© 2019 by Achilleas and Camilo

Άνοιξα τη βαριά μεταλλική πόρτα του κτιρίου, ρίχνοντας μια τελευταία ματιά στο δρόμο για να βεβαιωθώ ότι δεν με είχε ακολουθήσει κανείς. Ο θυρωρός στην πόρτα με κοίταξε συνωμοτικά απλώνοντας παράλληλα τη ροζιασμένη παλάμη του για να λάβει το αντίτιμο, το εναπόθεσα μέσα της και ύστερα κίνησα μαζί του για να μου ανοίξει την πόρτα από σημύδα που οδηγούσε στο υπόγειο.

« Μια επισήμανση μόνο»

Μου είπε χαμηλόφωνα.

« Ξέρω, ξέρω για ο,τι και αν συμβεί, εσείς δεν γνωρίζατε τίποτα»

Του απάντησα, με κοίταξε με ένα δουλικό χαμόγελο ευγνωμοσύνης και τοποθέτησε το κλειδί στην υποδοχή του.

« Καλή σας διασκέδαση»

Ο πρώτος που συνάντησα στο δωμάτιο ήταν ο Σών, ένας μισός μαύρος, μισός ινδιάνος τρομπετίστας που είχε έρθει από το Μπρόνξ στην Ευρώπη για να γλιτώσει τους διωγμούς και τα πογκρόμ εναντίον των καπνιστών. Κανείς τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η εσχάτη των ποινών θα περνούσε τον Ατλαντικό. Υπήρχαν βέβαια οι λυσσαλέες αντικαπνιστικές καμπάνιες, η μυστική αστυνομία, οι πολύωρες ανακρίσεις, οι πολυετείς καθείρξεις στους λαθρεμπόρους και τα εξοντωτικά πρόστιμα στους χρήστες (οι οποίοι αργότερα, και με την αλλαγή της ευρωπαϊκής νομοθεσίας, θα εξομοιώνονταν ποινικά με τους διακινητές), υπήρχαν ακόμα και οι, ταγμένες στην υπηρεσία της δημόσιας υγείας, επιτροπές «αγανακτισμένων πολιτών», χρηματοδοτούμενες σιωπηλά από την κυβέρνηση και αποτελούμενες από μπράβους νυχτομάγαζων και πρώην κατάδικους, και φυσικά η δέσμευση της Ευρωπαϊκής Ένωσης ότι μέχρι το 2073 δεν θα υπάρχει κανείς καπνιστής στο έδαφος της.

Εντούτοις, κάποιες δειλές αχτίδες φωτός αχνοφαίνονταν στον ορίζοντα, ακόμα και στις τάξεις της Ε.Ε ακούγονταν δειλές φωνές για τα ανθρώπινα δικαιώματα, υπήρχαν ημιπαράνομες επιτροπές επίσης και ορισμένοι καθηγητάδες νομικού δικαίου που προσπαθούσαν να επιχειρηματολογήσουν, εις μάτην, ενάντια στην περιθωριοποίηση των καπνιστών και τη στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων τους. Την ίδια στιγμή τα λιντσαρίσματα μέχρι θανάτου από απλούς πολίτες αυξάνονταν δραματικά, το ίδιο και κρούσματα βασανιστηρίων στα τοπικά αστυνομικά τμήματα. Μοιραία η μαζική υστερία έπνιξε τη λογική και την πρώτη Μαΐου επικυρώθηκε το νομοσχέδιο της εφαρμογής της εσχάτης των ποινών. Μετά από σχεδόν ενάμιση αιώνα, η θανατική ποινή επανερχόταν στον δικανικό πολιτισμό της Γηραιάς Ηπείρου.

