© 2019 by Achilleas and Camilo

Ο Γιάννης οδηγούσε το αυτοκίνητο μηχανικά στην παρακαμπτήριο του κεντρικού δρόμου. Ήθελε να αφεθεί λίγο στις σκέψεις του πριν συναντήσει τον επόμενο πελάτη του, στην μεγάλη πόλη που δεν απείχε πιο πολύ από 30 χιλιόμετρα από εκεί που ήταν. H ελεύθερη οδήγηση και η μουσική τον χαλάρωναν πολύ. Δούλευε για δέκα περίπου χρόνια σε μια εταιρεία εμπορίας ειδών cafe και ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος, όχι ακριβώς η δουλειά των ονείρων του, αλλά τα μπόνους ήταν περισσότερο από ικανοποιητικά.

 

Μόλις είχε περάσει από την κεντρική πλατεία του χωριού και ανηφόριζε για να βγει πάλι στον μεγάλο δρόμο. Είχε ακούσει τις καμπάνες να χτυπούν χαρμόσυνα και κόσμο να πηγαίνει προς την εκκλησία, «Μάλλον τοπική γιορτή», σκέφτηκε. Όπως ανηφόριζε το δρόμο ξαφνικά το αυτοκίνητό του κοκάλωσε, «Δεν είναι δυνατόν σκέφτηκε!». Βγήκε από το αυτοκίνητο, έλυσε τη γραβάτα του και άνοιξε το καπό της μηχανής του αυτοκινήτου. Δεν φαινόνταν κάποιος καπνός, περιεργάστηκε λίγο τα καλώδια της μηχανής και έλεγξε τα λάδια του αυτοκινήτου, όλα φαίνονταν εντάξει.

 

Ξαναμπήκε στο αυτοκίνητο και προσπαθώντας να γυρίσει τη μίζα, ακούστηκε ο βρυχηθμός της μηχανής και μετά τίποτε. Προσπάθησε να ανοίξει το ραδιόφωνο του αυτοκινήτου, τίποτε.

«Μάλλον η μπαταρία φταίει, γαμώτο! «Έπρεπε να την αλλάξω πριν από το ταξίδι μου!»

Έβγαλε το κινητό του και κάλεσε στην εταιρεία. Το σήκωσε η Μαρία από τη γραμματειακή υποστήριξη. -

 

« Καλημέρα Μαρία μου, η μπαταρία του αυτοκινήτου άδειασε. Θα πρέπει να καλέσω την οδική βοήθεια και να ξαναφτιάξω τα ραντεβού μου.»

«Καλώς Γιάννη, θα ενημερώσω τον κύριο Στέλιο για το περιστατικό. Πιστεύεις θα έχεις μεγάλο πρόβλημα;»

«Όχι σε κανένα δίωρο θα είμαι στην πόλη, στο ραντεβού μου με τον κύριο Μανώλη. Θα μου φορτίσει την μπαταρία η οδική βοήθεια και θα δούμε σε ποιο συνεργείο θα μου πουν να πάω το αυτοκίνητο. Αύριο όλα θα είναι όπως συνήθως. Εδώ κοντά έχει και ένα χωριό επομένως δεν είμαι τελείως χαμένος μέσα στα βουνά της περιοχής».

«Οκ, χρειάζεσαι τίποτε άλλο;»

«Τίποτε σε χαιρετώ θα τα πούμε από κοντά από εβδομάδα που θα έχω επιστρέψει.»

 

Αφού έκλεισε το κινητό του, άνοιξε το δεξί ντουλαπάκι του αυτοκινήτου να βρει τα χαρτιά της ασφάλειας, και κάλεσε την ασφαλιστική εταιρεία για να της δώσει τα στοιχεία του. Εκεί έμαθε ότι λόγω μιας καραμπόλας που είχε συμβεί στην εθνική όλα τα ρυμουλκά που η εταιρεία είχε στην περιοχή είχαν πάει να βοηθήσουν και έτσι θα καθυστερούσαν κάποιες ώρες για να πάνε να τον βοηθήσουν.

