Το παράξενο δεν ήταν που ο Οιδίποδας, σοφός κατά τ’ άλλα και ατρόμητος, πάγωσε μπροστά στη θέα της Σφίγγας, όση σιγουριά κι αν ένιωθε στο να λύνει γρίφους και να παγιδεύει θηρία. Το μέγεθός της, τα γαμψά της νύχια, τ’ άγρια φτερά της θα τρόμαζαν ώς και θεούς. Φάνηκε όμως στον ίδιο παράδοξο που, λίγα λεπτά μετά τον καταποντισμό της στα σπλάχνα της γης, αυτή εξακολουθούσε να του προκαλεί ανατριχίλα.

Πριν λύσει το γρίφο και την εξολοθρεύσει με την ευστροφία του, τον πλημμύριζε φρίκη το ότι, παρά τον λιονταρίσιο της κορμό, τη φιδίσια ουρά και τ’ αετίσια φτερά, το πιο φονικό της όπλο ήταν και το πιο ανθρώπινο, το κεφάλι της· το οποίο αν το απομόνωνες, ήταν τόσο όμορφο που το ερωτευόταν ώς και η πιο κρύα καρδιά. Από αυτό το κεφάλι έβγαιναν με γλυκιά φωνή οι φριχτές της απαιτήσεις, αυτό το κεφάλι ήταν που καταβρόχθιζε μια πόλη ολάκερη.

Και τώρα αυτό το κεφάλι, ό,τι πιο κοντινό στη δική του ανθρώπινη φύση είχε πάνω του το τρομερό θηρίο, βρισκόταν καταποντισμένο, μαζί με το υπόλοιπο κτηνώδες σώμα στο οποίο ανήκε, στα βάθη της Αβύσσου. Και αυτή η φρίκη που ένιωσε αντικρίζοντάς την, φρίκη που γύρισε σαν αντανάκλαση στα μάτια της όταν αυτός τής αποκρίθηκε με τη λύση του γρίφου, δεν έλεγε ν’ απαγκιστρωθεί απ’ τη σκέψη του· ρίζωνε σα ζιζάνιο στο κρανίο του ρουφώντας το μυαλό του. Μέχρι που έπαψε να σκέφτεται.

Άλλωστε, οι λεπτές δίχως ζευγάρι φτερών πλάτες του, τα στρογγυλά του νύχια, το σμιλευμένο του κορμί τι το κοινό με το τέρας είχαν; Και τι το κοινό η δικιά του μοίρα είχε με αυτή του κτήνους που, νικημένο πια, δε θα ξανάβλεπε το φως της μέρας; Κάτω στην πόλη τα νέα μάλλον έχουν ήδη φτάσει και οι λυτρωμένοι Θηβαίοι άναψαν φωτιές να το γλεντήσουν. Και από μακριά, σαν πύρινα μάτια, οι φλόγες τον καλούν να γιορτάσει μαζί τους τη στέψη του.

Αινίγματα

του Αργύρη Κόσκορου

© 2019 by Achilleas and Camilo