στον Κωνσταντίνο, τον Αριστοτέλη, τον Θάνο, τον Παύλο

 

Ο Ντίνος τους άκουγε να φωνάζουν, να βρίζουν, να συνεννοούνται μεταξύ τους. Ο ουρανός φωτιζόταν από τα συγκοπτόμενα γαλάζια φώτα. Σήκωσε το κεφάλι απ’ τα χόρτα και τους είδε να πηγαίνουν πάνω κάτω και να σκανάρουν τον χώρο με τους φακούς. Τον Γιάννη δεν έβλεπε πουθενά και του ξανασηκώθηκε η τρίχα. Κάποιος μιλούσε στον ασύρματο, έδινε σήμα για την θέση τους.


Μόλις πήρε απάντηση πέρασε τον ασύρματο στην ζώνη και φώναξε στους άλλους.
-Εκεί μέσα μπήκε το κωλόπαιδο, τον είδα, μες στο ερειπωμένο.
 Έβγαλε το όπλο, σήκωσε και τον φακό, λύγισε τα πόδια και κατευθύνθηκε προς το εργοστάσιο μ’ ένα ύφος λες και προσέγγιζε τα κεντρικά Κολομβιανού καρτέλ δίχως υποστήριξη: μόνος του και όλοι τους. 
Χριστέ μου, σκέφτηκε ο Ντίνος, δεν παν’ καλά αυτοί. 


Δεν κατάλαβε αν ο μπάτσος μπερδεύτηκε κι εννοούσε τον ίδιο ή αν όντως ο Γιάννης κρύφτηκε στο εγκαταλειμένο. Περίμενε να απομακρυνθεί λίγο ο σερίφης του διαστήματος, σηκώθηκε και δοκίμασε να τρέξει όσο πιο σκυμμένος μπορούσε προς την άλλη πλευρά.


Πήδηξε το συρμάτινο φράχτη όταν άκουσε φωνές.
-Ακίνητος! Κάτω, πέσε κάτω είπα. Μην τρέξεις, μην... Γαμώ την Παναγ..!
Κοκκάλωσε∙ το ότι δεν άκουσε πυροβολισμό δεν τον ανακούφισε ιδιαίτερα. Ω ρε πούστη, θα μας σκοτώσουν αυτοί. Πω ρε πούστη μου, πού μπλέξαμε;


Διέσχισε το αδειανό οικόπεδο και βγήκε στον κάτω δρόμο. Τα φώτα από τα περιπολικά αχνοφαίνονταν πίσω από τα σκοτεινά κτίρια. Στο βάθος ήταν ο κεντρικός, πήγε προς τα εκεί. 
Έβγαλε να πάρει τηλέφωνο τον Γιάννη. Το κινητό είχε σπάσει από την πτώση και το σύρσιμο στο έδαφος, θρύψαλα η οθόνη, δεν άνοιγε καν. Ήθελε να βάλει τα κλάμματα.


-Πσστ, άκουσε ξαφνικά, και πάγωσε πάλι. Εσύ είσαι ρε μαλάκα; του είπε η φωνή ψιθυριστά. 
-Σικ;
Ο Γιάννης βγήκε από κάτι σκοτάδια, έτρεξε προς το μέρος του τινάζοντας τα χώματα από τα ρούχα του. Φορούσε ακόμη τα γάντια∙ είχαν γίνει κομμάτια, η μάσκα κρεμόταν κι αυτή στον λαιμό του ξεχαρβαλωμένη.
-Ρε μαλάκα βγάλτα αυτά, του ‘πε και τα τράβηξε. Ο Γιάννης γελούσε. Συνέχισαν μαζί προς τα φώτα του κεντρικού.
-Γαμάτο ε; Είδες πώς έκαναν σαν χαζοί; 
-Τι γαμάτο ρε μαλάκα, βγάλανε όπλα...
-Όπλα; Τι φάση; απόρησε ο Γιάννης.
-Ρε αυτός που σε ακολούθησε στο εργοστάσιο έβγαλε όπλο, ο τύπος το ζούσε Counter Strike κανονικά.
Ο Γιάννης ξαναγέλασε.
-Ρε μαλάκα θα σε σκότωναν! επέμεινε ο Ντίνος.
-Ρε, του έκανε, είμαι ‘δω χάμω κάνα τέταρτο. Ποιό εργοστάσιο,  έτρεξα έφυγα με τη μία.
Ο Ντίνος σκάλωσε, ο Γιάννης ξαναγέλασε.
-Μα τον είδα ρε. Και μετά τους άκουσα να φωνάζουν, κάποιον στρίμωξαν εκεί μέσα, πέσε κάτω και τέτοια. Δεν ήσουν εσύ;
-Ούτε καν.
-Ω να σου γαμήσω, μαλάκα φρίκαρα, λέω πάει, τον φάγανε τον Σικ!
Ο Γιάννης πέρασε το χέρι στους ώμους του Ντίνου και τον τράβηξε πάνω του. Τώρα είχε ανακουφιστεί για τα καλά. 
-Άλφα Πι;, είπε ο Γιάννης και του ‘κανε γροθιά.
-Άλφα Πι ρε! απάντησε ο Ντίνος και τις χτύπησαν στον αέρα.


Βγήκαν στον κεντρικό, ξανατίναξαν τα ρούχα τους, φτιάξαν κάπως τα μαλλιά τους. Λίγο έξω απ’ την πόλη είχε ένα κλαμπ, ήδη φαινόντουσαν τα φώτα του, πήγαιναν προς τα εκεί. Είχαν συμφωνήσει πως άμα ξαναέσκαγαν μπάτσοι θα το ‘παιζαν χαλαροί, δυο πιτσιρικάδες φοιτητές που κάνουν την βόλτα τους, όλα καλά.
Είχαν σχεδόν φτάσει, στα πενήντα-εξήντα μέτρα ξεκινούσαν τα παρκαρισμένα, όταν ένα γκρίζο τζιπ τους προσπέρασε με φόρα, φρέναρε απότομα, γύρισε με όπισθεν και τελικά χώθηκε διαγώνια μπροστά τους.
-Το νου σου ε, είπε ο Γιάννης, όπως είπαμε, ανήξεροι.


Τρεις αστυνομικοί με μαύρα βγήκαν από το όχημα. Έβγαλαν κατευθείαν τα όπλα και τους σημάδευαν.
-Κάτω, πέστε κάτω, τώρα! Γρύλισε ο ένας.

Δεν σάλεψαν. Ο δεύτερος στάθηκε λίγο παραδίπλα από τον συνάδελφό του, ο τρίτος επικαλυπτικός διαγώνια και πλάι τους, προς την μεριά του δρόμου.
-Κάτω ρε λέμε! φώναξε πάλι. 
Ο Γιάννης και ο Ντίνος κοιτάχτηκαν. Ο Γιάννης έκανε ένα βήμα μπρος, κάτι πήγε να πει αλλά σάστισε. Ο τρίτος πίσω ούρλιαξε, πρέπει να τον άκουσαν μέχρι το κέντρο της πόλης.
-Ακίνητος, στην άναψα! Κάτω ρε δεν είπαμε; Κάτω!


Τρέμανε τα πόδια τους. Με αργές κινήσεις, κοιτάζοντας μια ο ένας τον άλλον και μια τους αστυνομικούς, κάθισαν ο ένας στα γόνατα και ο άλλος οκλαδόν.
-Τα χέρια στο κεφάλι και μπρούμυτα, φάτσα στο έδαφος! ξαναγγάριξε ο πρώτος.
Υπάκουσαν, ο Ντίνος γύρισε το κεφάλι για να ακουμπάει με το μάγουλο, μια κλωτσιά στα πλευρά τον επανέφερε στην τάξη.
-Φάτσα κάτω ρε, τι δεν καταλαβαίνεις;