 

«Γαμώ τη γκαντεμιά μου - φώναξε -, σήμερα όλα. Γαμώ, γαμώ. »

«Θες καμιά βοήθεια πατριώτη;»

 Ακούστηκε η φωνή ενός γεροδεμένου, μαυριδερού, πενηντάρη με έντονα ζυγωματικά.

 

«Ευχαριστώ φίλε, δεν υπάρχει πρόβλημα. Θα έρθει η οδική βοήθεια να με μεταφέρει.»

«Καλώς! Σήμερα έχουμε γιορτή, αν θες κατέβα στην πλατεία να σε κεράσουμε έναν καφέ, μην κάθεσε εδώ μόνος σου.»

«Σε ευχαριστώ πολύ, αλλά έχω να δω κάποια πράγματα, μπορεί να κατεβώ πιο μετά ».

Και με μια κίνηση χαιρέτησε τον άγνωστο. Αυτός ξανάρχισε να κατηφορίζει. Όλο αυτό τον ηρέμησε και έσπρωξε πίσω το κάθισμά του και έβαλε τα χέρια στο σβέρκο του να τεντωθεί λίγο. Ξανακάλεσε τη Μαρία για να της δώσει τη νέα ενημέρωση. Μετά τηλεφώνησε στον κύριο Στέλιο να τον ενημερώσει για την αλλαγή ώρας για το ραντεβού, δεν είχε πρόβλημα να μεταφερθεί προς το απόγευμα ευτυχώς. Και ρύθμισε το κινητό του στη μουσική που είχε αποθηκευμένη. Η ένδειξη του κινητού ήταν ευτυχώς στο γεμάτο και έτσι ήξερε πως για τις επόμενες τέσσερις ώρες θα είχε μουσική και internet. Είχε και το Powerbank του, ήταν καλυμμένος για αρκετές ώρες ακόμη. Σκεφτόταν αν θα έπρεπε να κατέβει στην πλατεία του χωριού που ήταν πίσω του, αλλά δεν είχε πολύ όρεξη.
Αυτός ο τελευταίος  καβγάς με την Τάνια τον είχε εξουθενώσει. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι ήθελε πια στη ζωή του.

 

Βγήκε πάλι έξω και μετέφερε λίγο το αυτοκίνητο στο πλάι, δεν ήθελε να είναι στη μέση. Τότε είδε μια γυναικεία μορφή, γεροντική, να ανεβαίνει το δρόμο και να τον πλησιάζει. Ήταν μια γιαγιά αρκετά καλοδιατηρημένη με μαύρα ρούχα και κατάλευκο πουκάμισο να τον πλησιάζει. Κράταγε μια σακούλα και προχωρούσε με το βάρος των χρόνων να κάνουν το βήμα της αργό αλλά σταθερό.

 

Καθώς πλησίαζε ο Γιάννης πρόσεξε τα χαρακτηριστικά της, τα χρυσά γυαλιά για τα μάτια της, τα έντονα γαλανά μάτια της, την όμορφη λευκή δαντέλα στο πουκάμισό της. Φαίνονταν λίγο ταλαιπωρημένη και είχε ιδρώσει ελαφρώς, σκέφτηκε πως ήταν καμιά γιαγιά που γυρνούσε σπίτι της.

 

«Ώρα σου καλή παιδί μου του απάντησε, τι έχεις πάθει;» του είπε με τη γλυκιά της φωνή.

«Καλημέρα κυρά, αποκρίθηκε. Το αυτοκίνητο χάλασε και πρέπει να περιμένω λίγες ώρες μέχρι να έρθει η οδική βοήθεια να το μεταφέρει και να πάρει και εμένα».

