Ὁ Ὀκτανέριος ἦταν θῦμα τῆς εὐνουχιστικῆς ἀνατροφῆς του: Ἡ ἠθικὴ διδασκαλία τῆς μαμᾶς καὶ τῆς γιαγιᾶς σφυρηλάτησαν μιὰ γιὰ πάντα μὲσ’ στὴ συνείδησή του τὴ δικιά τους ἑρμηνεία γιὰ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὶς σχέσεις. Κι ἦταν μία ἑρμηνεία θεολογική, βγαλμένη ἀπ’ τὰ ἔγκατα τῆς πιὸ αὐστηρῆς ἐκδοχῆς τοῦ Χριστιανισμοῦ. Γιὰ πολλὰ χρόνια ὁ Ὀκτανέριος ἄκουγε τὰ θηλυκὰ τοῦ σπιτιοῦ (καὶ τῆς γειτονιᾶς) ν' ἀποκηρύττουν τὴν ἐπανάσταση τῆς σάρκας καὶ νὰ δαιμονοποιοῦν κάθε γενετήσια παρόρμηση. Ἡ ἀποχὴ κι ἡ ἐγκράτεια ἀποτελοῦσαν θρησκευτικὲς πρακτικὲς τὶς ὁποῖες ἔπρεπε οἱ ἄνθρωποι ν’ ἀκολουθοῦν γιὰ νὰ κρατήσουν ἀμόλευτη τὴν ἀρετή τους καὶ νὰ βροῦν καταφύγιο στὴ θρησκεία ποὺ ἔμελλε νὰ γίνῃ ἡ μεγάλη παρηγορήτρα τοῦ Ὀκτανέριου. Ἡ παραμικρὴ παρέκκλιση ἀπ’ τὴ σχετικὴ χρηστομάθεια ἀποτελοῦσε ἁμαρτία κι ἔπρεπε πάση θυσία ν’ ἀπαγορευτῇ μέσα στὸ σπίτι καὶ πάν’ ἀπ’ ὅλα στὴ συνείδησή του.

Σύντομα ὁ Ὀκτανέριος ἀπόχτησε τὴ βεβαιότητα ὅτι τὸ κῦρος τῆς μαμᾶς καὶ τῆς γιαγιᾶς εἶν’ ἀναμφισβήτητο κι οἱ διδαχὲς τῆς Χριστιανοσύνης πάνσοφες· ἑπομένως ἀφοῦ παρουσιάζουν τὰ περὶ ἔρωτος καὶ παρθενίας κατ’ αὐτὸ τὸν τρόπο, ἔτσι εἶναι κιόλας! Τοῦτο καθησύχαζε τὸν Ὀκτανέριο, δηλαδὴ τὸν καθιστοῦσε ἀκίνδυνο γιὰ ἐξεγέρσεις καὶ γιὰ κάθε ἀπόπειρα ἀντιλογίας ὄχι μόνο μέσα στὸ σπίτι ἀλλὰ κι ἔξω, στὴν κοινωνία τοῦ ἐπινείου τῆς Ἀλχανίας ποὺ δὲν ἀνεχόταν ἁμαρτωλὲς σκέψεις καὶ συμπεριφορές.

Μετ’ ἀπὸ χρόνια, ὅμως, κι ἀφοῦ εἶχε περάσει ἡ νιότη του ἔτσι ἄγονα καὶ φρόνιμα, οἱ παρορμήσεις του ἄρχισαν νὰ ξεχειλίζουν κι οἱ πειρασμοὶ νὰ τὸν περικυκλώνουν καὶ νὰ τοῦ πυρπολοῦνε τὴν καρδιὰ γιατὶ οἱ ἐπαναστάσεις τοῦ κορμιοῦ δὲν εἶναι προκαθορισμένες, βέβαια, γιὰ νὰ ὑπακούουν σὲ ἀπαγορεύσεις. Μιᾶς καὶ ποτὲ δὲν ἔλυσε τῆς παρθενίας τὸν κόμπο ποὺ τοῦ ἔπνιγε τὴ ζωή, ἔπρεπε νὰ ἔρθῃ ἡ ὥρα τῆς τιμωρίας. Ὄχι ὅμως ἀπ’ τὸ σπίτι ἢ τὴ θρησκεία ἀλλὰ ἀπ’ τὰ ἴδια του τὰ φυσικά. Κάθε του ἄρνηση νὰ ἐνδώσῃ κατέκλυε τὸ μυαλό του καὶ τὸ δηλητηρίαζε γιατί τοῦ ἀναμόχλευε τὰ περὶ ἁγιοσύνης καὶ παρθενίας σὲ σημεῖο ποὺ ὅλα αὐτὰ παίρνανε τὴ μορφὴ ἑνὸς βασανιστικοῦ καὶ τρομαχτικοῦ ἐρωτήματος γιὰ τὴ σκοπιμότητα τῆς ἀνατροφῆς του καὶ τὴν «ὠφέλεια» ἀπ' τὴν ἀποχὴ καὶ τὴν ἐγκράτεια. Καὶ στὸν σωτήριο ἀγῶνα ποὺ ἔκανε νὰ δώσῃ μία ἀπάντηση, ἀρρώσταινε ἀπὸ νοσταλγία γιὰ αὐτὰ ποὺ ἀπαγόρευε ὅλα τὰ προηγούμενα χρόνια στὸν ἑαυτό του ἢ γιὰ τὶς ἀνεκπλήρωτες ἐπιθυμίες ποὺ οἱ διδαχὲς τοῦ σπιτιοῦ του τὶς εἶχαν μετατρέψει σὲ κάτι τερατῶδες καὶ φρικιαστικό. Σ’ ὅλα αὐτὰ προστέθηκαν ἡ νευρασθένεια, ὁ θυμὸς καὶ φυσικὰ ἡ ζήλια γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ δὲν ἔτυχαν τῆς δικῆς του ἀνατροφῆς κι ἀπολάμβαναν τὶς χαρὲς ποὺ αὐτὸς δὲν εἶχε νιώσει μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμή.

