν πελάτων, που απ’ ό,τι φαίνεται αυξάνονται καθημερινά και θα αυξάνονται και στο μέλλον. Με δυο τρεις χιλιάδες ευρώ γίνεσαι γνωστός τοις πάσι.

Στέρεψαν τα υπόλοιπα πεδία της δόξας και της φήμης. Πάει το τραγούδι το σακάτεψε το ιντερνέτ, πάει ο αθλητισμός, έγινε ένα κλειστό κύκλωμα, η τηλεόραση μπούχτισε και δεν τραβάει, οι τηλεπερσόνες είναι  μετρημένες στα δάχτυλα, ο Λάνθιμος δημιουργεί εκτός χώρας και χώρου, και τα θεατρικά σανίδια τα ‘φαγε η μιζέρια, μαζί με τ’ άλλα θεατρικά σχέδια. Οι ηθοποιοί (οι ταλαντούχοι) το ρίξανε και αυτοί στη γραφή. Σίγουρο μέσο για φήμη και στοιχίζει και σαφώς λιγότερα. Ετούτο δεν είναι λίγο, μα πολύ στις συνθήκες που βρισκόμαστε.

Υπάρχουν φυσικά και τα μεγάλα ονόματα που δεν χρειάζεται να χρηματοδοτούν τις εκδόσεις τους. Με το που παρουσιάζουν το χειρόγραφο στον εκδότη, αυτός αμέσως ανακαλύπτει ακόμα ένα αριστούργημα και δίνει εντολή για  εκτύπωση (πολύτιμη παρακαταθήκη για τον λαό) . Οι υπόλοιποι τρισχίλιοι  και παραπάνω, ας βάλουν οι ίδιοι τα χεράκια στην  τσέπη τους. Τους εκδότες δεν τους ενδιαφέρει -κακά τα ψέματα- τι γράφεις, αλλά ποιος το γράφει. Και πάνω από όλα,  είναι  η διαπίστωση και το σχέδιο : τι θα πουλήσουν και τι θα κερδίσουν. Χιλιάδες λοιπόν, ποιητές και ποιήτριες, συν τους συγγράφεις, ρίχνονται στη μάχη του καλοτάξιδου βιβλίου (τη κοινότοπη -  γελοία λέξη). Παρακαλούν τους καταξιωμένους θεούς και δαίμονες να τους ελεήσουν, γλείφουν τα τρυφερά ποδαράκια τους (των θεών, όχι των δαιμόνων), μήπως και γράψουν δυο, τρία λογάκια σε ιστολόγια, εφημερίδες και περιοδικά (ηλεκτρονικά  και μη), και ανοίξουν τις πύλες του παραδείσου, έστω για λίγο.

Όλοι όσοι ανήκουν στις αστικές παρέες της πρωτεύουσας και των μεγάλων πόλεων και έχουν κατάταξη -νεφελώδη ή φανερή- στους ευώνυμους και τους βιβλικούς κύκλους, παρουσιάζονται από τα Μέσα (γενικώς και κυριολεκτικώς), ως οι λογοτέχνες της εποχής και της μεταεποχής. Τα δημιουργήματά τους μπαίνουν στις λίστες των ωραίων, των ευπώλητων, των ψαγμένων, των δυνατών βιβλίων. Προς ενίσχυση του φιλοθεάμονος κοινού, έρχονται και οι κριτικοί της λογοτεχνίας. Εδώ να δεις επιτυχίες. Γέμισε η χώρα. Πρέπει να πέφτουν πολλοί οβολοί με τη σελίδα, το μονόστηλο ή το πολύστηλο. Η  παρουσία του κριτικού  έχει και μια υφολογία, ένα ύφος : βαμμένο μαλλί, ταγάρι στον ώμο (όχι γραβάτα), προτιμώνται τα φουλάρια και τα κασκόλ,  και εμπρός Μπένγιαμιν κάνε στην άκρη.

Τρομάζεις με το μέγεθος της παραγόμενης ποίησης (και της πρόζας). Τι λέξεις, τι σχήματα, τι λακανισμοί, τι καρυωτακισμοί, τι σουρεαλισμοί, τι λυρισμοί, τι ρεαλισμοί (ω, ξεχωριστό βίωμα του ποιητού πόσο μοναδικό είσαι), τι τσαρλατανισμοί και ένα σωρό – ισμοί, μεγέθη που αν είναι έτσι (αν έτσι νομίζουν οι κριτικοί, είναι ), ο κόσμος θα αλλάξει αποκλειστικά  από τους Έλληνες λογοτέχνες. Ούτε οι ίδιοι οι κριτικοί (ακαδημιών, σχολών, διαδικτύου και τύπου) δεν καταλαβαίνουν τι γράφουν, κι αν αυτά που γράφουν αφορούν τον κόσμο (θα μου πεις κάτι τέτοια δεν αφορούν τον κόσμο, ποτέ). Όλα αυτά τα έργα που κρίνουν θετικά και θετικότατα (τα έργα των παριών και των μειρακίων δεν τους απασχολούν, εκτός κι αν δώσουν «μεγαλοαστικά διαπιστευτήρια» και υποσχέσεις για παρενδυσίες), είναι εκατοντάδες. Επιβεβαιώνουν αυτομάτως το σύνθημα: είμαστε έθνος λογοτεχνών. Μιλάμε για επανάσταση στη λογοτεχνία. Μια μετανεωτερική λογοτεχνία  που  αλλάζει την εικόνα του κόσμου και του λόγου (προς το καλύτερο και το μοντέρνο). Νέοι Οδυσσείς του Τζόυς, κοιμούνται, γράφουν και συγγράφουν, κάτω από τον ελληνικό ουρανό.

