[η θέση και η κατάσταση του όντος]

 

Όταν αποκλείεις από κάτι να είναι κάπου

Ορατό ή αόρατο

Ή έλλογο ακόμα κι αυτοτελές

Ή (α)νόητο

Προσεγγίζεις την αληθινή του θέση καλύτερα

 

Φτάνει τώρα να υποθέσεις πάλι

Για την κατάσταση του.

Αν είναι ά-λογο κι εξαρτημένο

Ή μόνο νοητό πια.

[Ας πιούμε]

 

                                                            (για την Έμιλι Ντίκινσον)

 

Κι αν όλοι σηκωθήκαμε πρωί

Και δίψα νιώσαμε το μεσημέρι

Οι μισοί τ’ απόβραδο κινήσαμε μαζί

Κι επιμείναμε να μας ανήκει

Τούτη η νύχτα

Να πιούμε το σκοτάδι

Όπως μας πρέπει

Μια που πολύ λιγότεροι θα ‘μαστε εδώ

Να φέρουμε το φως

Της αυγής την ώρα.

Κλειστά περίπτερα

Κλειστά περίπτερα

Τρύπες που έμειναν ανοιχτές

Σε ανισοϋψή ρείθρα.

Ρήγματα σε πλάκες πεζοδρομίων

Κι έμποροι που μεταφέρθηκαν

Χωρίς να κληροδοτήσουν τίποτα.

Ανάμνηση κενή

Στην κοινωνική συνοχή.

Και τώρα πληγές σε ιστούς καπνιστών

Περιπατητές που απομακρύνονται

Στους σπασμένους δρόμους

Χωρίς εγγύ προορισμό.

[συνείδηση]

 

Η συνείδηση δεν έχει χρόνο.

Καλύτερα να σε χαϊδεύει

Έβαλες τα δυνατά σου

Παρά να σε κατατρέχει.

Στο βασίλεμα της –κι όταν εκλείπει

Φωτίζεται ο άνθρωπος

Που είσαι.

[μέλι]

 

Σ’ αυτό που έμεινε από τον έρωτα μας

Θέλω να ρίξω ζεστό νερό

Στο μέλι του

Στον πάτο του βάζου

Να κλείσω το καπάκι

Να το ανακινήσω

Και να το ρουφήξω με χείλη

Και γλώσσα λαίμαργη.

Πέντε μικρά ποιήματα

του Νικόλα Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo