Του άρεσε, πραγματικά του άρεσε, το όνομα της κατάστασής του. Μελωδικό κι αέρινο. Σα λέξη ξένη, εξωτική. Αϋπνία: τις νύχτες, τον συνόδευε στην πόλη πιστή. Του κρατούσε το χέρι ενώ περιφερόταν ανάμεσα σε φώτα που επιμηκύνονταν και φωνές που έσβηναν αργά, με καθυστέρηση. Τα βήματά του είχαν τη δική τους, επαναλαμβανόμενη, τελετουργία: γύρω γύρω στο κέντρο, έπειτα στην κεντρική αγορά κρεάτων και λαχανικών, έπειτα στο σταθμό των λεωφορείων και την κεντρική πιάτσα των ταξί. Ήξερε τα νευραλγικά κέντρα της άγρυπνης πόλης απέξω. Μετακινούνταν από το ένα το άλλο με την αβίαστη φυσικότητα που ο ήλιος μετακινείται στα γεωγραφικά πλάτη, από την Ισπανία στον Ατλαντικό, από εκεί στη Γροιλανδία, στις Ανατολικές Ακτές, στις Δυτικές, στην Ασία. Κάποιος ίσως έλεγε ότι ο δικός του ήλιος ήταν μαύρος. Αλλά και τι μ’ αυτό. Η πόλη ήταν για όλους, νοικοκύρηδες που ξυπνούσαν με τις κότες και πρεζάκια, μεθυσμένους και ψυχαναγκαστικούς που έκαναν τζόγκινγκ ή ποδήλατο από τις πεντέμιση το πρωί, νοσοκόμους που επέστρεφαν απ’ τη νυχτερινή βάρδια, εργάτες που πήγαιναν στην πρωινή.


Σταμάτησε στο περίπτερο για τσιγάρα. Ήταν τρεις και μισή το πρωί περίπου. Το φεγγάρι μόλις που διακρινόταν πίσω απ’ τα σύννεφα. Απ’ το σημείο όπου βρισκόταν, η άγρυπνη ζωή είχε σχεδόν εξαφανιστεί εντελώς. Ήταν ώρα να πηγαίνει πιο κει, σκέφτηκε, στην πιάτσα των ταξιτζήδων. Τότε ακριβώς ήταν που τον είδε. Τον είδε πίσω απ’ τον καπνό του τσιγάρου του, κι ενώ είχε πλησιάσει ήδη πολύ: έναν άντρα σαν όλους τους άλλους, με την εξωφρενική όμως (σε ό,τι τον αφορούσε προσωπικά) λεπτομέρεια ότι ήταν ίδιος με αυτόν. Ίδιος σαν δυο σταγόνες νερό. Σαν τον χαμένο δίδυμο αδελφό του. Ίδια ηλικία, ίδια κοψιά, ίδια μαλλιά, ίδιο βάδισμα. Τον είδε, μα ο άλλος δεν τον είδε, και σε λίγα δευτερόλεπτα τον είχε ήδη προσπεράσει και συνέχισε το βάδισμά του.

Πού πήγαινε αυτός ο άντρας, που του έμοιαζε τόσο, και που περπατούσε μέσα στη νύχτα όπως ο ίδιος; Η ερώτηση ήταν ήδη αρκετή για να τον κάνει να αλλάξει πλάνα: δεν θα πήγαινε στην πιάτσα των ταξιτζήδων. Θα πήγαινε όπου πήγαινε ο δίδυμός του. Θα τον ακολουθούσε κατά πόδας, σαν τη σκιά του. Και πράγματι, τον ακολούθησε. Μέσα απ’ τους εμπορικούς δρόμους, τις στοές των καταστημάτων λιανικής, των συμβολαιογραφείων, κατά μήκος των πλατειών με τα παγκάκια όπου κοιμόντουσαν οι άστεγοι και οι μεθυσμένοι, μπροστά από περίπτερα με τα ρολά κατεβασμένα, μπροστά απ’ τα Κεντρικά Ταχυδρομεία, από όπου είχε περάσει ο ίδιος πριν σαράντα περίπου λεπτά. Η πόλη, και η νύχτα της μαζί της, γύριζαν προς τα πίσω, σαν ρόλο από φιλμ που ξετυλίγεται ανάποδα στον προβολέα.


