Ο Γιάννης περπάτησε στο διάδρομο, κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε από την πλαϊνή πόρτα του νοσοκομείου. Στάθηκε λίγο απ’ έξω και πήρε μια βαθιά ανάσα. Εφτά μέρες και νύχτες ήταν εκεί. Εφτά μέρες με τηλεόραση, εξετάσεις, αγωνία και κουβέντες περί ανέμων και υδάτων, κι εφτά νύχτες με ψευτοΰπνο σε μια καρέκλα δίπλα της. Έβγαλε ένα μαντήλι από την τσέπη και σκούπισε τα δάκρυά του, έφτιαξε πρόχειρα τα λίγα μαλλιά του με τα χέρια και πήγε προς τον κεντρικό δρόμο να πάρει το λεωφορείο της γραμμής. Έπεφτε το σκοτάδι.

Ανέβηκε το σκαλί του λεωφορείου που έκανε τέρμα κοντά στο σπίτι του. Ωχ, το πόδι μου, δεν πιστεύω να με ξαναπιάσει τώρα. Έκατσε στο πρώτο κάθισμα που βρήκε μπροστά του, στο παράθυρο και κοιτούσε έξω. Καλά που ήρθε η ξαδέρφη να κάτσει απόψε, να πάω σπίτι, να κάνω ένα μπάνιο, να ξεκουραστώ λίγο. Τι να ξεκουραστώ, πάλι αύριο πρωί θα πάω..

Στο λεωφορείο ήταν λίγοι επιβάτες. Ένας νεαρός με ακουστικά στ’ αυτιά κοιτούσε το άπειρο, μια γυναίκα με σακούλες έψαχνε στα κτίρια και τις ταμπέλες τα σημάδια για τη στάση της, ένας κατάκοπος εργάτης μισοκοιμόταν στην πίσω σειρά, δυο κορίτσια αντάλλασσαν σημειώσεις από το πανεπιστήμιο μιλώντας για επαγγελματικά θέματα, ένας ηλικιωμένος κοιτούσε τους πάντες με καχυποψία, μια άλλη γυναίκα έριχνε περιφρονητικές ματιές στη διπλανή της. Τον Γιάννη δεν τον απασχολούσαν αυτοί, δεν τους είχε προσέξει, δεν τους είχε καν δει.

Τα παιδιά. Πρέπει να πάρω τα παιδιά τηλέφωνο μόλις φτάσω σπίτι. Τόσες μέρες δεν τους είπα τίποτα, δεν παίρνουν κι αυτά ένα τηλέφωνο. Μόλις φτάσω σπίτι, όχι από το κινητό, θα τελειώσουν οι μονάδες. Τα παιδιά… Ο Αντώνης είναι κοντά στα τριάντα κι έχει φύγει τρία, όχι, τέσσερα χρόνια απ’ το σπίτι. Κι η Μαρία μου, νέα γυναίκα πια, μακριά μας τόσα χρόνια, τελειώνει τις σπουδές της. Μεγάλοι άνθρωποι είναι πια, θα τους πω τα μαντάτα, πρέπει να ξέρουν. Πρώτα θα πάρω τον Αντώνη και θα του τα πω σιγά σιγά, ή μάλλον όχι, πρώτα τη Μαρία που είναι πιο σκληρή. Ναι, έχει τελειώσει και με τη σχολή της για σήμερα.. Πως θα τους τα πω;

Μια στάση, ένας επιβάτης κατέβηκε, δύο ανέβηκαν. Προσπάθησε να τεντώσει το πόδι του αλλά ο πόνος δεν τον άφησε και το ξανάφερε στη θέση που ήταν πριν. Συνέχισε να βλέπει έξω, χωρίς να κοιτάζει κάτι συγκεκριμένο. Πάνω του έπεφτε ένα βάρος που τον κρατούσε στο κάθισμα και του τραβούσε το πρόσωπο, κάνοντας τις άκρες των χειλιών του να κυρτώνουν προς τα κάτω. Μόλις φτάσω σπίτι, θα τους πάρω. Στο άδειο σπίτι. Πως θα τους τα πω;

Το λεωφορείο συνέχιζε, έκανε στάσεις, άφηνε κάποιους, έπαιρνε κάποιους άλλους κι ο Γιάννης κοιτούσε έξω κι ευχόταν να μην σταματούσε να πηγαίνει, να μην είχε τερματικό σταθμό.

 

 

0_jJQLJ3LB7cEQTPlU_.jfif

Το Λεωφορείο της Γραμμής

του Ντίνου Πετράκη