Ο αστυνομικός τον πάτησε στον σβέρκο, ο συνάδελφός του άρχισε σωματικό έλεγχο. Ο Ντίνος δεν μπορούσε ν’ ανασάνει, ένιωθε μύτη και πηγούνι να γίνονται ένα με το κράσπεδο. Άνοιξε το στόμα αλλά αντί για αέρα ρουφούσε χώμα. Ο νταής το κατάλαβε, πήρε το πόδι του, έσκυψε πάνω απ’ το κεφάλι του και στην θέση της αρβύλας ο Ντίνος ένιωθε τώρα παγωμένο σίδερο.
-Θα σε γαμήσω εγώ πουστράκι. Κάνε ότι κουνιέσαι και θα γαμηθείς καλά. Εδώ θα σε φυτέψω, δες που, εκεί στα χόρτα.
-Ρε παιδιά, γιατί τόσο hate, τι κάναμε; φώναξε ο Γιάννης και, σχεδόν ακαριαία, κραύγασε. Αυτός την κλωτσιά την έφαγε στη μούρη.
-Σε ρώτησε κανένας ρε; Ε; Ρωτήσαμε την γνώμη σου;


Αφού τους ψάξανε για κάνα τέταρτο και τους πήραν κινητά και πορτοφόλια, τους χειροπέδησαν και τους βάλανε στο τζιπ. Όποτε δοκίμασαν, ο Γιάννης κυρίως, να ζητήσουν τον λόγο ή να ρωτήσουν γιατί τους φέρονταν έτσι, έπαιρναν απάντηση για το μουνί της μάνας και της αδερφής τους και μια ξανάστροφη από τον αστυνομικό που καθόταν πίσω.


Για τι να τους πέρασαν; Όταν τους έφεξαν με τους φακούς είχαν ήδη κάνει το περίγραμμα, η μπίλια στα σπρέι αντιλαλούσε μες στην ησυχία. Τι σκατά μπορεί να κατάλαβαν οι κωλόμπατσοι, ναρκωτικά, δολοφονία, τι στον πούτσο μπορεί να δικαιολογούσε τέτοιο κυνηγητό στα καλά καθούμενα; Και στην Αθήνα είχαν θέματα, συνέχεια, αλλά ποτέ δεν τους κυνήγησαν τόσο πολύ, με όπλα και τέτοια, ούτε και φάγανε ποτέ ξύλο στο άκυρο∙ αυτά σκεφτόταν ο Ντίνος στην διαδρομή μέχρι το τμήμα και δεν έβρισκε ικανοποιητική απάντηση.
Στο τμήμα τους είχαν ξεχωριστά. Τον Ντίνο τον είχε σ’ ένα γραφείο ο πολύ νταής και τον ανέκρινε. Κάθε τόσο του τσιμπούσε το μάγουλο, του δινε απαλές σφαλιάρες και του λεγε πόσο θα καλοπερνούσε στον Αυλώνα τέτοιο ομορφόπαιδο.


Ώρες μετά, σαν να τον είχε πείσει ότι στ’ αλήθεια είχαν βγει για γκράφιτι και ότι θα έβαφαν μια μάντρα στο εγκαταλειμένο κλωστήριο και πως δεν είχε ιδέα ποιόν κυνηγούσαν μέσα στο εργοστάσιο και όχι, δεν ήταν συνεργός τους, για όνομα, ο φίλος του είχε σ’ ένα χαρτί στην τσέπη του το σχέδιο, αποκλείεται να μην το βρήκαν στον έλεγχο, στην τσέπη του το είχε, εκτός κι αν το πέταξε απ’ την τρομάρα, αλλά και πάλι το είχε το σχέδιο και στο κινητό του, στις φωτογραφίες, δεν άνοιξαν να το δουν;