«Κρίμα παιδί μου, γενικά δε βλέπουμε πολλούς ξένους εδώ, από τότε που έφυγε ο κεντρικός δρόμος. Σήμερα γιορτάζει η εκκλησία μας, οι «Άγιοι Πάντες» και μετά την εκκλησία όλοι κάθονται στην πλατεία να πιούν τον καφέ τους. Γιορτάζω κι εγώ, με λένε Ευρυδίκη».

 

«Χρόνια πολλά σου γιαγιά, πώς και δεν είσαι κάτω σήμερα με τους υπόλοιπους χωριανούς;»

 

«Εγώ παιδί μου γυρνάω στο σπίτι μου είναι εδώ πιο πάνω και θα ετοιμάσω τραπέζι το μεσημέρι. Μπορεί να έρθει κανένας να μου ευχηθεί για τη γιορτή μου. Τα τελευταία χρόνια όμως δεν με θυμάται κανένας ».

 

«Κυρά κερνάς καφέ, αφού το σπίτι σου είναι κοντά και γιορτάζεις, να έρθω εγώ για λίγο μέχρι να έρθουν να δουν το αμάξι μου και να με πάρουν κι εμένα. Δώσε μου και την τσάντα σου αν θες», είπε ο Γιάννης αυθόρμητα

 

«Βέβαια παιδί μου! Θα σου κάνω τον καφέ όπως τον έκανα του συγχωρεμένου του κύρη μου. Πάρε και την τσάντα μου. Κανένας δεν με έχει βοηθήσει τα τελευταία τρία χρόνια σε τίποτε» .

Ο Γιάννης, παραξενεύτηκε λίγο με αυτό που άκουσε, κλείδωσε το αυτοκίνητο, φόρεσε το σακάκι του πήρε την πάνινη τσάντα της κυρα Ευρυδίκης και προχώρησαν μαζί προς την ανηφόρα. Έστριψαν δεξιά στο δρόμο και πάνω στο λόφο φάνηκε ένα πετρόχτιστο σπίτι, φαινόταν παλιό, αλλά τα παράθυρά του ήταν καλά φτιαγμένα, το μόνο με πράσινα παραθυρόφυλλα που είχε δει. Στάθηκαν για λίγο και ο Γιάννης ρώτησε,

«Δε φοβάσαι γιαγιά εδώ, ρώτησε. Σήμερα υπάρχουν πολλοί που κλέβουν τα απομονωμένα σπίτια, δεν έχεις και συντροφιά εδώ αν πάθεις τίποτε».


«Μη σκιάζεσαι παιδί μου, έμαθα εδώ πάνω, σε λίγο θα έρθει και η δική μου η ώρα, έζησα καλά, έζησα και άσκημα. Όλα όπως τα έχει γράψει ο Θεός θα γεννούν».

 

«Τι να σου πω κυρά. Εσύ ξέρεις».

Η κυρά Ευρυδίκη άνοιξε την πόρτα και μπήκαν μέσα, το σπίτι, ήταν από τα παλιά τα σπίτια με το χειμωνιάτικο και το καλοκαιρινό χώρισμα, ανέδυε ένα άρωμα κλεισούρας. Αλλά φαινόταν καθαρό και τακτοποιημένο.

 

«Δεν σου αρέσει πολύ ο ήλιος κυρά;»

 

«Μου αρέσει παιδί μου αλλά με πονούν τα μάτια μου βλέπεις. Δυστυχώς τώρα τα παντζούρια τα κλείνω, αλλά λόγω της ημέρας θα ανοίξω το πίσω που βλέπει στη ρεματιά και ο ήλιος δεν το πιάνει πολύ. Έχουμε δροσιά ευτυχώς εδώ πάνω. Θες τον καφέ σου παιδί μου, σαν του κύρη μου;»

«Όπως να ναι.»

 

«Καλά θα σου φτιάξω τότε έναν γλυκό, γιατί μου φαίνεσαι λίγο σκοτεινιασμένος, να ανοίξει η διάθεσή σου αγόρι μου. Η ζωή είναι μικρή πρέπει να τη χαιρόμαστε ».

 

«Καλά τα λες κυρά, αλλά όταν υπάρχει στη μέση αγάπη που δεν πιάνει τι γίνεται ».

 

«Κάτσε από κει στο παράθυρο να αγναστεύσεις όσο εγώ θα φτιάχνω τον καφέ σου».

 

Η κυρά Ευρυδίκη άναψε το καντήλι της και πήγε στο κουζινάκι που ήταν λίγο πιο μέσα, μετά από λίγο βγήκε με τον καφέ του Γιάννη. Ο χώρος ευωδίαζε από το άρωμα του καφέ, τα ρουθούνια του Γιάννη άνοιξαν και αισθάνθηκε ότι μεταφέρθηκε στο χωριό του και κάθονταν στη βεράντα που του έφερνε τον καφέ του η δικιά του γιαγιά.

 

 «Από πού είσαι παιδί μου;

 

«Από τα βόρεια, από ένα χωριό στην άκρη του χάρτη. Δουλεύω στην εταιρεία με τους καφέδες και πάω εδώ κοντά στη γειτονική πόλη να δω έναν μεγάλο πελάτη μας. Η μπαταρία του αμαξιού είχε πρόβλημα, αλλά τώρα χάλασε τελείως. Θα έρθει ρυμουλκό να με μεταφέρει μαζί με το αυτοκίνητο της εταιρείας. Θα πάμε στην πόλη πιο μετά».

 

«Και είσαι ευχαριστημένος από τη δουλεία σου;»

 

«Καλά είναι, δεν έχω παράπονο. Υπάρχουν πελάτες καλοί και πιο δύσκολοι, αλλά με τη δουλειά τα πάω καλά. Μέσα στην κρίση και ενώ έδιωξαν κόσμο εμένα με κράτησαν γιατί ήμουν καλός».

 

«Παντρεμένος είσαι; Έχεις παιδιά;»

 

« Δεν έχω παιδιά, ούτε είμαι παντρεμένος, μάλιστα χθες χώρισα με την κοπέλα μου».

«Δεν πειράζει παιδί μου, το μοναστήρι να ‘ναι καλά. Μου φαίνεσαι καλός κιόλας, αν δεν σε καταλαβαίνει η κοπέλα, καλύτερα που χωρίσατε, να βρεις κάποια καλύτερη. Να σε νοιάζεται και να σε αγαπά καλά».

 

«Καλά τα λες γιαγιά, αλλά πόση υπομονή να κάνω πια;»

 

«Παιδί μου συγχώρα με, δεν θέλω να σου γίνω βάρος, ούτε να σε δασκαλέψω. Ο Θεός σε αυτόν που έχει υπομονή ξέρεις τι δίνει;».


« Κι άλλη, παιδί μου κι άλλη. Μη χολοσκάς, πιες τον καφέ σου, θα σου φέρω και λουκούμι να σε κεράσω να γλυκαθείς λιγάκι. Τα λουκούμια τριαντάφυλλο είναι τα αγαπημένα μου ξέρεις. Η ζωή έχει τη γλύκα και την πίκρα της, πρέπει να προσπαθείς να χαίρεσαι την κάθε στιγμή. Μην ξεχνάς να τη χαίρεσαι τη ζωή σου γιατί είναι μικρή, παιδί μου, να σκας μόνο για τα σοβαρά πράγματα.»

 

Χάθηκε από κοντά του για λίγο και επέστρεψε με ένα δίσκο με νερό και με ένα πιατάκι του καφέ και ένα μεγάλο ζουμερό λουκούμι, με πολλή πασπαλισμένη ζάχαρη επάνω του, που φαίνονταν το από κάτω το έντονο ροζ του χρώμα. Είχε επάνω του καρφωμένη μια οδοντογλυφίδα να το κρατά. Ο Γιάννης το έπιασε με το χέρι του και το γεύτηκε με πολύ χαρά. Η κουβέντα των δύο ανθρώπων συνεχίστηκε χαλαρά για αρκετή ώρα ακόμη, μέχρι που χτύπησε το κινητό τηλέφωνο του Γιάννη, ήταν από την οδική βοήθεια, είχαν έρθει και είχαν βρει το αυτοκίνητο.

 

Τότε ο Γιάννης χαιρέτησε την κυρα Ευρυδίκη και την ευχαρίστησε για τη φιλοξενία της, της ευχήθηκε πάλι να ζήσει και βγήκε από την πόρτα. Η πόρτα έκλεισε από πίσω του αργά σαν να τη σήκωσε ο αέρας και η κυρα Ευρυδίκη τον αποχαιρέτησε με ένα μεγάλο ζεστό χαμόγελο. Ο Γιάννης χάζεψε το σπιτάκι άλλη μια, τελευταία φορά και προχώρησε προς το σημείο που ήταν το αυτοκίνητό του, ώστε να βρει τον υπάλληλο της οδικής βοήθειας που τον περίμενε.

 

Ο υπάλληλος άνοιξε το καπό, έλεγξε τη μηχανή και είπε στο Γιάννη ότι έπρεπε να μεταφέρουν το αυτοκίνητο για να το ξαναδούν με πιο οργανωμένο εξοπλισμό, αλλά μάλλον έφταιγε η μπαταρία του. Προχωρώντας προς το χωριό ο Γιάννης ζήτησε από τον οδηγό να σταματήσουν στο μπακάλικο. Μπήκε μέσα και αφού καλημέρισε, ρώτησε αν είχαν λουκούμια με γεύση τριαντάφυλλο και αν θα μπορούσαν να τα αφήσουν σε μια γνωστή του, μιας και αυτός θα έπρεπε να φύγει επειγόντως, θα τους πλήρωνε έξτρα κιόλας.

 

« Που θέλετε να στείλουμε τα λουκούμια κύριε;»

 

«Πιο πάνω στο δρόμο αριστερά, είναι ένα μικρό σπιτάκι, με πράσινα παραθυρόφυλλα, εκεί μένει η κυρά Ευρυδίκη. Γιορτάζει και σήμερα, θα μπορούσατε να της πάτε δύο κουτιά από αυτά τα λουκούμια;»

 

O υπάλληλος χαμογέλασε πλατεία, δεν ήξερε τι να πεις και πώς.

 

«Η κυρά Ευρυδίκη έχει πεθάνει, εδώ και τρία χρόνια, ανήμερα της γιορτής της. Ποίος σε έστειλε;»

 

Ο Γιάννης είχε ελαφρώς παγώσει.

 

« Την ήξερα την κυρά Ευρυδίκη, το σπίτι μου είναι λίγο πιο πάνω από το δικό της. Όλοι την αγαπούσαμε για την καλοσύνη της. Είχε το σπίτι της πάντα ανοιχτό σε όλους. Της άρεσε να μας περιποιείται και να μας συμβουλεύει» .

 

« Τι να πω, θα μου έκαναν πλάκα» , είπε ο Γιάννης προσπαθώντας να δικαιολογηθεί.  

Ο Γιάννης, πήρε τα γλυκά και μπήκε στο αμάξι, κέρασε τον οδηγό καθώς απομακρύνονταν από το χωριό.

Δεν ήξερε αν θα έπρεπε να πει σε κανέναν την ιστορία αυτή, ούτε για ποιο λόγο είδε αυτή τη μορφή μπροστά του. Δεν πίστευε στα φαντάσματα και στα πνεύματα και ένιωθε ότι αν άρχιζε να το σκαλίζει σε βάθος θα τρελαίνονταν. Από τότε, όποτε έμπαινε σε εκκλησία άναβε ένα κεράκι για την ψυχή της κυρά Ευρυδίκης, αυτής της αρχόντισσας από το μικρό σπίτι του πάνω δρόμου.

Ανήμερα των Αγίων Πάντων

του Βασίλη Φατούρου