"A jeun perdue glacée

Toute seule sans un sou

Une fille de seize ans

Immobile debout

Place de la Concorde

A midi le Quinze Août."

 

"La Belle Saison", Jacques Prévert

 

 

Κάποιο χειμωνιάτικο απόγευμα. Ήλιος με χαυλιόδοντες. Η δεκαεξάχρονη κοπελίτσα στέκεται άπραγη στην Πλατεία Ομονοίας, στην άκρη του πεζοδρομίου, ακριβώς πάνω στη στροφή με Τρίτης Σεπτεμβρίου. Ένας κοντόπαχος, καλοντυμένος κύριος με φρεσκοξυρισμένα, κρεμασμένα μάγουλα -θυμίζει μπουλντόγκ- κι ένα τσιγάρο να καπνίζει στην άκρη των χειλιών του, πλησιάζει προς το μέρος της. Κοντοστέκεται και της χαμογελάει.

-Καλησπέρα, κοπελιά!

-Που τη βλέπεις την καλή εσπέρα, γέρο;

-Η πλάση λάμπει, τα πουλάκια κελαηδούν, το δροσερό αεράκι...

-Τι πουλιά μου τσαμπουνάς; τον διακόπτει. Εγώ μόνο μαρσαρίσματα αυτοκινήτων ακούω. Όσο για το δροσερό αεράκι σου, που βρωμοκοπάει κάτουρα και καυσαέριο, εμένα μου τρυπάει τα κόκαλα!

-Χρειάζεται λίγη καλή διάθεση, λίγη φαντασία...

-Να τη βράσω τη φαντασία σου, να φτιάξω σούπα. Έχω να φάω δυο μέρες.

-Πώς μπορώ να βοηθήσω;

-Σπουδαία ερώτηση! Σου περισσεύουν δύο ευρώ;

-Μου περισσεύουν δέκα, της απαντάει με νόημα.

-Εντάξει, συγκατανεύει εκείνη, βαθιαναστενάζοντας. Πάμε...

 

Τον πιάνει αγκαζέ, σχεδόν τον τραβάει, επειδή βιάζεται να ξεμπερδέψει μαζί του, και περπατούν αντάμα. Περνούν από τη διάβαση στην απέναντι μεριά του δρόμου και τρυπώνουν σε κάποιο από τα γύρω στενά. Ερημιά.

 

-Εδώ καλά είναι, του λέει με σιγουριά και κοντοστέκεται. Απλώνει το χέρι της για να του ξεκουμπώσει το παντελόνι.

-Προς Θεού, τι πας να κάνεις εκεί, της ψιθυρίζει σχεδόν έντρομος, κοιτάζοντας νευρικά, δεξιά κι αριστερά, εμποδίζοντας αποφασιστικά με το παχουλό, τρυφερό χέρι του, το δικό της να συνεχίσει.

-Νόμιζα ότι σου περίσσευαν δέκα ευρώ.

-Να, πάρε! Βουτάει το χέρι του στην τσέπη του καμηλό παλτού του και ψαρεύει δυο τσαλακωμένα χαρτονόμισμα των πέντε.

-Έτσι, χωρίς αντάλλαγμα; απορεί εκείνη, όπως τα παίρνει βιαστικά και τα χώνει στην εσωτερική τσέπη του βρώμικου, πορτοκαλί μπουφάν της.

-Δεν υπάρχουν δωρεάν γεύματα σ’ αυτήν τη ζωή, της απαντάει θυμόσοφα ο άγνωστος άνδρας, και συνεχίζει να περπατάει.

-Πού πας; τον ρωτάει. Στέκει για μια στιγμή αναποφάσιστη, αλλά τελικά τον παίρνει από πίσω. Τώρα περπατούν δίπλα-δίπλα.

-Γιατί κάνεις πεζοδρόμιο; ρωτάει χωρίς να την κοιτάζει.

-Επειδή πεινάω. Στο είπα!

