Φόρεσα την μάσκα μου και μπήκα στην αποβάθρα. 


Ευαγγελισμός – Αμπελόκηποι. 


Πολύς κόσμος και παντού. Άλλη φάτσα αυτοί που πηγαίνουν για δουλειά, άλλη φάτσα εμείς που πηγαίναμε εφετείο. Κι ας μην γνωριζόμασταν μεταξύ μας. Τα πρόσωπα μας επικοινώνησαν αμίλητα. 


Μπήκα στριμωγμένος στον συρμό. Οι πιο πολλοί ήταν μικρές ομάδες, εγώ ήμουν μόνος.  Τα χέρια μου στις τσέπες. Το θέλω και το κινητό και το πορτοφόλι. Ειδικά σήμερα. Η Ιωάννα μου θα περιμένει στο σπίτι να της στείλω την ετυμηγορία. Δεν βλέπει τηλεόραση. 


Στο Μέγαρο Μουσικής, μία μεσήλικη άρχισε να γκρινιάζει γιατί εμείς οι χομπίστες πηγαίναμε να κάνουμε επεισόδια κι εκείνη που πήγαινε στην δουλειά της, δεν μπορούσε να φτάσει στην έξοδο του συρμού. 
Σπρωχτήκαμε αρκετά, για να φτιαχτεί μια δίοδος πλάτους μισού ανθρώπου, για να περάσει αυτή στα πλάγια και να πάει να δουλέψει.  Κάτι πιτσιρικάδες χαζογελούσαν κοιτώντας την να βγαίνει και να συνεχίζει την γκρίνια περπατώντας. Πλέον έβλεπαν μόνο τα χείλια της να κουνιούνται, χωρίς να ακούνε τι έλεγε. Καλύτερα έτσι. 
Ο συρμός, αγκομαχώντας συνέχισε προς Αμπελόκηπους. 


Όταν σταμάτησε, βγήκαμε όλοι βιαστικά αφήνοντας ένα σούσουρο μέσα στον συρμό για να κάνει παρέα όσος έμειναν μέσα.  Η ανακούφιση όσων συνέχιζαν την διαδρομή τους, ήταν έκδηλη στα μάτια τους. 
Το ποτάμι κύλησε προς τις κυλιόμενες, ψάχνοντας μανιωδώς την έξοδο προς Αλεξάνδρας. 
Βγήκα στο πεζοδρόμιο. Πουθενά αυτοκίνητο, πουθενά κόρνες, ελάχιστο καυσαέριο. 


Έπος. 


Προχώρησα προς εφετείο. 


Μπροστά από την ΓΑΔΑ, χαμογέλασα και χαιρέτησα έναν αστυνομικό. Λογικά αγχώθηκε. 
Συνέχισα να προχωράω βλέποντας την λαοθάλασσα μπροστά μου να πλησιάζει. 
Κανονικά θα έπρεπε να με αγχώνει όλη αυτή η κοσμοσυρροή, αλλά σήμερα η πόλη γιορτάζει και ξεχειλίζει περηφάνια μέχρι κι από τους κάδους της. 


Είδα κόσμο με πανό, ανθρώπους με καφέδες στα χέρια να κουβεντιάζουν και να γελούνε.


 Άκουγα την λέξη «φασίστες» εδώ κι εκεί, διάσπαρτη. Την φαντάστηκα σαν λαμπερό έντομο με δεκάδες φτερά, που χοροπηδάει από στόμα σε στόμα κι αφού μαζέψει όση περισσότερη ενέργεια και νεανική ζωντάνια μπορέσει,  τελικά δίνει δρόμο προς το εφετείο, πετάει πάνω από τις κλούβες και τους αστυνομικούς, σπάει ένα τζάμι του κτιρίου, τρέχει μανιασμένο μέσα στους διαδρόμους μέχρι να εντοπίσει την αγαπημένη του αίθουσα κι όταν την βρει, πάει και προσγειώνεται ατάραχο στον αριστερό ώμο της κυρά Μάγδας. 


Κι ενώ όλοι κοιτάνε τρομαγμένοι το συμβάν και μουρμουρίζουν κάτι ακατάληπτα, εκείνη γυρνάει ήρεμη το κεφάλι της προς το περίεργο λαμπερό έντομο, του χαμογελάει ελαφρά και απλώνει το δεξί της χέρι προς το μέρος του. 


Σαν να το περίμενε καιρό. 
Μετά εκείνο ανεβαίνει στην ανοιχτή της παλάμη και κάθεται στο κέντρο της.
Σαν να εκτέλεσε την αποστολή του. 
Κι η κυρά Μάγδα το καταπίνει σαν χάπι.


Και την επόμενη στιγμή, ο πρόεδρος  του Εφετείου εκστασιάζεται και φωνάζει «ΌΛΟΙ ΕΝΟΧΟΙ» και χτυπάει εκείνο το περίεργο ξύλινο σφυρί. 
Ακούγεται ο γνωστός ήχος του ξύλου που προσγειώνεται με δύναμη σε ξύλο. 
Και  όλα τελειώνουν απότομα. 
Ένα τεράστιο πανό – κανείς δεν ξέρει πως βρέθηκε εκεί  -  ξεδιπλώνεται στην πρόσοψη του εφετείου, με μία κατεστραμμένη σβάστικα κι ένα σύνθημα. 
«ΟΛΟΙ ΕΝΟΧΟΙ»


Ο κόσμος απ ‘έξω το βλέπει και αρχίζει να χειροκροτεί. 


Παίρνω βιαστικός τηλέφωνο την Ιωάννα μου, στο σπίτι για να της πω τα ευχάριστα. Αλλά οι γραμμές έχουν πέσει. 


Όλοι αγκαλιάζονται, κάποιοι λίγοι σταυροκοπιούνται, κάποιοι φωνάζουν συνθήματα. 
Εγώ  το μόνο που νιώθω είναι πως πρέπει να τρέξω στο σπίτι, για να πω στην Ιωάννα τι συνέβη. 
Δεν ξέρω πως πέρασε η ώρα, δεν ξέρω που ήμουν όλες αυτές τις χαμένες στιγμές. 
Την μια στιγμή πλησίαζα στην πορεία και την άλλη στιγμή είχαν τελειώσει όλα, και μάλιστα με αίσιο τέλος. Κάτι τρύπησε τον χωροχρόνο και με τράβηξε από τα μαλλιά, στους δικούς του κανόνες. 
Αλλά δεν με νοιάζει πολύ. 


Σημασία έχει μόνο να γυρίσω στην Ιωάννα μου και να τους δούμε αγκαλιά στο σαλόνι, να περνάνε το κατώφλι της φυλακής, με την ήττα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο τους. 
Μία για πάντα. 


 

7 Οκτώμβρη

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo