Κόντευε ὁ ἥλιος, ἔπεφτε καὶ μπαίναμε σὲ μία χώρα

ὅπου λὲν ὅτι ἡ νύχτα πολιορκεῖ τὴ μέρα ἀσταμάτητα.

Τραβήξαμε πρὸς τὸν βορρᾶ· ὁ οὐρανὸς γινότανε σιγά-σιγὰ

νεφελοσκέπαστος κι οἱ δημοσιὲς ἀπόσκιωναν.

Κάποτε φτάσαμε σὲ μιὰ κατηφοριὰ κι ἀρχίσαμε νὰ κατεβαίνουμε,

ἐνῷ ἡ νύχτα ἅπλωνε ὁλοτρόγυρα τὰ παγωμένα της φτερά.

Μετ’ ἀπὸ λίγο νιώθαμε τὸ ἄγγιγμα τῆς λήθης στὸ πρόσωπό μας,

τὴν ὥρα ποὺ ἕνας γενειοφόρος νέος, διωματάρης,

σὰν ἄνεμος ξεχυνόταν ἀνάμεσά μας· κι ἀνάψαμε ἕνα φῶς.

 

Τοῦτες τὶς ἄγονες ὧρες τῆς κατεβασιᾶς ποὺ ἡ νύχτα

σπαταλάει τὴ σιγή της, βρήκαμε τὶς ἀραχνιασμένες πόρτες·

ἀνοίγοντάς τις βρεθήκαμε σὲ τόπους ἄφαντους.

Κι εἴδαμε σὲ μιὰ μεριὰ συμμαζωμένα τῶν ἀγγελοσκιαγμένων

τὰ πλήθη νὰ ὁλολύζουνε φριχτὰ καὶ νὰ ριγοῦν ἀπὸ τὸν ψόφο.

Ἡ πρώτη τρυφερότητα τῆς μέρας μᾶς βρῆκε νὰ βγαίνουμε

ἀπ’ τὰ χαλάσματα τῆς νύχτας κι ἀπὸ τοῦτες τὶς κακοτοπιὲς

καὶ νὰ ἀνηφορίζουμε στὸ φῶς, κοιτῶντας πίσω μας, στὸ βάθος,

τὸν εὕδοντα ἑαυτό μας νὰ σβήνῃ καὶ νὰ χάνεται.

 

The-Masacre-of-the-Innocents-e1456747948

Ἄνθρωπος ἐν εὐφρόνηι φάος ἅπτεται 

του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη