Αναδύθηκε αργά-αργά, μέσα από τα ημερωμένα νερά της θάλασσας. Τα σκουροκάστανα, ελαφίσια μάτια της, έλαμψαν φευγαλέα μέσα στο σκοτάδι. Αίφνης, τα πηχτά σύννεφα υποχώρησαν, ανοίγοντας την αυλαία. Οι σταγόνες της αλμύρας, κυλώντας στο αγαλμάτινο κορμί της, λαμπύρισαν κάτω από την ασημένια λάμψη της Σελήνης, που έβγαινε ολόγιομη να προϋπαντήσει την απεσταλμένη των θεών. Μελανόχρωμοι βόστρυχοι στεφάνωναν σγουρά το βλοσυρό της πρόσωπο και χύνονταν καταρράκτης στον μακρύλεπτο λαιμό της· οι άκρες των μαλλιών της κατέληγαν αγκαλιάζοντας δυο σφριγηλούς μαστούς που στη θωριά τους ούτε θεός ούτε θνητός, μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος. Κορμοστασιά αντάξια της Αθηνάς, θηλυκό στολισμένο με πλούσια ελέη που έφερναν στο νου την εκτυφλωτική ομορφιά της Αφροδίτης και τη θεϊκή αριστοκρατικότητα της Ήρας. Ήταν η Αελλώ και είχε καταφτάσει σ’ αυτό το ξεχασμένο σημείο του νότου, με σκοπό.


Άεργος εξ επαγγέλματος, ο Γιώργης ήταν ένα παράσιτο της κοινωνίας, ένα χαμένο κορμί. Ορφανεμένος από τα γεννοφάσκια του· η μάνα του είχε ξεψυχήσει την αποφράδα νύχτα που τον έφερε στον κόσμο. Μοναχοπαίδι άξιου πατέρα, στα νιάτα του, σκόρπισε ο ανάξιος την πατρική περιουσία στο χρηματιστήριο. Ωραίες εποχές, περασμένες ανεπιστρεπτί, τότε που δένανε τα σκυλιά με τα λουκάνικα. Δόξες και χαροκόπια τρελά! Έτσι όπως κέρδιζαν όλοι, έτσι ακριβώς τα χάσανε οι περισσότεροι  -μαζί με τους υπόλοιπους κι ο κουφιοκέφαλος, ο Γιώργης. Ακόμα χειρότερα που ήταν τόσο αφελής, ώστε να έχει κάνει με δανεικά λεφτά μαζικές ανοιχτές αγορές στα τελευταία υψηλά, λίγο πριν την οριστική καταπόντιση του γενικού χρηματιστηριακού δείκτη. Από συγκοπή πήγε ένα πρωί ο γέρος του, όταν ο δικαστικός επιμελητής χτύπησε την πόρτα του σπιτιού του με εντολή κατάσχεσης –ο θρασύδειλος γιος, τον κρατούσε μέχρι την ύστατη στιγμή, στα μαύρα σκοτάδια.


Τον ξελάσπωσε η αδερφή του πατέρα του, χήρα εξ Αμερικής. Εκείνη του έστειλε τα απαιτούμενα κεφάλαια για να καλύψει τη χασούρα και να γλυτώσει το υποθηκευμένο πατρογονικό στην άκρη του περιγιαλιού. Εκείνες τις ίδιες μέρες, η πλούσια θεία είχε θάψει τον ακόμα πλουσιότερο, τρίτο σύζυγό της. Ευσυγκίνητη όπως ήταν από τον διπλό χαμό, συντρόφου κι αδερφού, άτεκνη η ίδια, έσπευσε να υιοθετήσει τον ανιψιό της, μαζί με τα χρέη του, μαζί και με το κούφιο το κεφάλι του. Οι γνωριμίες της με υψηλά ιστάμενους, πολύ βοήθησαν κι αυτές. Ο Γιώργης βρέθηκε με πλαστό πτυχίο, αφού το δικό του δεν είχε αξιωθεί ποτέ του να το πάρει, φυτευτό στέλεχος σε κάποιον κοινωφελή οργανισμό δημοσίου συμφέροντος.


