Η Ευθυμία, γύρω στα 65. Μεσόκοπη. Μικροκαμωμένη με μεγάλη περιφέρεια, μπόλικη κυτταρίτιδα, γκρίζα, πυκνά - σχεδόν μακριά - μαλλιά και ρυτίδες, όπως οι περισσότερες γυναίκες στην ηλικία της.

Ψέματα. Πιο πολλές ρυτίδες από τις περισσότερες γυναίκες της ηλικίας της.

Παρατημένη.

Φορούσε ένα γαλάζιο ολόσωμο μαγιό κι ένα ξεθωριασμένο καπέλο οικοδόμου, που παραδόξως ανέγραφε «Μεταφορές Παπαδόπουλος». 

Ο Λουκάς,  γύρω στα 35. Καμπούριαζε ελαφρά. Ισχνός, με λεπτά χέρια και πόδια. Κάτασπρος με μαύρα καρβουνιασμένα μαλλιά,  στραβό στόμα, μάτια που δεν μπορούσαν να κεντράρουν για ώρα. Και βήμα αβέβαιο, όπως ελάχιστοι άντρες στην ηλικία του.

Στην θάλασσα με την μητέρα του, όπως κανένας άλλος άνδρας στην ηλικία του.

Την μητέρα του, που τον πλένει, τον ντύνει, τον  ξυρίζει, τον κουρεύει. Όπως κανέναν άλλο άνδρα στην ηλικία του.

Παρατημένος από όλους, εκτός από αυτήν.

Φορούσε το κοντό μαγιό που του αγόρασε η μητέρα του. Κι ένα ζευγάρι λαστιχένια πέδιλα, για να μην πληγώνονται οι πατούσες του από τα βοτσαλάκια της ακροθαλασσιάς και τρομάξει περισσότερο.

Η πλάτη του ήταν σχεδόν γεμάτη από το παχύρρευστο λευκό αντηλιακό.

Γύρω γύρω το καλοκαίρι, είχε το θράσος να θέλει να εξελίσσεται το ίδιο ευχάριστο για όλους. Η θάλασσα να θέλει να μοιάζει το ίδιο απολαυστική για όλους. Η χώρα να θέλει να δείχνει το ίδιο φιλόξενη.

Θράσος!

Ακούμπησε την τσάντα με τις πετσέτες στον λιγοστό ελεύθερο χώρο, δεξιά από τις ξαπλώστρες, τον πήρε από το χέρι κι έκαναν τα πρώτα τους βήματα.

Ένα αταίριαστο δίδυμο, με πλάτη στους λουόμενους.

Η Ευθυμία θα μπορούσε να απαριθμήσει δεκάδες παρόμοιες αναμνήσεις από το πρώτο του μπάνιο, κάθε χρόνο.  Το ίδιο κι η ακτή της Λούτσας. Το ίδιο και το ΚΤΕΛ που τους έφερε από τον Νέο Κόσμο μέχρι εδώ.

Ο Λουκάς φοβάται την θάλασσα, μα ο γιατρός του ΙΚΑ λέει πως του κάνει καλό.

Κι η Ευθυμία, αν κάνει κάτι καλό στον Λουκά, έστω και με ακατανόητο για αυτήν τρόπο, τότε θα του το δώσει μόνο και μόνο επειδή το λέει ο γιατρός του ΙΚΑ και το μητρικό της ένστικτο.

Όταν η θάλασσα έβρεξε τα πόδια του Λουκά, εκείνος άρχισε να τρέμει σύγκορμος. Η Ευθυμία του έσφιξε περισσότερο το χέρι, πλησίασε στο αυτί του και του ψιθύρισε.

«Δεν είναι τίποτα».

 Η κάθε της λέξη, έσταζε αγάπη κι απελπισία στην θάλασσα. Κι η θάλασσα, καθώς δεχόταν την σπονδή της - λες από θαύμα - σαν να ζέσταινε, για να γίνει πιο φιλόξενη για τον Λουκά.

Ο Λουκάς έτρεμε σύγκορμος , μα κάτι μέσα του, του έλεγε πως έπρεπε να συνεχίσει. Ακόμα και το σύνδρομο down, μπορεί αν υποταχθεί στην σπονδή και στο σφιχτό της κράτημα.

Έκαναν δύο τρία βήματα ακόμα. Θα συνέχιζαν μέχρι το νερό να φτάσει στα γόνατα του Λουκά και στην  μέση της Ευθυμίας.

Το βλέμμα της ήταν συνεχώς καρφωμένο πάνω του.

Μετά θα προσπαθούσε να τον πείσει να κάτσει στον πάτο και το νερό να του φτάσει μέχρι τον λαιμό. Όσο εκείνη, όρθια σαν φρουρός, θα του έβρεχε το κεφάλι και θα επαγρυπνούσε μην τον ακουμπήσει κάποιος, κατά λάθος και χάσει την ψυχραιμία του.

Γύρω  γύρω , κόσμος μπαινοέβγαινε στην θάλασσα. Κάποιοι στεκόντουσαν για λίγο και τους κοιτούσαν, προτού συνεχίσουν το μπάνιο τους.

Ο Λουκάς δεν ήθελε να συνεχίσει.

Τα πρώτα χρόνια, η Ευθυμία τον έπαιρνε αγκαλιά και τον πήγαινε σιγά - σιγά μέχρι μέσα. Πριν την εγκαταλείψουν οι δυνάμεις της και προτού ο Λουκάς την περάσει ένα κεφάλι στο ύψος.

Επίσης, τα πρώτα χρόνια, η Ευθυμία ντρεπόταν. Ο Λουκάς ούρλιαζε σαν δαιμονισμένος όταν ερχόταν σε επαφή με το υγρό στοιχείο κι όλα τα κεφάλια της παραλίας γυρνούσαν προς το μέρος τους, παραξενεμένα ή και ενοχλημένα.

Η Ευθυμία έμαθε με τον καιρό να τα αγνοεί. Αφού το λέει ο γιατρός του ΙΚΑ, είναι νόμος.

Ο Λουκάς στάθηκε ακίνητος και προσπάθησε να εκφράσει τον φόβο του, με τους ήχους που πλέον δεν είναι τσιρίδες, μα δεν τους λες και λέξεις.

Για την Ευθυμία είναι οι πιο κατανοητοί ήχοι . Θα μπορούσε να φτιάξει μικρό ερμηνευτικό λεξικό με αυτούς τους ήχους και το τι σημαίνει ο καθένας τους.

Οι ήχοι τώρα σήμαιναν επιθυμία να γυρίσουν στο σπίτι.

Η Ευθυμία έσκυψε ξανά κοντά στο αυτί του.

 «Είδες, που στα έλεγα; Είναι πολύ ζεστή…»

Ο Λουκάς γύρισε και την κοίταξε, με εκείνο το βλέμμα που δεν μπορούσε να κεντράρει κάπου για ώρα.

Η Ευθυμία ένιωσε την θάλασσα ακόμη πιο ζεστή.

Μετά ο Λουκάς κοίταξε μπροστά κι έκανε ένα ακόμη βηματάκι προς τα μέσα.

Αυτό περίμενε κι η Ευθυμία.

«Πιο μέσα θα είναι ακόμα πιο ζεστά.»

Ο Λουκάς αν φοβάται κάτι περισσότερο από την θάλασσα, αυτό είναι το κρύο.

Ήταν Γενάρης , όταν τον έβγαλε ο πατέρας του βόλτα, για να τον  παρατήσει τελικά έξω από μία μάντρα αυτοκινήτων. Είχε πολύ  κρύο εκείνο τον Χειμώνα. Πέρασαν δεκατρείς ώρες μέχρι να τον βρει η Ευθυμία κι η αστυνομία. Οι περισσότερες, με βροχή και παγωνιά. Δύσκολη εμπειρία για ένα πεντάχρονο με σύνδρομο.

Δύσκολη ζωή για μια μάνα, μόνη της.

Από τον πατέρα πήρανε μόνο ένα γράμμα δύο μήνες μετά, που έλεγε λίγο πολύ τα αναμενόμενα.

Η Ευθυμία δεν του έκανε μήνυση. Απλώς πήγε μέχρι τον δικηγόρο και υπέγραψε αμίλητη την αναμενόμενη αίτηση, την οποία υπέγραψε κι ο πατέρας του Λουκά, στον ίδιο δικηγόρο, κάποια άλλη μέρα.

Όλα αναμενόμενα.

Κι η Ευθυμία, που μεγάλωσε τον Λουκά και το σύνδρομο μόνη της, μια σωστή εκκλησία.

Η θάλασσα δεν είχε ιδέα για όλα αυτά. Ούτε η ακτή της Λούτσας. Ούτε καν, ο γιατρός του ΙΚΑ.

Αυτά τα ήξερε μόνο η Ευθυμία και  - μάταια - ευχόταν πως κάποια στιγμή  θα τα ξεχάσει ο Λουκάς.

Τα επόμενα βήματα ήταν αργά αλλά σίγουρα.

Η Ευθυμία μαλάκωσε λίγο την λαβή της κι ο Λουκάς σαν να ξεθάρρεψε.

Μια πλαστική μπάλα προσθαλασσώθηκε από το πουθενά δίπλα του. Εκείνος τρόμαξε, παραπάτησε κι έχασε λίγο την ισορροπία του.

Η καρδιά της Ευθυμίας παραλίγο να σπάσει, εκεί μέσα στον κόσμο.

Τον έπιασε και με τα δύο χέρια από την μέση, και τον έστησε όρθιο.

Για πόσα ακόμα χρόνια θα μπορούσε να το κάνει αυτό;

Η θάλασσα γύρω της,  έμοιαζε συνεργάσιμη.

Όταν ο Λουκάς σταθεροποιήθηκε, την κοίταξε με εκείνο το ολόδικο του βλέμμα, που περιείχε τρία στρώματα τρόμου και ένα υπόστρωμα αγάπης.

Η Ευθυμία άρπαξε με δύναμη το υπόστρωμα και το χέρι του.

Σε λίγα χρόνια δεν θα μπορεί να αρπάζει τίποτα με δύναμη.

Το πρώτο μπάνιο έπρεπε να γίνει και φέτος. Ότι είναι καλό για τον Λουκά, πρέπει να γίνει.

Σε λίγα χρόνια, θα χρειαστεί να έρθουν νωρίς το πρωί ή αργά το απόγευμα που δεν έχει πολύ κόσμο και να κολυμπήσουν χέρι – χέρι,  μέχρι τα βαθιά μαζί.

*o πίνακας “Sunset & flowers, Cornwall,” είναι της καταπηκτικής ζωγράφου Tazia Fawley

Χερι-χέρι

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo