Τώρα που κρότοι παραθύρων και πορτών
Δεν αντηχούν.
Τώρα που δρόμοι κι αυλές ακούγονται
Όσο ο φλοίσβος χαμηλού κυματισμού
Ήσυχων νερών


Τώρα που δεν τρέμουν τα πεζοδρόμια
Από το ποδοβολητό των πολιτών
Που τα πατώματα στέκονται
Ακούνητα κάτω από τις στέγες 
Που σηκώνουν μόνο πουλιά


Τώρα που κάτω από το μπαλκόνι του σπιτιού
Δεν επιταχύνουν φορτηγά
για να τραντάζει το τραπέζι


Τώρα που οπλές αλόγων,
Αυτών που σέρνουν τον κυρτό φακό της σελήνης

μου ξαναφέρνουν την μορφή σου,
Τα λόγια σου, κι ας είχες άδικο

Τώρα είναι που το φως σου έφτασε έως εδώ
Και πλημμύρισε την ματιά μου
Κι όχι ο νους μου που σε είδε


Τώρα που επιμένω ο ήλιος να σηκώνεται 
Από την σωστή μεριά τ’ ουρανού
Και να πέφτει πάντα στην λήθη
Της νύχτας των άγρυπνων ονείρων


Τώρα που ανόητα χειροκροτούμε στην τηλεόραση
Αυτούς που τον εγκλεισμό με τους νεκρούς αθροίζουν
Κι ο θεός ο ίδιος κάνει τα κουμάντα του 
Και λογαριάζει κάθε χαραυγή
Μέχρι να φτάσει η δική του γέννηση.    

''Τώρα''

του Νικόλα Κακατσάκη

© 2019 by Achilleas and Camilo