Έστω κι αν η θεία κατάλαβε γρήγορα τι κουμάσι ήταν ο ανιψιός της ώστε να του γυρίσει την πλάτη, ο διορισμός δεν πήγε χαμένος. Από εκείνη την αργομισθία, πέρασε δυναμικά στον κρατικοδίαιτο συνδικαλισμό. Έμειναν όλοι ευχαριστημένοι· απαλλάχτηκαν από την ενοχλητική παρουσία του οι προϊστάμενοί του, τον ξεφορτώθηκαν και οι συνάδελφοί του, αφού τέτοια υποκείμενα δεν θέλει να τα έχει από πάνω ή από κάτω του, κανείς στην ιεραρχία. Όλοι τον ψήφιζαν και τον ξαναψήφιζαν να τους εκπροσωπεί, όχι για άλλο λόγο, αλλά για να μην τον έχουν μέσα στα πόδια τους να τους ανακατεύει, ο αχαΐρευτος.


Μπορεί να ήταν ντενεκές ξεγάνωτος και απολύτως αντιπαθής σε όσους γνώριζαν έστω και λίγο το μέγεθος της ανοησίας και της αχρηστίας του, όμως είναι αλήθεια ότι ο Γιώργης είχε μια ψεύτικη φινέτσα κληρονομημένη Κύριος οίδε από πού· μια γοητεία που προσωρινά κέρδιζε εκείνους που αγνοούσαν τι ανεκδιήγητο ρεμάλι ήταν, στην πραγματικότητα.


Δεκαεπτά χρόνια στο συνδικαλιστικό στερέωμα, διέπρεψε ανάμεσα στους άλλους συνδικαληστές, αυτούς που όχι μόνο καταρράκωσαν την ιδέα του συνδικαλισμού, αλλά μέχρι και την ορθογραφία της λέξης κατάφεραν ν’ αλλάξουν, τα παλιόμουτρα, με την επονείδιστη συμπεριφορά τους.


Αλλά έχει ο καιρός γυρίσματα και κάποια στιγμή σαν να φάνηκε ότι ο κόμπος έφτανε στο χτένι. Οι ελεγκτές της Κεντρικής Τράπεζας ετοιμάζονταν να ξεκινήσουν έναν ράθυμο λογιστικό έλεγχο στα οικονομικά του ασφαλιστικού ταμείου, όπου προέδρευε εκείνη την εποχή ο Γιώργης· το τεράστιο ταμειακό έλλειμμα, υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθεί, αν άλλαζαν τα πολιτικά πράγματα. Ο αγύρτης και η παρέα του, διαχειρίζονταν την περιουσία των ασφαλισμένων συναδέλφων τους με τρόπο επιζήμιο, μόνο και μόνο για να εξασφαλίζουν οι ίδιοι μια πλουσιοπάροχη ζωή κραιπάλης, που δεν μπορούσε να συνάδει με τα μέτρια εισοδήματά τους.


Κοντολογίς, μόνο η θεία του Γιώργη, με τη μεγάλη της περιουσία, θα μπορούσε να ξελασπώσει τη συμμορία που τόσα χρόνια, με πολιτική πάντα κάλυψη, αλώνιζε τρώγοντας και πίνοντας στην υγειά των κορόιδων.
Το πρόβλημα ήταν ότι η γερόντισσα, δεν ήθελε πια ούτε ζωγραφιστό να τον δει, τον ανιψιό της· κι αν δεν αποφάσιζε να τον αποκληρώσει, ήταν μόνο από ανόητο συναισθηματισμό, καθότι ήταν ο μοναδικός εξ αίματος συγγενής που της είχε απομείνει· παιδιά δικά της, δεν είχε αποκτήσει.


Η προκήρυξη των πρόωρων εκλογών εκείνης της χρονιάς, πάγωσε τα πάντα. Η παγωνιά αυτή, δεν άφησε ανεπηρέαστο ούτε το κλιμάκιο των ελεγκτών, το επιφορτισμένο να ελέγξει τις ντροπές του Γιώργη και της συντροφιάς του. Άλλωστε, οι άνωθεν εντολές, εμμέσως πλην σαφώς συνιστούσαν, αν δεν επέβαλλαν, κωλυσιεργία στους υπαλλήλους του ελεγκτικού μηχανισμού. 
Έτσι κερδήθηκε ο χρόνος που χρειαζόταν για ν’ αρχίσει να ξεδιπλώνεται το σχέδιο που από καιρό ωρίμαζε στο διεστραμμένο μυαλό του Γιώργη.


Μέσα στον Αύγουστο, κατάφερε κι έκανε επαφή μ’ έναν παλιόφιλό του, τον Ιούλιο· ένα κάθαρμα ανάλογου φυράματος, που κατοικοέδρευε στο Όρεγκον των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Θα του έπαιρνε κάμποσες μέρες, να κατέβει με το πάσο του οδικώς από το Πόρτλαντ, απαρατήρητος, μέχρι εκείνο το προάστιο της Βοστώνης όπου ζούσε η γριά θεία μόνη της. Νύχτα θα έφτανε, νύχτα θα έκανε τη δουλειά με το αζημίωτο, νύχτα θα έφευγε ο φονιάς, απαρατήρητος. Απλό ήταν το σχέδιο κι εύκολο στην εκτέλεσή του.


Αρχές Σεπτεμβρίου, ο Ιούλιος είχε στείλει στον Γιώργη μήνυμα, με το οποίο υπονοούσε ότι η αποστολή είχε εκτελεστεί άψογα κι ότι η θεία είχε ξεκινήσει το μακρινό της ταξίδι για το υπερπέραν, με σημείο εκκίνησης δυο μέτρα κάτω από τα θυμαράκια που ευδοκιμούν στο ορθόδοξο νεκροταφείο της Βοστώνης.


Πράγματι, μετά από μια εβδομάδα, χτύπησε το τηλέφωνο του Γιώργη, μοναδικού κληρονόμου μιας περιουσίας αρκετών εκατομμυρίων δολαρίων σε ανώνυμα ομόλογα του αμερικανικού Δημοσίου και πιστοποιητικά χρυσού, μαζί μ’ ένα αξιόλογο χαρτοφυλάκιο ακινήτων που απέδιδε ένα  ζουμερό, ετήσιο εισόδημα. Αυτή ήταν η θεία… 
Ο Έλληνας αντιπρόσωπος του αμερικανικού δικηγορικού γραφείου που ανέλαβε την εκτέλεση της διαθήκης, στα έγγραφα αποδοχής κληρονομιάς που του έστειλε να υπογράψει, συμπεριέλαβε κι ένα απόκομμα από την «Ελληνική Φωνή της Βοστώνης». Στο εκτενέστατο, δισέλιδο ρεπορτάζ στο σαλόνι της εφημερίδας, μαζί με πλούσιο φωτογραφικό υλικό, περιγραφόταν ένα λουτρό αίματος στην έπαυλη της θείας, στις ακτές του Ατλαντικού. Έλειπαν χρήματα και τιμαλφή, σημείωνε το άρθρο. Το κίνητρο, συμπέραινε ο δημοσιογράφος, ήταν η ληστεία και πράγματι, ο Ιούλιος είχε αμειφθεί βασιλικά για την απαίσια πράξη του. Η τοπική αστυνομία ερευνούσε την υπόθεση που, κατά την εύλογη εκτίμηση του Γιώργη, γρήγορα θα έμπαινε στο αρχείο.


Σύμφωνα με τη μυθολογία, οι ‘Αρπυιες, οι φτερωτές αρπάχτρες των ψυχών, είναι κόρες του Θαύμαντα και της Ηλέκτρας. Απεικονίζονται ως πετεινά με αποκρουστικά, ανθρώπινα κεφάλια. Όμως η ομορφιά της μικρότερης από τις αδελφές, της Αελλώς, και η κορμοστασιά της που σου έκοβε την ανάσα, ήταν αδιάψευστη μαρτυρία ότι οι μύθοι δεν είναι πάντα ακριβείς σε όλες τις λεπτομέρειές τους.


Δεν είχε περάσει ούτε μήνας, από τα αιματηρά γεγονότα της Βοστώνης. Ο Γιώργης ήταν ξαπλωμένος στον έναν από τους δυο βαρείς δρύινους σοφάδες που στόλιζαν τη μεγάλη ισόγεια βεράντα του παραθαλάσσιου, δίπατου πατρικού, ρεμβάζοντας μόνος κάτω από το φεγγαρόφωτο, καπνίζοντας αρειμάνια το κουβανέζικο πούρο του και πίνοντας γουλιά-γουλιά, ένα ακριβό κονιάκ απ’ το μπουκάλι· ένα μπουκάλι στολισμένο με μια μαύρη ετικέτα, πλημμυρισμένη με αρμένικα χρυσά γράμματα και διάστικτη με αμέτρητα, στρογγυλά και πολύγωνα μετάλλια βραβεύσεων.


Δεν είχε νοιώσει την παραμικρή τύψη για τη γριά. Μπορεί να ζούσε καμιά δεκαριά χρόνια ακόμα, έτσι υγιέστατη και καλοστεκούμενη που ήταν, αλλά κακά τα ψέματα, τα είχε φάει τα παντεσπάνια της σε τούτον το μάταιο κόσμο. Καλά είχε ζήσει. Τώρα, ήταν η δική του η σειρά, ν’ απολαύσει τη ζωή του. Έτσι σκεφτόταν. 
Η πρώτη του δουλειά ήταν να πάρει ένα δάνειο με εγγύηση την κληρονομιά που είχε αποδεχτεί και να επιστρέψει τα κλεμμένα. Ήθελε να έχει το κεφάλι του ήσυχο, όσο απίθανη κι αν ήταν η περίπτωση να εμφανιστούν οι εντεταλμένοι τιμωροί οπουδήποτε αλλού, εκτός από τα ταραγμένα όνειρά του, των τελευταίων μηνών.


Το δεύτερο που σχεδίαζε, ήταν να ετοιμάσει τα χαρτιά της παραίτησής του από την υπηρεσία, πράγμα που έτσι κι αλλιώς το σκεφτόταν από καιρό, αφού ήταν αποφασισμένος να κατέβει στον στίβο της πολιτικής. Μήπως ήταν καλύτεροι απ’ αυτόν, οι υπόλοιποι που θήτευαν στη ελληνική Βουλή, αναρωτιόταν εύστοχα. Τώρα ήταν η ώρα! Με δεδομένη την κοινωνική αστάθεια και μέσα στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα οικονομικής αβεβαιότητας, παντρεμένης με την κοινωνική κρίση, οι μεθεπόμενες εκλογές δεν φάνταζαν πολύ μακρινές κι υπήρχαν τουλάχιστον δύο κόμματα εξουσίας που θα καλοδέχονταν την πρότερη, ευδόκιμη, συνδικαλιστική του δράση. Το μελιστάλαχτο, γοητευτικό του χαμόγελο, οι γνωριμίες του και, κυρίως, το φουσκωμένο πορτοφόλι του, σε εποχές ισχνών αγελάδων τον καθιστούσαν πολύφερνο, πολιτικό νυμφίο. Όλα πρίμα, σκέφτηκε, αφήνοντας το μισοσβησμένο πούρο του στο κρυστάλλινο σταχτοδοχείο και ρουφώντας άλλη μια γερή γουλιά από το μισοάδειο μπουκάλι με το αρμένικο νέκταρ.


Η Αελλώ περπάτησε βουτώντας τα γυμνά ποδάρια της μέσα στη λεπτή άμμο, που κρατούσε ακόμα κάμποση από τη ζεστασιά της μέρας. Ο ήλιος, στα τέλη του Σεπτέμβρη, προτού φτάσει στη δύση του, σφυρηλατούσε ανελέητα, το ξηρικό τοπίο. Με αποφασιστικά βήματα, προχωρούσε με μία χάρη σαγηνευτική, κληρονομημένη από την Ωκεανίδα μάνα της. 


Ξανάναβε με το χρυσό του αναπτήρα το σβησμένο πούρο του, όταν αντιλήφθηκε την παρείσακτη παρουσία. Στην αρχή αγγελοσκιάχτηκε, αλλά όταν διέκρινε καθαρότερα την ψηλόλιγνη καλλονή, θεόγυμνη να πλησιάζει προς το μέρος του, λιγώθηκε. Ανακάθισε στο σοφά που έτριξε κάτω από το μετακινούμενο βάρος του. Έψαχνε να βρει λέξεις, μα λόγια δεν κυλούσαν από το μυαλό στη γλώσσα του, σαν να την έχει καταπιεί· λιγότερο από την έκπληξη της απρόσκλητης κι αναπάντεχης παρουσίας· περισσότερο από την έκπαγλη ομορφιά της άγνωστης που λικνιζόμενη υπέροχα, ερχόταν προς το μέρος του αποφασισμένη να τον ρουφήξει.


