Ι. Ο Άνδρας

 

Πεντάρφανος, ανδρώθηκε στους δρόμους με τα κόκκινα φανάρια γύρω από την πλατεία του Αγίου Χαροκόπου, κάνοντας θελήματα. Οι πεταλούδες της νύχτας τον υπεραγαπούσαν, γιατί ήτανε και ομορφόπαιδο. Όταν τον πήραν και τον ντύσανε στο χακί, το έφερε έτσι η μοίρα κι έμαθε από έναν συνάδελφο δεκανέα, να παίζει την ασκομαντούρα. Όλοι του αναγνώρισαν το τάλαντο· τον καλούσαν και στη λέσχη αξιωματικών, να τους διασκεδάζει. Μετά που απολύθηκε, τον ερωτεύτηκε μια σιτεμένη θεατρίνα που δεν την ένοιαζε να τον μοιράζεται. Του αγόρασε, μάλιστα, και το δικό του όργανο, τον πήρε και στο μπουλούκι. Τον βάζανε μπροστάρη, όποτε έμπαιναν στα κεφαλοχώρια και με τις μελωδίες του μάζευε τον κοσμάκη. Λέγεται ότι ήταν μπόλικα τα μούλικα που είχε σπείρει, στα περάσματα του περιοδεύοντα θιάσου...

 

ΙΙ. Η Γυναίκα

 

Δεν είχε κλεισμένα τα δεκατέσσερα, μα κόχλαζε το αίμα που κυλούσε στο γινωμένο της κορμί. Μάνα δεν είχε να την ορμηνέψει, ούτε αδέρφια. Ο αφέντης της, την έβλεπε που ήταν σαν την λιονταρίνα στον οιστρικό της κύκλο, μα τι να κάνει, ο δόλιος. Όποτε του τύχαινε καμιά δουλειά, την κλειδαμπάρωνε, κυνηγώντας το γλίσχρο μεροκάματο. Ένα απόγευμα που ήταν μόνη, οι ήχοι της τσαμπούνας ενός περαστικού μπουλουκιού, την αναστάτωσαν. Σκαρφάλωσε στη συκιά, στην άκρη της αυλής κι απ’ τον ψηλό μαντρότοιχο πήδηξε στο μαχαλά, κατηφορίζοντας κατά κει που ακουγόταν το πανηγύρι. Γύρισε σπίτι, ξημερώματα. Ο γέρος την περίμενε με τη ζωστήρα στο χέρι. Την έκανε του αλατιού, μα ήτανε αργά, γιατί κάποιος μορφονιός, οργώνοντας και σπέρνοντας τη μήτρα της, την είχε ξεδιψάσει.

 

ΙΙΙ. Η Συναλλαγή

 

Καθισμένος σταυροπόδι στην ξεφτισμένη βελέντζα, στη μέση του οντά, ο γέρος ρούφαγε το ναργιλέ του, κοιτάζοντας στραβά τη μοναχοκόρη του, που έξω απ’ το χαμόσπιτο, σάρωνε την αυλή. Το πρωί τη σάπιζε στο ξύλο, το βράδυ την κανάκευε, χαϊδεύοντας τη φουσκωμένη της κοιλιά. Βουλόπλεε ανάμεσα στη ντροπή που μεγάλωνε στα σπλάχνα της και στη γλύκα του παρά. Άτιμο πράγμα το χρυσάφι· λυγίζει και τ’ ατσάλι. Όταν μια νύχτα, κρυφά, πήγε και βρήκε τη μαμμή, γυρεύοντας να του σβήσει το όνειδος με τις βελόνες της, η παμπόνηρη μπαμπόγρια, του άλλαξε τα μυαλά. Με το αζημίωτο, είχε τον τρόπο της να βγούνε όλοι κερδισμένοι, του εξήγησε. Ένα πουγκί τάλιρα άξιζε ζωντανό το μπάσταρδο κι οι άκληροι λεφτάδες, κάτω στην πολιτεία, ήταν εξασφαλισμένη πελατεία...

 

ΙV. To Λαχείο

 

Η ανοιξιάτικη θύελλα λυσσομανούσε, ξεσηκώνοντας την πλάση. Τα πυκνά, μαύρα σύννεφα, ούτε ήλιο ούτε φεγγάρι αφήνανε να φανεί, εκείνα τα τρία μερόνυχτα που η διεφθαρμένη κόρη, κοιλοπονούσε. Ο κύρης της είχε σκιαχτεί. Το κατακαίρι ήταν σημάδι θεϊκό που προμήνυε ότι θα την χάσει, κι αυτήν και το λουφέ, σκεφτόταν. Η μπάμπω πηγαινορχόταν νυχθημερόν, φροντίζοντας την ετοιμόγεννη και καθησυχάζοντας τον αναστατωμένο πατέρα. «Έχει ο Θεός», του έλεγε. «Έχει κι ο Βερζεβούλης», σκεφτότανε αυτός, μετανιωμένος που είχε συναινέσει, στη διαβολική τους συμφωνία. Ξημέρωνε η τέταρτη μέρα και μια χαραμάδα άνοιξε στον πένθιμο ουρανό. Ξεπήδησε από κει, μια ισχνή δέσμη ηλιακού φωτός. Την άλλη στιγμή, η γραία κρατούσε στο σκελετωμένο χέρι της, ένα τετράπαχο γέννημα. «Αγόρι», τσίριξαν μαζί, ενθουσιασμένοι. Θα ήταν διπλή, η αμοιβή...

Ανθρώπινα πάθη

του Αλέξανδρου Raskolnick

© 2019 by Achilleas and Camilo