Το ερώτημα είναι πόσα παίρνουν οι δουλευταράδες κριτικοί, δηλαδή πόσα πληρώνονται το κομμάτι (λίγο χυδαίο, αλλά έτσι είναι). Σε ποιον κομματικό χώρο ανήκουν (ένας είναι ο πολιτικός χώρος της καλλιέργειας, δεν υφίσταται άλλος), από ποιον εκδοτικό οίκο  μισθοδοτούνται και ποια εφημερίδα κοινωνούν και επικοινωνούν (εννοείται για το καλό των μαζών και των αφεντικών). Αλλά όλα αυτά είναι απαραίτητα για την κίνηση της μικρής μας οικουμένης. Αφορούν και τις προσωπικές κι απρόσωπες ξενηλασίες από το περιβόλι της λογοτεχνίας.

Ακολουθεί η επίσημη πολιτεία. Πρέπει να προωθήσει τα δικά της παιδιά και όχι τους ακαλλιέργητους και τους εναπομείναντες κρυφοσταλινικούς. Βραβεύονται έργα με πνεύμα και ηθική. Διαβαίνουν  εκεί μέσα : ποτά, ξενύχτια, υπογάστρια, πυγολαμπίδες και εστιατόρια, σκέψεις και όνειρα που κάνουν τα κοριτσάκια  όταν λείπει ο τακτοποιημένος εραστής, δέντρα που πεθαίνουν όρθια γιατί δεν ξέρουν τι να κάνουν τον χειμώνα, αστροναύτες που αυτοκτονούν από πλήξη, ζώα που δακρύζουν γιατί τα χτύπησε ο θηριοδαμαστής (η ζωοφιλία είναι απαραίτητη και δίνεται σε μεγάλες δόσεις), μίμηση και απομίμηση του Καρόλου, όχι του Μποντλέρ, του άλλου του μουσάτου, του Μπουκόφσκι (νικιέται το υπογάστριο, ποτέ,  είναι βίωμα που περιγράφεται παλαιόθεν), μοναξιές πριν την επανάσταση και ανία μετά την επανάσταση  (ποια επανάσταση ; μα την προσωπική διάβολε, ποια άλλη), φόνοι της πλέμπας και των συμπλεγμάτων, για να υπάρξει κάθαρση και η πολιτεία να απαλλαγεί από τους λαϊκισμούς  και τα στερεότυπα (αιώνων).

Πάλι καλά που οι γόνοι των αστικών  νοικοκυριών το ρίξανε στην ποίηση και στην πρόζα και δεν «αναγέννησαν» καμία επαναστατική ομάδα να μοιράζει προκηρύξεις και μετά να ανεβάζει τον ακτιβισμό  στα μίντια. Ούτως ή άλλως, τα «κίτρινα γιλέκα» εμπνέουν τη νέα και την παλιά γενιά λογοτεχνών. Πετάγονται πολλοί και από τις δύο ομάδες (γενιές ήθελα να γράψω, αλλά δεν πειράζει) στην Εσπέρια (τακτικά) για να ενδυναμώσουν -  μεταπολιτικά και εναλλακτικά- τη σκέψη και τον στοχασμό τους. Και παρεμπιπτόντως κάνουν  και τα ψώνια τους.

Ο νέος λογοτεχνικός κόσμος ανοίγει δρόμους, ιδιαίτερα αν έχεις ζήσει (ποικιλοτρόπως) στο εξωτερικό (ας είναι καλά η πατρική περιουσία), όχι στις στοές των ορυχείων και τα εστιατόρια του Μονάχου,  αλλά στις γενικές βιβλιοθήκες και τα κουλτουριάρικα μπιστρό. Εξασφαλίζεις ανώτερη θέση στο ελληνικό δημόσιο (για το παντεσπάνι φτάνει ο κρατικός κορβανάς) και φήμη (για το έργο σου). Ελάφια, έντομα, θάλασσες, παράλιες, ούζα, τσίπουρα, ψαρικά, τρίχες,  βαμμένα νύχια και μύχια, λεωφορεία, τρόλεϊ, οχεύσεις πετυχημένες και λιγότερο πετυχημένες (οι περισσότερες), δυστοπίες, δυστροπίες, (τρέμε Κάφκα), βιωματικές ατάκες στις πόλεις, δικτατορίες και χωροφύλακες (η επαναστατικότητα δεν κρύβεται),  κυριαρχούν και προκαλούν αγαλλίαση σε κοινό, εκδότες και κρατικές- κριτικές  επιτροπές.

Και  όλη η ομήγυρη αναλαμβάνει δράσεις. Στέκεται κυριολεκτικά απέναντι σε κάθε μη διαφωτιστικό στερεότυπο που γέννα η φτωχοποιημένη κοινωνία. Αυτήν την κοινωνία η ομήγυρη τη μισεί, γιατί δεν της μοιάζει, θέλει όμως τα όβολά της (μόνο αυτά).  Από εκεί  βγάζει τα φράγκα και έρχεται και η  δόξα, την οποία την κρατά απ’  τα μαλλιά, για να μην αναφέρω άλλο μέρος του σώματος και παρεξηγηθώ από τους μετανεωτερικούς τιμητές και λογοτέχνες.

Αντιλογοτεχνικά

του Χριστόφορου Τριάντη