-Και με τι θα το βάφατε ρε; Μπογιές σπρέι, που είναι όλα αυτά; γύρισε ο μπάτσος.
Πονούσε, παντού, τα μάτια του έτσουζαν, αλλά δεν πτοούνταν. Και τι άλλο να του έλεγε δηλαδή;
-Σας είπα, την σακούλα με τα σπρέι την πέταξα όταν ήρθατε, όχι εσείς, ναι, όχι εσείς, οι άλλοι αστυνομικοί, με τα περιπολικά τα κανονικά, αυτοί όταν ήρθαν, εκεί στη μάντρα του εργοστασίου, τα πέταξα κάπου στα χόρτα πριν κρυφτώ. Αν πάτε να ψάξετε θα τα βρείτε, δεν υπάρχει περίπτωση.
Ο μπάτσος βγήκε από το γραφείο, ξαναμπήκε, δεν είπε τίποτα, διάβαζε κάτι χαρτιά, ξαναβγήκε, ξαναμπήκε, του ‘δωσε ένα μπουκαλάκι με νερό, ο Ντίνος ήπιε μερικές γουλιές, του το ξαναπήρε πίσω με μια απότομη κίνηση.
-Έτσι και μου λες ψέμματα, το βλέπεις το παράθυρο; κι έκανε με το χέρι μια κίνηση σαν κολυμβητή που βουτάει στην πισίνα.
Ο Ντίνος κατάφερε να μην κατουρηθεί πάνω του, ξανά, για τρίτη φορά εκείνο το βράδυ. 


Ο τραμπούκος βγήκε πάλι από το δωμάτιο. Ο Ντίνος σηκώθηκε διστακτικά και πλησίασε το μικρό παράθυρο πίσω από το έπιπλο του γραφείου και πλάι στην τεράστια σημαία με τον ήλιο της Βεργίνας που κρεμόταν στον τοίχο. Κοίταξε κάτω∙ ήταν ψηλοτάβανο το μπουρδέλο, βρισκόντουσαν στον δεύτερο αλλά έδειχνε πιο ψηλά. Να σου γαμήσω, πού μπλέξαμε στα καλά καθούμενα, έλεος, α ρε Σικ, τι θέλω και σ’ ακούω;


Σε λίγο ο μαλάκας γύρισε με έναν γαλονά, του είπε τροχάδην όλη την δική τους εκδοχή των γεγονότων και όσα ισχυριζόταν ο Ντίνος και ότι περιμένουν αναφορά από τα δίκυκλα.
Ο γαλονάς έτριβε το πηγούνι του λέγοντας μάλιστα-μάλιστα, δήθεν σκεπτικός για την περίπλοκη υπόθεση. Κόλλησε τον δείκτη στην φάτσα του Ντίνου.


-Εδώ πού χτύπησες; Στα χόρτα που κυλιόσουν ε; Όταν τρέχατε να ξεφύγετε;
Δεν μάσησε, όλα θα τελείωναν όπου να ‘ναι. Υπομονή, λίγο ακόμα. Λίγη ακόμα υπομονή και όλα κομπλέ.
Ο γαλονάς κάθισε στο γραφείο κι άναψε τον ασύρματο. Άρχισε τα μπατσίστικα, αυτά όντως σα να ‘χαν βγει από ταινία, 5-12 λαμβάνεις κσσστ φρρρτ, το ‘χε δυνατά για να ακούνε και οι τρεις τους.
Τα όργανα έψαχναν, ξαναέψαχναν, δεν βρίσκανε σακούλα με την περιγραφή. Ο γαλονάς επέμενε, ο αλήτης συμπλήρωνε, στο περίπου, την περιγραφή του χώρου όπως του την είχε δώσει ο Ντίνος καμιά εικοσαριά φορές.


Ξαφνικά οι φωνές από την άλλη μεριά χαμήλωσαν. Μουρμούριζαν κάτι ακατάληπτο, σα να μην το έλεγαν στον ασύρματο αλλά μεταξύ τους. Ο γαλονάς ζήτησε εξηγήσεις.
-Αστυνόμε δεν θα πιστέψετε τι βρήκαμε, έχει εδώ μια σακούλα γεμάτη γκαζάκια!
-Τι; φώναξε ο Ντίνος, για να λάβει εντολή από τον τραμπούκο να σκάσει. 
-Επανέλαβε τι βρήκατε, συνέχισε ο γαλονάς, η σακούλα, το περιεχόμενο της σακούλας, επανέλαβε; 
-Αστυνόμε είναι γεμάτη γκαζάκια, πάνω από δέκα, πρώτη φορά βλέπω τέτοιο πράμα!
Ο Ντίνος δεν άντεξε, σηκώθηκε, άρχισε να φωνάζει, τι γκαζάκια ρε, είστε τρελοί, σπρέι είναι ρε, σπρέι, ένα γκράφιτι πήγαμε να κάνουμε, πάτε καλά, τι γκαζάκια, δεν ντρέπεστε, τι πάτε να μας φορτώσετε, εμάς βρήκατε;  
Ο κωλόμπατσος έκανε να του ορμήσει, ο γαλονάς τον σταμάτησε, έδωσε διαταγή στα δίκυκλα να του φέρουν την σακούλα, πήρε τον μαλάκα αγκαζέ και βγήκαν μαζί.


Είχε ξημερώσει. Ο Γιάννης παραήταν κεφάτος, δεδομένων των συνθηκών πάντα. Ο Ντίνος ήταν κάπως καλύτερα, αφού τον άφησαν επιτέλους να κατουρήσει, αλλά μέσα του έβραζε. Ο καινούριος γαλονάς, ο ανώτερος, τους ζήτησε να πουν με σιγουριά αν τα προσωπικά τους αντικείμενα ήταν όλα εκεί, σίγουρα; Και κινητά και πορτοφόλια και τσιγάρα και όλα; Λεφτά, χαρτιά, ταυτότητες όλα στην θέση τους, σίγουροι είστε; Ούτε μια συγγνώμη δεν ζήτησε το αρχίδι, σκέφτηκε ο Ντίνος, μόνο τον κώλο τους να καλύψει, ο μπάσταρδος, το αρχίδι, καρκίνο. Ο Γιάννης διαβεβαίωνε πρόσχαρα ότι όλα ήταν εντάξει, και ευχαριστούμε πολύ και τα λοιπά. Ο Ντίνος τώρα θύμωνε και με τον φίλο του.


Αφού σιγουρεύτηκε ότι όλα ήταν εντάξει ο διοικητής, για κάποιο λόγο, σταμάτησε να μιλάει και άρχισε να περιεργάζεται μια χοντρή βαλβίδα από τον εξοπλισμό τους. 
-Εσείς τώρα δηλαδή είστε γκραφιτάδες;
Τα νεύρα του Ντίνου έγιναν κομμάτια, ξεφύσηξε έναν αναστεναγμό και γύρισε το βλέμμα αλλού. Ο Γιάννης απόρησε, αντιγύρισε το εξεταστικό βλέμμα του αρχιμπάτσου και ψέλλισε μμναιιι.
-Στριτ αρτ; Τέτοια κάνετε; Καλλιτέχνες του δρόμου που λένε;


Τώρα είχε κερδίσει και την περιέργεια του Ντίνου. Κοιτάχτηκαν πάλι μεταξύ τους∙ πού μπορεί να πάει τώρα το πράγμα, σκέφτηκαν, ύστερα απ’ ό,τι προηγήθηκε από τις έντεκα τη νύχτα που τους τσίμπησαν μέχρι εκείνη την ώρα, σχεδόν εννιά το πρωί.
-Ναι, αυτό ακριβώς, είπε ο Ντίνος.
-Και σπουδάζετε αρχιτεκτονική, εδώ σε μας;
-Μάλιστα, είπε ο Γιάννης.