-Η ομορφιά και η δροσιά σου, αξίζουν περισσότερα... Πολύ περισσότερα από δέκα ευρώ. Μόνο που χρειάζεσαι ένα καλό μπάνιο. Σταματάει, γυρίζει και την κοιτάζει με το περίλυπο, σκυλίσιο βλέμμα του. Και καθαρά ρούχα, συμπληρώνει.

-Αυτό, το τελευταίο, ξαναπές το... Οι δρόμοι δεν είναι μόνο σκληροί, είναι και σιχαμένοι. Προτού το καταλάβεις, γίνεσαι εικόνα και ομοίωσή τους. Είναι αναπόφευκτο.

Κοντοστέκεται πάλι και την κοιτάζει κατάματα· τα μάτια του γυαλίζουν, λες και να τον έχουν εντυπωσιάσει τα τελευταία λόγια της. Σα να σκέφτεται ότι οι δρόμοι κάνουν τους ανήλικους να ενηλικιώνονται γρήγορα, υπερβολικά γρήγορα· να μιλάνε με γεροντική σοφία. Κάτι περισπούδαστο σκέφτεται να της απαντήσει κι αυτός, μα σα ν’ αλλάζει γνώμη.

-Πώς ξέπεσες έτσι;

-Η κλασσική δακρύβρεχτη ιστορία. Η μάνα μου ναρκομανής, στο τελευταίο στάδιο. Ο γκόμενός της, τα ίδια και χειρότερα χάλια.

-Ο πατέρας σου;

-Τον έφαγε κι αυτόν η πρέζα, αλλά πάει πολύς καιρός. Ούτε που τον θυμάμαι. Που λες, όποτε δεν ήταν εντελώς μαστουρωμένος, ο ερίφης, άπλωνε τα βρωμόχερά του απάνω μου. Ήθελε και τη μάνα μου, γούσταρε κι εμένα, ο μαλάκας. Η σκρόφα δεν έδινε δεκάρα. Μόνο η σκόνη της, την ενδιέφερε. Ο λεγάμενος, ήταν καλός κουβαλητής παραμύθας, αυτό το παραδέχομαι! Κάποια στιγμή, τα πήρα στο κρανίο. Έτσι, με τα φρένα λυμένα, έφυγα απ’ το σπίτι. Βρήκα καταφύγιο σε μια κατάληψη στα Κάτω Πατήσια. Καλά παιδιά, σεβαστικά. Με είχαν πάρει από καλό μάτι. Εκεί, υπήρχαν δωρεάν γεύματα, αν θες να ξέρεις.

-Κάποιος τα πλήρωνε...

-Τι προάλλες, μπούκαραν οι μπάτσοι, συνέχισε ξαναμμένη, αγνοώντας την παρατήρησή του. Μας πέταξαν έξω κι ύστερα έχτισαν με πλίνθους τα πορτοπαράθυρα του κτιρίου, οι κανάγιες. Γιατί να υπάρχουν άδεια σπίτια και άστεγοι στους δρόμους, μου λες;

-Έτσι είναι η ζωή... Σκληρή, πολλές φορές άδικη...

-Είσαι λίγο μπόζος ή μου φαίνεται;

-Όχι εγώ. Όχι, κατ’ ανάγκη, εγώ, ψελλίζει εκείνος αμυντικά. Η πλειοψηφία αποφασίζει και φτιάχνει τους νόμους που οφείλουμε να σεβόμαστε, συνεχίζει δυναμώνοντας την ένρινη φωνή του με διδακτικό ύφος, χωρίς να δείχνει ότι τον ενοχλεί ο ανάγωγος χαρακτηρισμός της μικρής. Μπορεί και ν’ αγνοεί τη σημασία της λέξης· πάντως, δεν δείχνει να τον ενδιαφέρει το ζήτημα.

-Αυτές οι γαμημένες πλειοψηφίες...

-Υπάρχει λόγος να βρίζεις συνεχώς;

-Υπάρχει και παραϋπάρχει, όταν αναφέρομαι σ’ αυτήν την καριόλα, την κοινωνία σας, που την έχετε κάνει σαν τ’ απαίσια μούτρα σας, μ’ όλους αυτούς τους αχρείους νόμους και τους υποκριτικούς κανόνες σας!

-Στο σχολείο δεν μάθατε τίποτα για τον Σωκράτη; τη διέκοψε.

-Καλός μπόζος ήταν κι αυτός! Λουζέρι κανονικό, που έκατσε σαν την πάπια κι ήπιε το κώνειο· τον ήξερε.

-Δεν σας συνέλαβαν οι αστυνομικοί που έσπασαν την κατάληψη; γύρισε εκείνος την κουβέντα.

-Ευτυχώς, κάποιοι προλάβαμε και την κοπανήσαμε απ’ την ταράτσα. Από κει, πηδώντας στο διπλανό κτίριο, τους ξεφύγαμε. Γλυτώσαμε τα χειρότερα.

-Και τώρα, παίρνεις πίπες από τους περαστικούς για δέκα ευρώ, μέχρι να καταλήξεις σε κανένα μπουντρούμι, μαζί με τ’ άλλα σκουπίδια των δρόμων. Αυτά θα είναι τα χειρότερα!

-Ήσουν ο πρώτος, λέει μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής της, σε ύφος απολογητικό.

-Ευτυχώς που σε πρόλαβα.

-Τώρα, δηλαδή, εσύ πώς μας το παίζεις; Ο ιππότης της ασφάλτου, ξερωγώ; Αρχίζει ν΄ανάβει, πάλι.

-Πες το κι έτσι, μουρμουρίζει εκείνος, κοιτώντας την κλεφτά. Ύστερα πετάγεται στο δρόμο μ’ εφηβική χάρη και κάνει σήμα σ’ ένα ελεύθερο ταξί, που κυλά ράθυμα στον ερημωμένο παράδρομο.

* 

Μπαίνουν μέσα στο αμάξι.

 

-Που πάμε; τον ρωτάει χωρίς να ανησυχεί. Νοιώθει ασφάλεια μαζί του.

-Σπίτι, της απαντάει μονολεκτικά. Απευθυνόμενος στον οδηγό, του δίνει τη διεύθυνση.

 

*

 

Έχει σουρουπώσει πια, όταν το ταξί σταματάει έξω από την έπαυλη με τον μεγάλο πευκόκηπο, κάπου στο Κεφαλάρι.

 

-Πω, πω ένα παλάτι, μονολογεί η μικρή, γουρλώνοντας τα μεγάλα, μελιά μάτια της μ’ ανυπόκριτο θαυμασμό, μόλις μπαίνουν μέσα στο σπίτι.

-Σου αρέσει; τη ρωτά χαμογελαστός

-Σούπερ ουάου, μάγκα μου!

-Στο βάθος του διαδρόμου, της δείχνει εκείνος, που φαίνεται να διασκεδάζει με τον ενθουσιασμό της, είναι ο ξενώνας. Στο λουτρό θα βρεις ό,τι χρειάζεσαι. Στη ντουλάπα του υπνοδωματίου, έχει διάφορα ρούχα. Όλο και κάπως θα βολευτείς. Τι προτιμάς να φας; Πίτσα ή σουβλάκια;

-Δεν έχει κινέζικο; ρωτά αυτή αυθάδικα και νοιώθει το στόμα της να πλημμυρίζει με σάλια.

-Απ’ όλα έχει ο μπαξές, της λέει καλόκαρδα, τραγουδιστά αυτός, ρίχνοντάς της ένα τρυφερό βλέμμα, σχεδόν πατρικό. Κοτόπουλο ή χοιρινό;

-Γαρίδες! φωνάζει αυτή, χτυπώντας τα χέρια της σε ξέφρενα παλαμάκια. Το καλοφτιαγμένο πρόσωπό της, με την αυθάδικη, γαλλική μυτούλα, φωτίζεται τώρα από μια πρωτόφαντη, παιδιάστικη χαρά. 

-Πες το κι έγινε, της χαμογελάει πλατιά. Ένας χρυσός προγόμφιος γυαλίζει μέσα στο στόμα του.

 

*

 

-Τι κάνεις εκεί; σπάει τη βραδινή ησυχία του σπιτιού, μ’ ένα χαρούμενο τιτίβισμα, βλέποντάς τον κάτι να γράφει, καθισμένος στο βαρύ δρύινο γραφείο που δεσπόζει στη μέση του τεράστιου καθιστικού.

-Σκαρώνω ένα ποίημα, της χαμογελάει εκείνος αμυδρά. Δείχνει τόσο παιδί, με τη λευκή πετσέτα τυλιγμένη σαν τουρμπάνι γύρω από τα μακρυά, ξανθά μαλλιά της, το σκούρο μπλε φούτερ με τα στριφογυρισμένα μανίκια που πέφτει μπόλικο, σα φουστάνι, ως τα τορνευτά της γόνατα, και τις χοντρές, μάλλινες κάλτσες του, φορεμένες στ’ αδύνατα, μακριά ποδάρια της.

-Είσαι ποιητής; τον ρωτάει με γνήσια έκπληξη.

-Έτσι νομίζω...

-Δείξε μου τι γράφεις!

-Είσαι πολύ θρασεία, το ξέρεις;

-Το ξέρω, λέει ανασηκώνοντας αδιάφορα τους ώμους της, την ώρα που χτυπά το κουδούνι.

-Οι γαρίδες σου, έφτασαν! λέει και σηκώνεται βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας πάνω στα κοντόχοντρα ποδαράκια του, ν’ ανοίξει την εξώπορτα. Ξέρεις, εν τω μεταξύ πείνασα κι εγώ, της πετάει χαρούμενα πίσω από την πλάτη του.

 

*

 

Η μουσίτσα, εκμεταλλευόμενη την απουσία του, στέκεται πάνω από το γραφείο με τ’ αραδιασμένα χαρτιά και διαβάζει:

 

«Νηστική χαμένη παγωμένη

Ολομόναχη άφραγκη

Μια δεκαεξάχρονη κοπέλα

Ακίνητη όρθια

Πλατεία Ομονοίας

Μεσημέρι Δεκαπενταύγουστου.»

 

*

 

-Μας πήγες στο Δεκαπενταύγουστο, μόνο που τότε δεν κάνει τέτοιο κερατόκρυο! Αυτό είναι που λένε «ποιητική αδεία»; του κάνει μ’ ένα χαρούμενο, γάργαρο γέλιο, καθώς εκείνος επιστρέφει από τον κατάφωτο προθάλαμο της βίλας, φορτωμένος με δυο πλαστικές τσάντες.

-Είσαι ένας μικρός σατανάς, σφυρίζει μέσα από τα δόντια του και  παρατώντας στο πάτωμα τις σακούλες με τα πακέτα του κινέζικου φαγητού, τρέχει να της αρπάξει το χειρόγραφο που κραδαίνει περιπαιχτικά στο λεπτοκαμωμένο χέρι της. Δείχνει θυμωμένος. Έτσι όπως πέφτει βίαια απάνω της, η Μούσα του κολλάει τα υγρά χείλη της στο στόμα του. Μονοστιγμής, νοιώθει ο ευτυχέστερος των ποιητών...

*

 

Νωρίς το επόμενο πρωινό, όσο εκείνη θα κοιμάται ακόμα, καθισμένος στο γραφείο του, θα γράφει και θα σβήνει, θα ξαναγράφει και θα ξανασβήνει, μέχρι που, επιτέλους, θα καταλήξει σ’ αυτό που θα ονομάσει «Αλικάντη», ένα από τα γνωστότερα ποιήματά του:

 

"Une orange sur la table

Ta robe sur le tapis

Et toi dans mon lit

Doux présent du présent

Fraîcheur de la nuit,

Chaleur de ma vie"

 

(Ένα πορτοκάλι στο τραπέζι

Το φόρεμά σου στο χαλί

Και στο κρεβάτι μου εσύ

Γλυκό δώρο του παρόντος

Της νύχτας δροσιά

Της ζωής μου ζεστασιά).-

Όμορφη Εποχή

του Αλέξανδρου Raskolnick

© 2019 by Achilleas and Camilo