 

Προχώρησα στο ντουμανιασμένο χώρο ψάχνοντας τον Χαλίλ, τον Κούρδο από το Χαλέπι, για να του αγοράσω το πακέτο μου, ήταν ο μόνος που είχε στην κατοχή του μερικές εναπομείνασες παρτίδες Camel προτού η καπνοβιομηχανία στο Νοσατέλ της Ελβετίας βάλει λουκέτο, τις μοσχοπουλούσε βέβαια αλλά αυτό ουδόλως με απασχολούσε. Τον βρήκα στο τέλος του χώρου να απολαμβάνει ένα δίφυλλο παραγεμισμένο με μαροκινή φούντα, από πίσω του μια ασπρόμαυρη φωτογραφία του Μάρλον Μπράντο με το τσιγάρο σφηνωμένο στο στόμα.

« Καλώς το συγγραφέα!»

Με υποδέχτηκε με τη βαριά ξενική προφορά του.

« Λοιπόν, έχεις κάτι για μένα»

«Δύο πακέτα, εφτά χιλιάδες ευρώ»

« Έχεις καταντήσει στυγνός μαυραγορίτης»

Αστειεύτηκα.

«Βρες μου κάποιον στη μαύρη που τα πουλάει φτηνότερα και θα σου δώσω μια κούτα δωρεάν!»

Είχε δίκιο, όχι γιατί οι άλλοι ήταν ακριβότεροι, αλλά επειδή ήταν ο μόνος που διέθετε τη μάρκα μου, του έδωσα τα χαρτονομίσματα και πήρα τα πακέτα, ήθελα σα τρελός μια τζούρα από αυτό το πικρό χαρμάνι, μα περισσότερο ήθελα να βρώ τη Λου και  να το μοιραστούμε μαζί με υπόκρουση τη σπαρακτική φωνή της Amy Whinehouse, που ο χοντρό-Γιάννης είχε βάλει να παίζει τη στιγμή εκείνη στη μουσειακή cd συσκευή του.

Προτού γυρίσω το βλέμμα μου για να την εντοπίσω ήρθε εκείνη και με βρήκε σκάζοντας μου ένα φιλί στο σβέρκο.

« Εδώ και σήμερα;»

« Κάποιες συνήθειες είναι δύσκολο να αλλάξουν»

« Μη μου πεις ότι δεν είχες τις προτάσεις σου για σήμερα ελεεινέ και τρισάθλιε ζεν πρεμιέ;»

« Θα σου έλεγα ψέματα αν το αρνιόμουν»

« Ανυπομονώ να ακούσω»

« Ηθοποιός του νέου ρεύματος, μέλος της φεμινιστικής θεατρικής ομάδας nympho virgins, αυτή την εποχή ανεβάζουν στο θέατρο Baise moi, το έργο «αμφισεξουαλικά φιλιά», μια κυνική αλληγορία πάνω στον υποβόσκοντα φασισμό της μη εξωσωματικής τεκνοποίησης, όπως με πληροφορεί το δελτίο τύπου»

« Πως και δε δέχτηκες;»

« Φοβήθηκα ότι αν τη φιλούσα στο στόμα θα αντιλαμβανόταν τη γεύση της νικοτίνης και θα με κατέδιδε στις αρχές»

« Μη μου πεις»

« Δεν είναι αστείο, τα πράγματα έχουν αγριέψει»

« Τι κρίμα, και νόμιζα ότι ήρθες για μένα»

Την έπιασα από τη λεπτή δαχτυλιδένια μέση της και την κόλλησα στο στέρνο μου, ένιωσα τις εξημμένες ρώγες της, μέσα από το πλεγμένο με μεταλλαγμένες ίνες κόκας, φούξια πουλόβερ της να με γαργαλάνε γλυκά.