Ὅταν κάποτε τὸ πῆρε ἀπόφαση ν’ ἀντιδράσῃ γιὰ νὰ δώσῃ χῶρο στὶς ἐπιθυμίες του καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὶς βασανιστικὲς ἀνησυχίες τῆς σάρκας του μέσ’ ἀπ’ τὶς διαστροφές, ὅλων τῶν εἰδῶν, ἢ ἔστω τὴν ἐπαφὴ μὲ γυναῖκες ποὺ δεχόντουσαν τοὺς ἐπισκέπτες κατευθείαν στὸ κρεβάτι, ἀηδίασε πολὺ μὲ τὸν ἑαυτό του κι ἐγκατέλειψε αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὶς σκέψεις (ὄχι τόσο γιατί δὲν τὰ ἤθελε ὅλ’ αὐτά, ὅσο γιατί καὶ σὲ τοῦτα τὰ θέματα λειτουργοῦσαν ἀκόμα μέσα του μὲ τρόπο ἰσχυρὸ καὶ καταπιεστικὸ τὰ περὶ ἁμαρτίας καὶ παρέκκλισης). Κάποιες σποραδικὲς προσεγγίσεις γυναικῶν ποὺ ἔκανε μὲ σκοπὸ τὴν ἄμεση ἀποκατάστασή τους (καὶ φυσικὰ τὴ δική του), χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ προηγηθῇ ἡ πάντα ἀπαραίτητη περίοδος «δοκιμῆς», δὲν καρποφόρησαν γιατί οἱ ἐποχὲς ποὺ ὁ ἄντρας ἔπειθε τὴ γυναίκα μὲ ἄκρως ρομαντικὲς χειρονομίες εἶχαν περάσει ἀνεπιστρεπτί· κι αὐτὸ ἦταν κάτι ποὺ ὁ Ὀκτανέριος δὲν ἤθελε νὰ τὸ δεχτῇ. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ τὸν φρέναρε περσότερο μπροστὰ σὲ κάθε θηλυκὸ ἦταν ὁ φόβος ὅτι δὲν θὰ τὰ κατάφερνε λόγῳ τῆς βαθιὰ ριζωμένης πεποίθησής του ὅτι δὲν εἶχε τὸν τρόπο νὰ θέλξῃ τὸ ἄλλο φῦλο, μιᾶς καὶ ποτὲ δὲν τὸν ἀνέπτυξε. Ἔτσι ἔβρισκε πάντα δικαιολογίες γι’ ἀναβολές.

Ἀφοῦ λοιπὸν ἀδυνατοῦσε νὰ κάνῃ ἔστω κάποια δειλὰ βήματα πρὸς ἐκτόνωση τῆς καταπιεσμένης του κατάστασης, ἀποφάσισε νὰ κάνῃ μεγάλα βήματα μὲ τὴ φαντασία του. Καὶ τὰ κατάφερε! Πλέον ἔνιωθε ἡδονὴ πλάθοντας στοὺς γύρω του τὶς πιὸ ἀπίθανες ἱστορίες ἐρωτικῶν σχέσεων στὶς ὁποῖες εἶχε τάχα μπλεχτῆ, ἐνῷ ἄλλες φορὲς παρατηροῦσε λιγούρικα καὶ μὲ χειρουργικὴ ματιὰ ὅλες τὶς πικάντικες λεπτομέρειες πάνω στα κορμιὰ τῶν περαστικῶν γυναικῶν κι ὕστερα αὐτοερεθιζόταν μὲ τὴ σκέψη αὐτῆς τῆς περιστασιακῆς ἀλλὰ τόσο ὠφέλιμης κι ἀνακουφιστικῆς ὀπτικῆς ἐμπειρίας. Ἦταν φανερὸ ὅτι αὐτὸ τοῦ ἔφτανε καὶ τοῦ περίσσευε γιατὶ ὅταν σοῦ ἔλεγε μὲ τόνο ὑπερβολῆς, πάντα, γι’ αὐτές του τὶς «παράτολμες» κινήσεις, ἔλαμπε τὸ πρόσωπό του ἀπὸ ἱκανοποίηση, σὰν νὰ εἶχε κιόλας κάνει πραγματικότητα τὰ μονίμως ἀνεκπλήρωτα ὄνειρά του . . . .

1497471939583_A.0-2F__83923.1506574712.w

Ὁ Ὀκτανέριος

του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη