Την ερωτεύθηκε σε μια στροφή του φεγγαριού

 

Στον καμβά της ζωής του που παρέμενε άνοστος ,αυτή η έκφρασή θα ήταν το στιγμιαίο αλάτι κάθε φορά που θα τον περιτριγυρνούσε η επιθυμία και ο φόβος συνάμα να αγγίξει για λίγο το φεγγάρι .

Ο άγνωστος Χ, πρωταγωνιστής στην ιστορία μας, ζούσε μια αέναη και βαρετή καθημερινότητα, έτσι τουλάχιστον απαντούσε όταν τον ρωτούσαν.

Κλεισμένος σε μια μοναξιά θνητή, με μόνη του συντροφιά μια πένα και αρκετές κόλες χαρτί, έφτιαχνε μικρά κουτιά μνήμης που μέσα τους έκλεινε όλες τις εικόνες από το ασίγαστο πάθος του. Το πάθος του για γεύση.

Γεύση όπως την όρισε ο Β.ΟΥΓΚΩ. 

[Αυτό το παράξενο πράγμα πέρα από την ηθική, την λογική, την αλήθεια, την ντροπή, την συνείδηση, πέρα από την ίδια την πραγματικότητα. 

Γεύση, που συμφιλιώνεται με την αγριότητα και συναινεί στην κτηνωδία, και αν  και έχει όλες τις δυνατότητες του κακού αποτελεί μέρος του ωραίου ,]

Αυτό το πάθος  διανθισμένο από την μαγεία των λέξεων πού ο ίδιος ο Β.Ουγκώ χρησιμοποίησε, προσπαθούσε ο ήρωας μας να βιώνει σχεδόν σαδιστικά.

Γνωστός στους γαστρονομικούς κύκλους σαν ο τέλειος άγνωστος, εμφανιζόταν απόμακρος, λιγομίλητος σε κάθε γαστρονομικό ραντεβού, ρουφούσε μια γερή δόση και ξεμάκραινε αργά βασανιστικά μέχρι την επόμενη φορά .

Η σχέση του με τους ανθρώπους;

Όσο αδηφάγος, όσο λαίμαργος ήταν στην ανακάλυψη νέων γεύσεων, τόσο κορεσμένος έδειχνε να είναι στις συναναστροφές του .

Μακριά από ότι δίνει χαρά σε μια συντροφιά, σήκωνε θαρρείς  το βάρος μιας απόφασής, μιας άγνωστης καταδίκης που του είχε καθορίσει την μοναξιά σαν προαπαιτούμενο μέσο  επιβίωσης.

Παρομοίαζε τον εαυτό του με τον Καλοφαγά του Μπουαγί .

[ Μόνος μπροστά σε 3 θεσπέσια πιάτα της γαλλικής κουζίνας [καραβίδες \ψητή γαλοπούλα και Βολ ο βαν ]στέκεται με ενθουσιασμό  και απόλυτη μοναχικότητα].

Μέχρι εκείνο το σούρουπο 

Μπροστά του η υπέρτατη πρόκληση .

Ένα δείπνο βγαλμένο από το χρονοντούλαπο μιας άλλης εποχής λες και τα χέρια του ιδίου  του A.CAREME εκεί  στις αρχές του 1800, το είχαν  συνθέσει και ο Α.ESCOFFIER πενήντα χρόνια μετά του έβαλε τις τελευταίες πινελιές .

Κοιτούσε ξανά και ξανά το μενού μπροστά τού και αρνιόταν πεισματικά να το πάρει στα χέρια του, λες και το σύμπαν θα συνωμοτούσε και με μαγικό τρόπο θα το εξαφάνιζε και μαζί θα εξαφάνιζέ και όλες τις προσδοκίες της αποψινής βραδιάς .

ΣΑΛΤΣΕΣ  [ΜΟΡΝΕ-ΜΠΕΑΡΝΕΖ-ΕΣΠΑΝΙΟΛ ]

ΚΟΝΣΟΜΕ Α ΛΑ ΡΟΥΑΓΙΑΛ [στολισμένο με αλμυρή κρέμα ρανβερσέ

ΑΝΤΡΕ [πέστροφα μενιέρ /αστακός θερμιδώρ]

ΠΟΥΛΑΔΑ ΤΗΣ  ΜΠΡΕΣ με πατέ κυνηγιού σε φύλλο 

ΒΟΔΙΝΟ ΦΙΛΕΤΟ με σάλτσα Ραβιγκότ

POT AU FEU  συνταγή του Λίγηρα

ΣΟΡΜΠΕ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙ-ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ 

ΑΝΤΡΕΜΕ 

ΠΑΓΩΤΟ 

ΑΧΛΑΔΙ ala beaujolaise

CHARLOTTE.

ΚΑΦΕΣ

 

 

Το κρασί ακολουθούσε πιστά το τελετουργικό των δείπνων του 19ου αιώνα .

Μετά την σούπα ξηρό κρασί από την  Μαλάγα 

Σαμπάνια με τις Αντρέ 

μπορντό με την πουλάδα  

κρασιά του Ρήνου με το βοδινό

επιδόρπια κρασιά από την Τενερίφη.

 

Ποτέ άλλοτε δεν είχε νιώσει τέτοια ηδονική προσμονή .

Ένιωθε ότι πρέπει να ανεβάσει το γευστικό του αισθητήριο στον μέγιστο βαθμό. Κλείνοντας έτσι όλα τα παράθυρα επικοινωνίας με τους υπολοίπους παρευρισκόμενους στο τραπέζι του, ακόμη και αυτά τα ελάχιστα λογία που συνήθως αντάλλασσε για να μην εισέλθει  ποτέ στο πεδίο της αγένειας .

Το δείπνο ξεκίνησε με απόλυτη ακρίβεια, φέρνοντας για πρώτη  φορά μια αύξηση στους καρδιακούς παλμούς  του ηρώα μας .

Το ξηρό Μαδέρα ήταν το πρώτο κρασί της βραδιάς .

Η νεαρή σομελλιέ  πλησίασε το τραπέζι με τα αρώματα από το κονσομέ  να παλεύουν με  αυτά της κρεμ  ρανβερσέ να τρυπήσουν τους γευστικούς κάλυκες και να εισχωρήσουν στο υποσυνείδητο της γεύσης, και άρχισε να σερβίρει γεμάτη  αυτοπεποίθηση και   ενθουσιασμό, κρύβοντας επιδέξια το άγχος της  πίσω από τα αυστηρά  μαύρα κοκάλινα γυαλιά της.

Πλησίασε τον ηρώα μας ακριβώς την στιγμή που το φεγγάρι  έστριβε πίσω από την κορυφογραμμή στον ορίζοντα για να μπει στην τελική ευθεία πριν πάρει την θέση του στον έναστρο ουρανό και καθώς έπαιρνε θέση εκείνο το γλυκό καλοκαιρινό βράδυ για πρώτη φορά αυτός  κοίταξε ψηλά σαν να ζητούσε κάτι .

Πόσες γεύσεις χωράει η μνήμη ;

Όσο και αν έψαχνε δεν μπορούσε να βρει απάντηση σε αυτήν την ερώτηση, στην μόνη ερώτηση που μπορούσε να απαντήσει με βεβαιότητα  ήταν πόσες εικόνες  χώρεσαν στο μυαλό του .

Προς μεγάλη του έκπληξη  όμως δεν ήταν κανένα κομμάτι της πανδαισίας από το αποψινό μενού, ούτε καν  η εικόνα του pot au feu ,ένα πιάτο που οι ρίζες του φθάνουν στο 1789 την εμβληματική αυτή ημερομηνία.

Μόνο μια  εικόνα  είχε χωρέσει  και αυτή ήταν η δική της.

Ήταν η στιγμιαία αντανάκλαση του φεγγαριού την ώρα που έστριβε πάνω στα χρώματα της, πάνω στα   πυρόξανθα μαλλιά της ,ήταν όσα δεν πρόλαβε  και προσπαθούσε να σχηματοποιήσει μόνος του, μια έκφραση ,μια κίνηση.

Αποκαμωμένος  από τις  σκέψεις του ξημερώματα πια αποκοιμήθηκε δίπλα στις στοίβες  από χαρτιά μπροστά στο γραφείο του .

Τον ξύπνησε μια έντονη αχτίδα φωτός ,ο ήλιος στεκόταν ήδη ψηλά ,ήταν γεμάτο μεσημέρι πια.

Σηκώθηκε, έψαξε τα τσιγάρα  του, άναψε  ένα gitanes  ,ο έρωτας  με την τσιγγάνα που χορεύει ήταν ακαριαίος ,πήρε στα χέρια του τις σημειώσεις του, τις κοίταξε για λίγο ψάχνοντας μια συγκεκριμένη σελίδα, κάθισε  και άρχισε να γραφεί .

Την ερωτεύθηκε σε μια στροφή του φεγγαριού 

Τέλος πρώτου  κεφαλαίου .

Άγνωστη ιστορία

του Γρηγόρη Φιλιππάτου

© 2019 by Achilleas and Camilo