Την κοίταξα βαθιά μέσα στα γκριζογάλανα γατίσια μάτια της που έρχονταν σε τόσο αρμονική αντίθεση με το κατάμαυρο ίσιο μαλλί και τη χλωμή πορσελάνινη επιδερμίδα της, τα χαρακτηριστικά της πρόδιδαν με ευκολία τις ευρασιατικές ρίζες της, η ίδια μου είχε πει πολλές φορές την ιστορία της. Η γιαγιά της ( Λουντμίλα και κείνη στο όνομα) είχε καταφτάσει στην Αθήνα από το Ιρκτσούκ της Ρωσίας στις αρχές της δεκαετίας του 90, η καλύτερη ζωή που ονειρευόταν μετατράπηκε ωστόσο σε εφιάλτη όταν έπεσε στα χέρια αδίστακτων μαστροπών που την κρατούσαν φυλακισμένη σε ένα υπόγειο του παλιού κέντρου και την εξέδιδαν. Από τη συνεύρεση με κάποιον τυχαίο πελάτη προέκυψε και η μητέρα της, ενώ υπήρξε θαύμα το ότι επέζησε από το ξύλο του προαγωγού όταν εκείνος πληροφορήθηκε την ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη. Παράτησε τη Λουντμίλα ημιθανή σε ένα πάρκο όπου κάποιοι περαστικοί τη βρήκαν και τη μετέφεραν εσπευσμένα στο νοσοκομείο. Μερικούς μήνες μετά το έμβρυο που κυοφορούσε βγήκε από την κοιλιά της υγιέστατο και οι δυο τους πέρασαν τα επόμενα χρόνια σε ξενώνα φιλοξενίας κακοποιημένων γυναικών. Η μοίρα ευτυχώς στάθηκε πιο ευνοική για την μητέρα της, έβγαλε το νυχτερινό σχολείο και κατόπιν πέρασε στην οδοντιατρική Αθηνών, παντρεύτηκε έναν φιλόδοξο αρχιτέκτονα και επιστέγασαν τη συζυγική ευτυχία τους φέρνοντας στον κόσμο τη Λου, που εν αντιθέσει με τη γιαγιά της μεγάλωσε σε ένα κοινωνικά αποδεκτό, μεσοαστικό περιβάλλον

Η Λου μπήκε από τις πρώτες στη νομική και ειδικεύτηκε στο ναυτιλιακό δίκαιο, μετά την αποφοίτηση της έπιασε δουλειά στον επιχειρηματικό όμιλο πασίγνωστου εφοπλιστή και ανελίχθηκε ταχύτατα. Όλα κυλούσαν σα παραμύθι, μέχρι εκείνη την αποφράδα νύχτα που συνάδελφοι της την αντίκρισαν, επιστρέφοντας με το αυτοκίνητο από κοσμικό κέντρο, να περιφέρεται στην πλατεία Ομονοίας. Ήτανε φως φανάρι, κανείς δεν κυκλοφορούσε τέτοια ώρα στην Ομόνοια, πέρα από καπνιστές που έψαχναν τη δόση τους και εξαθλιωμένους Ελβετούς μετανάστες που είχαν καταφθάσει από τη χώρα των Άλπεων μετά την κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού της συστήματος. Την επόμενη αμέσως μέρα ο εργοδότης της της έκανε τη χάρη να την απολύσει, άνευ αποζημιώσεως, αλλά όχι και να την καταδώσει στις αρχές. Έτσι από το ρετιρέ που βρισκόταν κατρακύλησε στα σκαλοπάτια της κοινωνικής κλίμακας και προσγειώθηκε στο υπόγειο του περιθωρίου και τη στιβαρή αγκαλιά μου.

 

« Ακόμα με αυτά τα απαίσια τσιγάρα είσαι κολλημένος;»

Μου είπε περιφρονητικά τραβώντας παράλληλα αυτό που κάπνιζε εκείνη τη στιγμή στο στόμα μου για να ρουφήξει φιλήδονα, και ελαφρώς θεατρινίστηκα, μια βαθιά τζούρα.

