Να και πάλι η μέρα που για κάποιον λόγο πρέπει να αλλάξω το ημερολόγιο στον τοίχο. Θα έπρεπε να είναι σκισμένο στα δύο όπως σκίζεται στα δύο ο χρόνος όταν φεύγεις για πάντα.


...Μα τι να πρωτοσκίσεις και να πρωτογκρεμίσεις όταν ακόμα και οι έννοιες όπως «χρόνος» και «πάντα» έχουν διάρκεια; Όταν δεν μπορείς πια να μετράς τη ζωή σου με την έκφραση «θα γίνω», βγαλμένη από ξεβαμμένα αλφαβητάρια για παιδιά με στολές και κόκκινες γραβάτες; Απλά πάλλεσαι μαζί με τους από ‘δω κάπου ανάμεσα στα πιθανά διανύσματα χωρίς να μπορείς να πάρεις μια κατεύθυνση συγκεκριμένη. Απλά τους λες ιστορίες για μια χώρα όπου όλα τα παιδιά ονειρεύονταν το διάστημα και ζωγραφίζανε ζωάκια πιο ανθρώπινα από αυτά του Ντίσνεϋ. Δεν τα πιστεύεις και όλα αλλά συνεχίζεις να λες, κλείνοντας τα μάτια και ανοίγοντας τα χέρια, γιατί αυτό το πουθενά μέσα στο οποίο κρέμεσαι σου μοιάζει με κατάσταση έλλειψης βαρύτητας που έβλεπες παλιά στα ντοκιμαντέρ. Αλλά κάποια στιγμή ξυπνάς.


Και ο χρόνος συνεχίζει να σκίζεται στα δύο. Σε μισοσκότεινα μαγαζιά όπου παίζουν χαρτιά και μιλάνε τη μητρική σου, σε γερμανικές κονσέρβες, στο πίσω μέρος του λεωφορείου (μπροστά μιλάνε περισσότερο ελληνικά), σε τηλεφωνικές κλήσεις – να μην ξέρεις τι να πεις και να σε έχουν συνηθίσει έτσι, να μη σου λένε πια τίποτε το ιδιαίτερο, γιατί είσαι αλλού. Να συνεχίζεις να λες στους φίλους σου το παραμύθι με το διάστημα και με το «όλοι μαζί» – μα έχουν κανονίσει πριν καιρό για απόψε, ο καθένας με δυο τρεις κολλητούς και το δικό τους πουθενά μέσα σε ένα ποτό, και πέφτεις έξω γιατί είσαι από αλλού...


Έκοψα το κάπνισμα και αναπνέω με περισσότερο βάθος, τινάζοντας τα πνευμόνια στο χημικό νέφος λες και είναι χαλί. Αυτήν την πόλη κάποτε την φανταζόμουν αλλιώς. Τώρα συνήθισα. Στο τσιμέντο, στην κίνηση – αυτοί οι ρυθμοί της δημιουργούν μια ψευδαίσθηση ζωής μέσα σε γυάλα… στο μαγαζατόρικο που και που ύφος της, στα πλακόστρωτα, στις γειτονιές, στην κυριαρχία του φοιτητόκοσμου στο κέντρο. Πόλη-γυάλα σπασμένη στα δύο, που το άλλο μισό γυρεύω να το μαζέψω από συντρίμμια.


Θέλω να πιάσω στυλό και χαρτί γιατί οι σκέψεις έχουν ξεχάσει να ταξιδεύουν σε φακέλους με γραμματόσημα. Πάσχουμε όλοι από έλλειψη αφής. Αλλά αυτή τη φορά δεν έχω τη διεύθυνση του παραλήπτη ενώ το άγγιγμα δεν χορηγείται πια γιατί δεν προσφέρει κέρδος στις φαρμακευτικές εταιρίες. Πάσχουμε σοβαρά. Άλλοι συντηρούν με σωληνάκια τις μικρές εκτονώσεις τους, άλλοι χτίζουν ανύπαρκτους σοσιαλισμούς σε ένα διαμέρισμα, ο καθένας παίρνει ό,τι ασπιρίνες ακόμα μπορεί. Αλλά δε θέλω να παίζω σε άλλη μια εκδοχή του Goodbye Lenin, δε θέλω άλλους καταναγκασμούς και μικρότερο κακό, δε θέλω να παραδοθώ τόσο εύκολα. Αντιδρώ πυρετωδώς. Δεν ξέρω το πώς, απλά σπρώχνω δεξιά και αριστερά μέσα στην έλλειψη βαρύτητας. Ίσως να είναι αυτή που με κάνει να πιστεύω ότι θα έχω ευκαιρία να γράψω στην διεύθυνση που μου ‘χει απομείνει.


Αν δεν είναι έτσι μη με ξανακοιτάξεις στα μάτια – θα είναι πολύ για μένα.

Loneliness-is-dangerous-Ed-Vebell-1955.j

Όλα στα Δύο

της Ξένιας Καλαϊτζίδου