Ο διοικητής έσμιξε τα φρύδια και πήρε έναν μορφασμό που θα μπορούσε να σημαίνει τα πάντα και τίποτα ταυτοχρόνως και εστίασε στην βαλβίδα, που την έπαιζε στα δάχτυλα με επιδεξιότητα έμπειρου κομπολογά.
-Μπράβο ρε παιδιά... Όχι, μπράβο. 
Ο Ντίνος και ο Γιάννης συνέχιζαν να απορούν.


-Θέλει πολύ μεράκι αυτό που κάνετε. Βλέπω τα νέα παιδιά, ή στο κινητό θα είναι όλη την ώρα ή στους καφέδες. Μπράβο σας. Πολύ μ’ αρέσουνε αυτά εμένα, και τα γκράφιτι και αυτές οι ζωγραφιές που πιάνουν όλο το κτίριο, πώς τις λένε, από πάνω ως κάτω που το πιάνουν. Εκεί που ήταν ένα γκρι πράγμα άσχημο, όλο τσιμέντο, ξαφνικά έχεις ένα έργο τέχνης! Τώρα, κάποια είναι άσχημα, εντάξει, ειδικά αυτά που μόνο γράφουνε διάφορα, που δεν δείχνουν κάτι, δεν μ’ αρέσουνε αυτά. Ούτε είναι και πολύ όμορφο, έτσι, όταν δεν θέλει ο άλλος στο μαγαζί του ή στο σπίτι του, νταξ’... Αλλά κάποια ρε συ είναι εντυπωσιακά, τα βλέπω καμιά φορά στον δρόμο και λέω μέσα μου πω πω, αυτό χαραμίζεται εδώ πέρα, σε μουσείο πρέπει να μπει!


Ο Ντίνος έπρεπε να κλείνει το στόμα του για να μην χάσκει. Ο Γιάννης τέλεια περνούσε, χαμογελούσε μια στον μπάρμπα και μια στον φίλο του, έγνεφε καταφατικά και καμάρωνε για τον απροσδόκητο έπαινο.
-Μπράβο, όχι μπράβο. Αφού, για να καταλάβεις, έχω εκεί πέρα ένα σπιτάκι, έτσι εξοχικό, μη φανταστείς τίποτε λούσα, και είναι ‘κει ένα γιαπί παρατημένο απέναντι που έμεινε στα μπετά και δεν χτίστηκε και το βλέπω από τη βεράντα και μου ανεβάζει την πίεση, δεν μπορώ να πιω τον καφέ μου σαν άνθρωπος!


-Τι μου λέτε! είπε ο Γιάννης.
-Ακούγεται πολύ άσχημο... συμπλήρωσε ο Ντίνος, που τώρα ζωντάνεψε κάπως κι αυτός. 
-Ναι ρε παιδί μου, χάλι μαύρο σου λέω. Έτσι σκεφτόμουνα, θέλετε μήπως να μου αφήσετε κάνα τηλέφωνό σας, έτσι τώρα που θα φτιάξει ο καιρός, να ερχόσασταν να ζωγραφίζατε τίποτε εκεί πέρα, με το αζημίωτο φυσικά ε, δεν το συζητάμε αυτό, και μπογιές και απ’ όλα δικά μου.
-Βεβαίως κύριε διοικητά!


Ο Ντίνος μετρίασε τον γλυψιματικό ενθουσιασμό του φίλου του μ’ ένα άγγιγμα.
-Απλά, ξέρετε, να, δεν είναι ακριβώς νόμιμο όλο αυτό. Ειδικά σε ξένη ιδιοκτησία. Θέλω να πω...
-Μη σε νοιάζουν αυτά! αναφώναξε ο διοικητής. Εγώ καθαρίζω. Ποιός θα ‘ρθει σε μένα να με πει τι και πως! Εμένανε; Στην πόλη μου; Μη σε νοιάζει καθόλου.
Δεν επέμεινε, δεν είχε νόημα. Ο αρχιμπάτσος τους είπε λίγες κουβέντες ακόμη για το μεγαλόπνοο έργο που θα τους ανέθετε και τους καλημέρισε. Έκαναν να φύγουν, ο Ντίνος είχε ήδη βγει στον διάδρομο όταν ο Γιάννης σκάλωσε στην πόρτα και ξαναγύρισε στον διοικητή, που μόλις είχε ανοίξει το ραδιόφωνο σε μια συχνότητα με αθλητικά.


-Κύριε διοικητά, αν επιτρέπεται..., του ‘κανε με το πιο δουλοπρεπές ύφος που μπορούσε να επιστρατεύσει, ήθελα να σας ρωτήσω, τον εξοπλισμό μας, τα σπρέι κι αυτά, αν θα μπορούσαμε...
Ο διοικητής βραχυκύκλωσε για μερικά δεύτερα κουνώντας πολύ γρήγορα το κεφάλι αριστερά-δεξιά σα να ψάχνει στον χώρο κάτι αόρατο, μέχρι να εστιάσει ξανά στην βαλβίδα στο χέρι του.
-Α! Το συζητάς; Εννοείται... είπε, πήρε την σακούλα με τα σπρέι από το πάτωμα, πέταξε μέσα και την βαλβίδα, την έδεσε δυο κόμπους όπως κάνουν τις σακούλες σκουπιδιών και του την έδωσε. Ξεχάστηκα, με συγχωρείς, πρέπει να κοστίζουν μια περιουσία όλα αυτά ε; Δεν είναι να παίζουμε.


Έπειτα από μερικές ακόμη δουλοπρεπείς ευχαριστίες κι εκατέρωθεν φιλοφρονήσεις, ξαναχαιρετίστηκαν με τον αρχιμπάτσο και βγήκαν από το τμήμα. 


Κατευθυνόντουσαν προς το κέντρο. Τους είχε πιάσει υπερένταση, δεν είχε νόημα να πάνε σπίτια για ύπνο∙ σχολή για κανένα λόγο. Ο Γιάννης πρότεινε να τρώγανε καμιά μπουγάτσα. 
Προχωρούσαν αργά, σιωπηλοί, ενόσω τριγύρω η πόλη ήδη έτρεχε σε κανονικούς ρυθμούς.
-Μαλάκα, τι ζήσαμε; είπε ο Γιάννης ύστερα από λίγο.
-Γάμησέ τα...
-Πιστεύεις θα μας πάρει όντως για δουλειά;
Ο Ντίνος γύρισε και τον κοίταξε αφήνοντας το στρίψιμο τσιγάρου στην μέση, δίχως να του απαντήσει.
-Κρίμα ρε γαμώτο. Θα του τρώγαμε καλά λεφτά του μπάρμπα.
Ο Ντίνος σκεφτόταν πως αφού ζούσανε, δεν φάγανε πάρα πολύ ξύλο, ήταν αρτιμελείς και δεν τους φόρτωσαν τελικά τίποτε εμπρηστικούς μηχανισμούς και ντρόγκια, όλα καλά. Αλλά δεν το μοιράστηκε με τον Γιάννη∙ εκείνος είχε πάρει ένα ονειροπόλο βλέμμα λες και ήδη διηγούνταν την περιπέτειά τους σαν κάτι το συναρπαστικό, μια απ’ αυτές τις ιστορίες στα μπαρ, που σε αποθεώνει η μεθυσμένη παρέα και εντυπωσιάζονται τα κορίτσια.
-Ρε μαλάκα Σικ..., του είπε τελικά.
-Έλα ρε.
-Άλφα Πι ρε μαλάκα;
-Άλφα Πι ρεεε! συμφώνησε ο Γιάννης και ξανακόλλησαν τις γροθιές τους στον αέρα.

Αιώνια παιδιά

του Βασίλη Μόσχου

© 2019 by Achilleas and Camilo