Ένοιωσε το μεθυστικό άρωμα του νοτισμένου της κορμιού, την ώρα που σιωπηλή κι εύχαρις, η Αελλώ έσκυβε από πάνω του. Πήγε να ανασηκωθεί. Ακουμπώντας τον στον ώμο με το δεξί της χέρι, τον έσπρωξε μαλακά προς τα πίσω. Αμίλητη, σήκωσε με χάρη το αριστερό της πόδι κι ύστερα και το άλλο, με χάρη γυμνάστριας. Κάθισε απάνω του, χαμογελώντας με αυτοπεποίθηση όταν, κάτω από τους μυώδεις προσαγωγούς της, αισθάνθηκε τον ανδρισμό του να σκληραίνει. 


Λυγίζοντας το φιδίσιο κορμί της προς τα πίσω, πήρε το κονιάκ απ’ το τραπέζι, πίνοντας κι αυτή από το μπουκάλι μια μικρή γουλιά· ύστερα και μια δεύτερη, μεγαλύτερη, που την κράτησε μέσα στο στόμα της. Σκύβοντας, κόλλησε τα σαρκώδη χείλη της στο μισάνοιχτο στόμα του αποσβολωμένου Γιώργη, αφήνοντας να κυλήσει μέσα του, το ακριβό απόσταγμα.


Με τα μάτια κλειστά, παραδομένος στην ονειρική απόλαυση, ο Γιώργης ακούμπησε το χέρι του, τρεμάμενο απ’ την ανείπωτη συγκίνηση, στον γοφό του θηλυκού δαίμονα που τον είχε καβαλικέψει. Ένοιωσε το απαλό χνούδι που κάλυπτε τη μεταξένια επιδερμίδα της ν’ ανατριχιάζει, πριν η καυτή σάρκα της εξαϋλωθεί, ανάμεσα απ’ τ’ ακροδάχτυλά του. Ούτε που πρόλαβε να συνειδητοποιήσει για πότε το υποκείμενο του πόθου του μετουσιώθηκε σ’ έναν αχνογάλανο καπνό που σχηματισμένος σε μια λεπτή τούφα, μέσα από το μισάνοιχτο στόμα του, εισέβαλε στα σωθικά του. Τη μια στιγμή ο Γιώργης απολάμβανε εκστασιασμένος το βαθύ φιλί της, μαζί με τη γεύση από τις τελευταίες, σαλιωμένες σταγόνες του αρμένικου ποτού, την άλλη ήταν νεκρός.


Η Αελλώ κατέλαβε από μέσα του, όλα τα μόρια του άψυχου κορμιού του. Πριν περάσει ένα λεπτό, η σορός  αιωρήθηκε ανάλαφρα κι ορθοπόδησε. Πήρε δρόμο, περπατώντας με μια αλλόκοτα γυναικεία χάρη, ως την ακροθαλασσιά. Η νύχτα είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει πάλι, καθώς τα σύννεφα, πυκνώνοντας ξανά, έκρυψαν τη Σελήνη που ικανοποιημένη από το φινάλε της παράστασης, δεν είχε πια χρεία να παρακολουθεί.


Το πτώμα του Γιώργη βρέθηκε μετά από λίγες μέρες στην απέναντι άκρη της παραλίας, καταταλαιπωρημένο από τα χτυπήματα στα βράχια και μισοφαγωμένο απ’ τα ψάρια και τα καβούρια. 
Ο ιατροδικαστής δυσκολεύτηκε πολύ με τη νεκροψία. Τελικά, αποφάνθηκε ότι αιτία θανάτου ήταν ο πνιγμός, ύστερα από υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ. 


Πενθούσε τον χαμό της αγαπημένης του θείας και το είχε ρίξει στο πιοτό, αποφάνθηκε συγκλονισμένη η μικρή, τοπική κοινωνία. Στο δημοτικό συμβούλιο της πολίχνης, κατατέθηκε πρόταση για την ονοματοθεσία μιας νεότευκτης πλατείας, προς τιμήν του αδικοχαμένου, άξιου τέκνου της κοινότητας. 
Εν τω μεταξύ, η Αελλώ, αλωνίζει τα πέρατα του κόσμου, συνεχίζοντας το συστηματικό κυνήγι των βροτών που επιμένουν να κάνουν το λάθος, ν’ αψηφούν τους θεϊκούς νόμους…

Αελλώ

του Αλέξανδρου Raskolnick

© 2019 by Achilleas and Camilo