Σταδιακά, άρχισε να βλέπει πού πήγαινε το πράγμα: ο ξένος πήγαινε εκεί από όπου ερχόταν ο ίδιος, προς το σπίτι του, στον τρίτο όροφο της γκρι πολυκατοικίας στο δεκαέξι της οδού με το όνομα κάποιου ναυάρχου. Ήταν πλέον σαφές: η διαδρομή ήταν η ίδια και ήταν ευθέως αντίστροφη προς τη δική του. Ένιωσε κάτι σαν ναυτία με την συμμετρία και την προβλεψιμότητα αυτής της κίνησης. Ήταν σαν ένα κακόγουστο όνειρο, που ήρθε ξεδιάντροπα να ταλανίσει έναν άνθρωπο που υπέφερε από χρόνια αϋπνία με το φάντασμα του ύπνου, και μάλιστα στον ξύπνιο του, κι ενώ είχε ακόμα την εγρήγορση να παραμερίσει έγκαιρα για ένα αυτοκίνητο εκεί που ο δρόμος στένευε απ’ τα λογής εμπόδια σκουπιδοτενεκέδων και παρκαρισμένων οχημάτων.


Ποιός ήταν αυτός ο άνθρωπος; Με ποιο δικαίωμα του είχε υποκλέψει όχι μονάχα τη φάτσα, το ύψος, την περπατησιά, την ηλικία, αλλά και τις νυχτερινές διαδρομές, ίσως και την ίδια του την αϋπνία; Ποιος ήταν αυτός που συνέχιζε, με βήμα ταχύ και βέβαιο, το δρόμο του μέχρι που έφτασε πράγματι και κόντρα σε κάθε λογική, έξω απ’ το δικό του σπίτι; Ένιωσε εξοργισμένος. Έπρεπε να λογαριαστούνε. Τέτοια ανοιχτή, ξεδιάντροπη υποκλοπή ταυτότητας! Τέτοια κοροϊδία! Καθώς ο άντρας κοντοστάθηκε να βγάλει τα κλειδιά του για να ανοίξει την εξώπορτα, του χίμηξε. Τον άρπαξε απ’ το πέτο και άρχισε να του ουρλιάζει μες στη νύχτα: «Ποιος είσαι ρε καριόλη; Ποιός είσαι; Τι κάνεις στο σπίτι μου; Θες να με κλέψεις; Ποιος σ’ έστειλε ρε γαμημένε; Ποιός;»
Ο άλλος, που δεν τον είχε πάρει χαμπάρι πίσω του, τινάχτηκε αρχικά απ’ το σοκ και μετά από λίγα δευτερόλεπτα, κατά τα οποία είχε εντελώς χάσει το χρώμα του και κοιτούσε με μάτια απλανή και τρομοκρατημένα, σαν υπνοβάτης που τον τάραξες στον ύπνο του, άρχισε να φωνάζει. «Βοήθεια! Γειτόνοι! Αστυνομία! Βοήθεια!»


Ήταν σαν κάποιος να πέταγε τον ίδιο απότομα και με κλωτσιές απ’ το ζεστό του κρεβάτι ενώ είχε επιτέλους καταφέρει να κοιμηθεί με κάποια ηρεμία. «Γειτόνοι;» «Αστυνομία;» «Μα πως είναι δυνατόν! Φωνάζει ο κλέφτης; Θα έπρεπε να...»


Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη σκέψη του. Είδε φώτα να ανάβουν στον πρώτο όροφο, μετά στον τέταρτο. Είδε εξαγριωμένα απ’ το ξύπνημα πρόσωπα. Άκουσε σκυλιά να γαβγίζουν άγρια μες στη νύχτα. Άθελα του, τα δάχτυλα του χαλάρωσαν απ’ το πέτο του άλλου. Ζαλιζόταν. Πριν προλάβει να σταθεροποιηθεί απ’ το δικό του, συμμετρικό σοκ, ο γείτονας του απ’ τον πρώτο—είχανε πιεί ουζάκια μαζί μια μέρα! —τον είχε αρπάξει και τον χτυπούσε με μανία. Η πρώτη γροθιά δεν ήταν τόσο δυνατή. Αλλα η δεύτερη του έσπασε δόντι. Το αίμα άρχισε να τρέχει. Τ’ αυτιά του, που βούιζαν σαν να βρισκόταν πολλά μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια μιας θάλασσας, άκουσαν κάπου στο βάθος τις σειρήνες. Μετά όλα γύρισαν γύρω απ’ το κεφάλι του—κόκκινα και μπλε φώτα, δόντια σκυλιών, ο γείτονας με τις γροθιές του, ο φρικτός φαρσέρ δίδυμός του κατάχλωμος—και γύριζαν όλο και πιο γρήγορα για λίγο, σαν παιδική σβούρα, ώσπου σωριάστηκε κάτω και όλα έσβησαν.


***
 

«Ξύπνα». Κάποιος τον σκουντούσε. «Πιες». Του έσπρωξε ένα πλαστικό ποτήρι καφέ στο χέρι. Ένιωσε τη μυρωδιά να του τρυπά τα ρουθούνια. Άνοιξε τα μάτια. Σήκωσε το κεφάλι, που πονούσε ακόμη. Μπάτσος. Κοίταξε γύρω του. Κι άλλοι μπάτσοι. Γραφεία, χάρτες, λάμπες. Αστυνομικό Τμήμα. Ήπιε δυο γουλιές μεγάλες. «Συνήλθες, πουλάκι μου;» ρώτησε ο μπάτσος ειρωνικά. «Ελα τώρα να μας κελαηδήσεις και σε περιμένουμε τόση ώρα.» 
Ένιωθε ήσυχα, αδιάφορα, σα να αφορούσαν όλα κάποιον άλλο.
«Ονοματεπώνυμο.»
«Ονοματεπώνυμο ρε μαλακισμένο, θα το πω τρίτη φορά;» 
«Δε θυμάμαι.»
Ήταν αλήθεια. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα πώς τον έλεγαν. Και ήταν ακόμα χειρότερα από αυτό. Δεν είχε την παραμικρή ιδέα αν ήξερε κάποτε πώς τον έλεγαν. Δεν θυμόταν αν και πότε το είχε ξεχάσει.
«Από πού είσαι ρε; Γιατί η προφορά σου δε μου φαίνεται σόι. Έλληνας είσαι ρε ή Αλβανός; Ρουμάνος; Ιρακινός; Αζέρος; Τι στον πούτσο είσαι ρε, που χίμιξες στον νοικοκύρη άνθρωπο ξημερώματα να τον σκοτώσεις;»
«Τον δίδυμό μου...» του ξέφυγε.
«Α το μαλάκα το γύφτο δες. Ναι ρε, μοιάζετε. Φτυστοί είστε. Μόνο που αυτός είναι καστανός και όχι μαυροτσούκαλο σαν την πάρτη σου, σου ρίχνει ενάμιση κεφάλι στο ύψος και είναι καμία δεκαπενταριά κιλά βαρύτερος. Κατά τα άλλα φτυστοί. Ονοματεπώνυμο, στοιχεία πατρός, μητρός, τόπος διαμονής, τόπος καταγωγής, λέγε. Ταυτότητα δεν έχεις, σε ψάξαμε».


Δε θυμόταν. Δεν είχε ιδέα. Κατ’ αρχήν, ποια ήταν αυτή η πόλη; Τι έκανε εκεί; Έβγαινε, αυτό το ήξερε, κάθε νύχτα στους δρόμους και τριγυρνούσε από τόπο σε τόπο. Κέντρο, αγορά κρεάτων και λαχανικών, πιάτσα ταξί, σταθμός λεωφορείων. Ήξερε τη διαδρομή σαν την παλάμη του χεριού του. Αλλά, για παράδειγμα, τι δουλειά έκανε; Δεν θυμόταν. Που έμεναν οι γονείς του; Είχε αδέρφια; Δεν ήξερε. Είχε κάποια σχέση; Δε γνώριζε. Τι φαγητά του άρεσαν; Ποια ομάδα υποστήριζε στο ποδόσφαιρο; Αναγνώριζε Θεό και ποιόν; Πόσες γλώσσες μιλούσε; 

Το μυαλό του ήταν κενό. Ολότελα κενό. Δεν υπήρχαν μνήμες άλλες από αυτή της διαδρομής κάθε νύχτα—αλλά για πόσες νύχτες;—στην πόλη—αλλα σε ποιά πόλη; Τίποτε άλλο. Καμία συνήθεια, κανένα χούι, καμιά αδυναμία, φιλοδοξία, κανένας φόβος και καμία ελπίδα. Δεν είχε ζωή να διηγηθεί. Θυμόταν μόνο ότι έπασχε από αϋπνία και ότι περπατούσε για να την ξεπεράσει. Αϋπνία, δε λεγόταν; Αϋπνία. Αυτό το θυμόταν. Του είχε συμβεί κάτι κάποτε ίσως, και έτσι έπασχε από αϋπνία. Ήταν μια όμορφη λέξη, που άρχιζε από άλφα και τελείωνε με άλφα. Έκανε κύκλο, όπως αυτός τις νύχτες. Και του κρατούσε συντροφιά.


«Τον βρήκα», άκουσε τον μπάτσο που καθόταν στον υπολογιστή να λέει. «Τον βρήκα τον καριόλη. Λαθραίος. Μπήκε από τα βόρεια σύνορα. Διέφυγε το καλοκαίρι από το κέντρο υποδοχής. Είχαν χαθεί τα ίχνη του. Ποιος ξέρει τι ληστείες—ή και χειρότερα—έχει διαπράξει ήδη.» «Δεν τον βλέπεις;» απάντησε ο μπάτσος που τον κράταγε, με αποστροφή, λες και αισθανόταν προσβεβλημένος προσωπικά. «Κυριλέ ντυμένος, άρχοντας. Και τώρα μας το παίζει τρελίτσα η κουφάλα, ο δίδυμός του και αϋπνίες. Γιατί ξέρει ότι ψάξε βρες τι είναι όλοι αυτοί οι γαμώσπιτοι που μας κουβαλιούνται. Αφού φυτρώνουν σαν τα σαλιγκάρια οι μπάσταρδοι. Ό,τι θέλουν μπορούν να λένε ότι είναι. Ποιος τους ξέρει; Ο καθένας με το παραμυθάκι του. ‘Γιατρός’ λέει ο ένας, ‘εκπαιδευτικός’ ο άλλος, τ’ αρχίδια μου τα δυο! Σιχτήρ, με τους μαχαιροβγάλτες που μπλέξαμε».


Η κραυγή θυμού κι απόγνωσης του ξέφυγε χωρίς να το θέλει και χωρίς να προλάβει να προστατέψει το πρόσωπό του από τις νέες, ορεξάτες γροθιές των μπάτσων: «Ήμουν ένας από σας! Μέχρι τα ξημερώματα, που κάποιος μου πήρε τη θέση, ήμουν κάποιος, ήμουν ένας άνθρωπος με αϋπνία!»
 

Aϋπνία

του Αντώνη Μπαλασόπουλου

© 2019 by Achilleas and Camilo