© 2019 by Achilleas and Camilo

Άχαρη η καθημερινότητα, συχνά μίζερη. Χρειάζεται ένα διάλειμμα -όχι με δημόσια στιγμιότυπα επίπλαστης χαράς- αλλά με γνήσια ψυχική ανάταση.

 

Ο Ευλάμπιος άνοιξε το πορτοφόλι του, χαμογέλασε και ξεκίνησε για το βιβλιοπωλείο. Πήγε σ’ ένα μεγάλο συνοικιακό με πολλά βιβλία, πολλά ράφια, πολύ κόσμο και συμφέρουσες τιμές. Καθώς έφτανε, έριξε μια ματιά στο καφέ έξω στην αυλή. Αχ, ναι, ο σωστός κόσμος να απολαμβάνει το ρόφημά του μαζί με το ανάγνωσμά του. Όμορφα πράγματα, έτσι όπως πρέπει.

 

Με το που μπήκε, ένα αίσθημα ηρεμίας τον κυρίευσε. Πάγκοι φορτωμένοι με βιβλία, τραπεζάκια φορτωμένα με βιβλία, ράφια με ακόμα περισσότερα βιβλία. Ήθελε να τα εξερευνήσει όλα, να τα γευτεί, να τα μυρίσει, να ταξιδέψει στους κόσμους τους, και εκείνοι με τη σειρά τους να πυροδοτήσουν τα δικά του νοερά ταξίδια.

Αναγνώστες να ψάχνουν τα βιβλία, να τα ψηλαφίζουν, να δείχνουν απροσπέλαστοι στο άγχος και στην καθημερινή βιασύνη. Ναι, εδώ ήταν ο χώρος του και σκόπευε να μείνει εκεί μέχρι να ξαναθυμηθεί τον χρόνο· ή μάλλον, μέχρι εκείνος να του θυμίσει την ύπαρξή του.

 

Ξεκίνησε φουριόζος για τον τομέα με τα ιστορικά, δίπλα από τα αστυνομικά, ενώ παρατήρησε ότι σε μια μικρή γωνία στέκονταν δειλά τα βιβλία του φανταστικού. Καημένα, σκέφτηκε, για τα τελευταία. Κανείς δεν σας θέλει, μόνο οι συγγραφείς-αναγνώστες. Ή μήπως όχι; Μήπως σας πολεμάνε;

 

Δεν έμεινε πολύ σ’ αυτή τη σκέψη. Κάποιος τον διέκοψε. Πεζός ο λόγος που ακολούθησε, αρκετά ρηχός.

 

“Θα μου επιτρέψετε να σας προτείνω κάτι εξαιρετικό. Έχει βραβευτεί κιόλας”.

 

Η τελευταία πρόταση ειπώθηκε με λιγωμένη εκφορά λόγου. Ένας 35άρης πωλητής βαστούσε στα τροφαντά χεράκια του ένα μυθιστόρημα, όπως τόσα άλλα. Το συγκεκριμένο, ωστόσο, είχε βραβευτεί, όπως τόσα άλλα.

 

“Και αυτό τι σημαίνει; Το βραβείο...” ρώτησε ξερά ο Ευλάμπιος.

 

“Μα ότι ξεχώρισε, φυσικά! Έχει καταιγιστική δράση...” συνέχισε ένθερμα ο υπάλληλος.

 

“Χαρακτήρες έχει;” συνέχισε ο Ευλάμπιος.

 

“Φυσικά! Ο πρωταγωνιστής -ένα μείγμα σκληρότητας, ευφυίας- σε συνδυασμό με γρήγορη γραφή” συνέχισε ο υπάλληλος καλοκουρδισμένα.

“Δηλαδή; Πόσο γρήγορη γραφή;”

“Οι περισσότεροι αναγνώστες δηλώνουν ότι το διαβάζουν σε δύο μέρες!” πρόσθεσε ο υπάλληλος γεμάτος υπερηφάνεια.

“Το αγαπημένο μου βιβλίο το διάβασα σε δύο μήνες” είπε ο Ευλάμπιος.

“Θα ήταν βαρύ”.

“Ισχύει. Να φανταστείτε μια φορά μού έπεσε από τα χέρια και έσπασε το μεγάλο μου δάχτυλο στο δεξί μου πόδι. Τότε συνειδητοποίησα τι σημαίνει βαριά λογοτεχνία”.

 

Ο υπάλληλος τον παρακολουθούσε ανέκφραστος. Ο Ευλάμπιος δεν έδωσε σημασία, μόνο τράβηξε ένα βιβλίο από το ψηλότερο ράφι.

“Α, γεια σου” είπε. “Αυτό έψαχνα” είπε και το έδειξε στον υπάλληλο. Τον “Δράκοντα της ανάλαφρης Γραφής! Το έχετε διαβάσει;”

“Δεν έχει τύχει. Τέλος πάντων, όπως αγαπάτε” είπε βαριεστημένα και έκανε να φύγει.

“Να υποθέσω ότι δεν έχετε πρόβλημα να τον ακουμπήσω εδώ”.

Ο υπάλληλος κοντοστάθηκε. Στράφηκε προς τον άντρα που είχε αφήσει το βιβλίο πάνω στον πάγκο με τα ευπώλητα.

“Τι είπατε;” ρώτησε αργόσυρτα.

“Ρώτησα αν μπορώ να τον ακουμπήσω εδώ” είπε ο Ευλάμπιος βαστώντας το βιβλίο στο χέρι.

“Ποιον ακριβώς να ακουμπήσετε;” ρώτησε ο υπάλληλος.

“Μα τον Δράκοντα φυσικά, ποιον άλλον;”

“Μάλιστα. Κοιτάξτε, εδώ είναι ο πάγκος με τα ευπώλητα. Μπορείτε να ...αφήσετε για λίγο το βιβλίο που επιλέξατε, ώστε να ψάξετε με την ησυχία σας...”

“Μα δεν θέλω να το αφήσω για λίγο. Θέλω να το προτείνω στον κόσμο, είναι ένα υπέροχο βιβλίο και πραγματικά δεν καταλαβαίνω πώς θα το ανακαλύψουν κρυμμένο στο ράφι”.

“Όλα τα βιβλία είναι υπέροχα, υποθέτω, όμως εδώ είναι ο πάγκος με τα ευπώλητα”.

“Ευκαιρία να γίνει και αυτό ευπώλητο”.

“Εντάξει. Όπως αγαπάτε. Με συγχωρείτε, πρέπει να εξυπηρετήσω κάποιον άλλο” είπε και έφυγε.

Ο Ευλάμπιος άφησε το βιβλίο πάνω στα ευπώλητα και προχώρησε προς τα ρομάντζα ως γνήσια ρομαντική ψυχή. Αχ, τι όμορφα εξώφυλλα, μουρμούρησε. Τι αιθέριες υπάρξεις, πού να τις βρει κανείς στην αληθινή ζωή, αναρωτήθηκε. Καθώς περιεργαζόταν τα οπισθόφυλλα, ο υπάλληλος γλίστρησε γρήγορα προς τον πάγκο με τα ευπώλητα, ρίχνοντας λοξές ματιές προς το μέρος του Ευλάμπιου.

“Τι κάνετε εκεί;” φώναξε ο Ευλάμπιος χαρωπά. “Μη μου πείτε ότι αποφασίσατε να διαβάσετε και εσείς τον ‘Δράκοντα της ανάλαφρης Γραφής’; Πόσο χαίρομαι!”

 

Ο υπάλληλος κοντοστάθηκε αμήχανος. Οι πελάτες είχαν γυρίσει προς το μέρος τους και παρακολουθούσαν. Μια κυρία, μάλιστα, πλησίασε.

 

“Τι βιβλίο είναι αυτό;” ρώτησε με περιέργεια.

“Α, μα είναι έκτακτο” πετάχτηκε ο Ευλάμπιος, που είχε πλησιάσει στο μεταξύ. “Ένας μοναδικός φόνος, δίχως ίχνος σπλάτερ, και η αγωνία στα ύψη. Θα νιώσετε μια χαρακιά στα σωθικά σας!”

“Τι μου λέτε!” αναφώνησε η κυρία. “Το θέλω!”

“Εχμ” πετάχτηκε ο υπάλληλος “υπάρχει και αυτό που βραβεύτηκε...”

“Σαν το άλλο που μου είχατε προτείνει, με γραφή λες και διαβάζεις ρεπορτάζ;” ρώτησε η κυρία επιτιμητικά.

Ο υπάλληλος σώπασε. Δύο άλλοι κύριοι είχαν πλησιάσει, καθώς και ο υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου, ο οποίος ρωτούσε αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Ο Ευλάμπιος αποφάσισε να παρέμβει.

“Όλα καλά. Είχαμε έναν δημιουργικό διάλογο με τον υπάλληλό σας. Είναι εξαιρετικά ενημερωμένος, σας συγχαίρω!”

Ο υπεύθυνος χαμογέλασε ικανοποιημένος.

“Σας ευχαριστώ. Επιλέγουμε με προσοχή το προσωπικό μας”.

“Να σας προτείνω κάτι;” ρώτησε ο Ευλάμπιος με αθωότητα.

“Βεβαίως”.

“Γιατί δεν τοποθετείτε τον ‘Δράκοντα’ στα προτεινόμενα;

Υπεύθυνος και υπάλληλος χλώμιασαν.

“Κάποια στιγμή” ψέλλισε ο υπεύθυνος.

“Μα πότε; Κυκλοφορεί εδώ και δύο χρόνια και δεν το έχω δει πουθενά. Ούτε σε κριτικές, ούτε σε βιβλιοπωλεία. Τυχαία το ανακάλυψα μέσω ενός φίλου. Διαβάζει πολύ, ξέρετε, αλλά όχι αυτά που του πλασάρουν. Λοιπόν, τι λέτε, να τον ακουμπήσω στα προτεινόμενα;”

Ο υπεύθυνος δεν μίλησε. Το μυαλό του ταξίδευε στη νιότη του, τότε που διάβαζε αυτά που ήθελε.

“Ακουμπήστε τον” είπε αφηρημένα και προχώρησε με τον υπάλληλο προς το ταμείο.

 

 

Προηγούμενες εμφανίσεις του Ευλάμπιου στα γράμματα:

 

1η: https://www.cartel-https://www.cartel-mag.com/ta-papoutsia mag.com/ta-papoutsia

 

2η: https://www.cartel-mag.com/parousias-suggrafeos

Ακουμπήστε τον

της Σταματίνας Σταύρου