« Και ποια θες να κάνω, τα δικά σου τα βουλγάρικα;»

Της αντέτεινα στον ίδιο τόνο. Με έπιασε από τον αυχένα και κύλησε τη γλώσσα της μέσα στο στόμα μου, αφήνοντας τον καπνό να εισέλθει. Μείναμε έτσι για αρκετά λεπτά, σχεδόν αποκομμένοι από το δωμάτιο και το χρόνο, με τη φωνή της Amy να πέφτει πάνω μας σαν αόρατο πέπλο, και για μια στιγμή φαντάστηκα ότι ο κόσμος που μας περίκλειε θα μπορούσε να είναι ένα αποκύημα της φαντασίας μας, μια παιδιάστικη φάρσα, ότι στο δωμάτιο δεν υπήρχε ούτε ο Σών, ούτε ο Χαλίλ, ούτε ο χοντρο-Γιάννης, ούτε η Στέλλα με το Νίκο, ούτε εκείνη η παρέα των πιτσιρικάδων φοιτητών παραδίπλα μας που περνούσαν χέρι-χέρι ένα Silk Cut κατοστάρι και παίζανε ζάρια κακαρίζοντας στεντόρεια. Ούτε καν η φωτογραφία του Marlon Brando απέναντι ή οι τσίγκινες μουσειακές διαφημιστικές πινακίδες του Παπαστράτου που ο Σταύρος είχε μεταφέρει από το παλαιοπωλείο του στο Μοναστηράκι όταν τέθηκαν εκτός νόμου και τώρα κοσμούσαν το μικρό, θαλπερό μας καταφύγιο.

Υπήρχε μονάχα εκείνη, η γλώσσα της, τα χείλι της, τα αδιόρατα κιτρινισμένα δόντια της, τα στόματα μας που προσέκρουαν το ένα πάνω στ’ άλλο σαν βρώμικοι πάτοι σταχτοδοχείων, ευωδιάζοντας πόθους, άλγη και μικρές αμαρτίες.

« Σε θέλω»

Έσκυψε και μου σιγοψιθύρισε, ένιωσα τα ζεστά σταγονίδια της ανάσας της να με χτυπάνε στ’ αυτί, τη μυρωδιά της βότκας να διαπερνάει τα ρουθούνια μου και να με παραλύει σα γλυκό παραισθησιογόνο ναρκωτικό, την αφή της γυμνής πλάτης της που τη σκαρφάλωνα με τα ακροδάχτυλα, σαν κάποιος μοναχικός ορειβάτης που αψηφούσε τις δυσχέρειες και τις δυσμένειες όχι για να βρει κάτι φτάνοντας στην κορυφή, παρά μονάχα να νιώσει την ικανοποίηση της κατάκτησης της.

« Σε θέλω»

Την άκουσα να μου λέει ξανά, κι όμως δεν ήμουν τίποτα άλλο από ένας απόκληρος, μια διαζευγμένη από το νόμο καρικατούρα που κυκλοφορούσε με αμπέχονο, έπινε φτηνή βότκα και σκάρωνε ιστορίες που έπειτα μοσχοπουλούσε στον «Ταγγάρη» με ευφάνταστο ψευδώνυμο και πλαστό βιογραφικό. Μίσθωνα το νεοκλασικό της Εκάλης αποκλειστικά για τα προσχήματα και έσβηνα τις γόπες στα επενδυμένα από δέρμα προστατευόμενου Βίσονα καθίσματα της Ferari μου, που τη μοναδική φορά που είχα βγάλει στο δρόμο ήταν με σκοπό να αυτοκτονήσω ( το μετάνιωσα την τελευταία στιγμή ακούγοντας από τη συχνότητα του ραδιόφωνου ένα αρχαίο, συλλεκτικό, τραγούδι του Morissey). Την επόμενη μέρα μπορεί να οδηγούμουν στο εκτελεστικό απόσπασμα ( οι δίκες για όσους βαρύνονταν με την κατηγορία του ενεργητικού καπνίσματος ήταν τις περισσότερες φορές συνοπτικές και εφαρμογή της ποινής άμεση) και όλη αυτή η κατασκευασμένη πλάνη του πιο επιτυχημένου, σύγχρονου, εγχώριου συγγραφέα να διαλυόταν σαν ανυπεράσπιστη σαπουνόφουσκα.

Τι πραγματικά μπορούσα να είχα, εκτός από μια επίπλαστη και κοινωνικά αποδεκτή εικόνα ευδαιμονίας, που να ποθούσε τόσο πολύ;

« Είμαι έγκυος»

Μου είπε, υψώνοντας τη φωνή της τόσο όσο χρειαζόταν ώστε να με διαπεράσει σα ρεύμα χιλιάδων μεγατόνων…

 

*

 

Χτύπησα, από μέσα, την πόρτα τρεις φορές ακούγοντας το κλειδί να μπαίνει στην υποδοχή και από πίσω της να ξεπροβάλλει το γνωστό ρυτιδωμένο πρόσωπο του θυρωρού.

« Ελπίζω να περάσατε καλά»

Μου είπε με το γνώριμο δουλικό ύφος του. Κίνησα προς την έξοδο γυρεύοντας επειγόντως τα ανακουφιστικά χαστούκια του αέρα.

« Μισό λεπτάκι»

Με πρόλαβε η αδύνατη, διστακτική φωνή του λίγο πριν σφίξω το χερούλι. Γύρισα προς το μέρος του και τον κοίταξα.

« Ξέρετε, σας είδα στην τηλεόραση χτες, στα πλαίσια της παρουσίασης του καινούργιου σας βιβλίου «Στα χνάρια του Ίσαν», ξέρετε…έχω διαβάσει όλα σας τα βιβλία, είσαστε από τους λίγους ανθρώπους που θαυμάζω».

Ένεψα το κεφάλι μου συγκαταβατικά και άνοιξα την πόρτα ακούγοντας τη δειλή του φωνή πίσω μου να τρεμοσβήνει.

« Δεν πρόκειται φυσικά να πω πουθενά τίποτα για τις επισκέψεις σας εδώ»

Βγήκα στο στενό και περπάτησα γοργά μέχρι να απομακρυνθώ από το «κτήριο», βρέθηκα στον κεντρικό δρόμο και κοντοστάθηκα να πάρω ανάσες, δύο-τρεις σκυφτές σκιές κινούσαν να πάρουν το εναέριο τραμ για τη δουλειά, μηχανικά έχωσα την παλάμη μου στην εσωτερική τσέπη και την άφησα εκεί ψηλαφίζοντας το τσαλακωμένο πακέτο, μερικά λεπτά αργότερα πέρασε από μπροστά μου ένα περιπολικό του τμήματος δημοσίας υγείας με το φάρο αναμμένο.

Επέστρεψα στο στενό και έγειρα την πλάτη μου πάνω στην υδρορροή, σε λίγη ώρα θα ξεπρόβαλλε ο Σων με το σαξόφωνο κρεμασμένο στο λαιμό για να πιάσει τη θέση του στη γωνία ρίχνοντας τη γνώριμη καρό τραγιάσκα του ανάμεσα στα πόδια, που μέχρι το απόγευμα θα είχε γεμίσει με κέρματα, τσαλακωμένες αποδείξεις και τελειωμένα σωληνάρια κραγιόν.

Κοίταξα πρώτα δεξιά και μετά αριστερά, έβγαλα μετά το πακέτο από την τσέπη, αμφιταλαντέυτηκα για λιγά δευτερόλεπτα και ύστερα έκανα το αδιανόητο, το άναψα στη μέση του δρόμου φυσώντας τον καπνό ψηλά στον ουρανό, ένιωσα ελεύθερος, τόσο όσο δεν είχα ξανανιώσει ποτέ στη ζωή μου, τράβηξα μια ακόμα ρουφηξιά και άφησα τη νικοτίνη να κατέβει μέχρι τα σωθηκά μου, να σκίσει σαν λεπίδι την κοιλιά της Λου και από μέσα της να ξεπεταχτεί ο ανθός της ένωσης μας, να σκαρφαλώσει μέχρι το φεγγάρι, να φωτίσει τα αδιατάραχτα σκοτάδια αυτού του κόσμου, να μου σπάσει τα δεσμά μια για πάντα. Να με κάνει, επιτέλους, άντρα.

2073 ( Ολική απαγόρευση καπνίσματος )

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου