Ο Α Στάθηκε κάτω απ’ τη ντουζιέρα. Μετά από πολλές εναλλαγές ζεστού και κρύου, με ακρίβεια μικροχειρούργου, κατάφερε να πετύχει τη θερμοκρασία που επιθυμούσε. Κέντραρε το κεφάλι του, έτσι ώστε το νερό να το σκεπάζει ισόμερα,  καθώς κυλούσε και στα δύο του αυτιά.

Το μόνο που υπήρχε τώρα ήταν ένας συνεχής ήχος, τόσο δυνατός, σαν  να βρισκόταν κάτω από έναν καταρράκτη. Έκλεισε τα μάτια. Αυτός ο ήχος ανέσυρε μια μνήμη από τα παιδικά του χρόνια. Ήταν καλοκαίρι, και εκείνος κατηφόριζε με ένα πατίνι σ’ ένα δρόμο μιας έρημης πόλης. Το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ρόδες που όργωναν το χαλικόστρωτο δρόμο. Τίποτε δεν του έκοβε τη φόρα. Κανένα αμάξι δεν πετάχτηκε από κάποιο στενό, ούτε κάποιος δεν μπλέχτηκε στην ξέφρενη πορεία του. Ήταν μόνος και έτρεχε, άκουγε τις ρόδες να λυσσάνε, και ένιωθε τον αέρα να χτυπά τα μισοκλεισμένα του μάτια.

Ασυναίσθητα έφερε τα δάχτυλα του που είχαν αρχίζει να μουλιάζουν στο πρόσωπο του, εκείνο όμως δεν ήταν νεανικό. Ήταν γεμάτο ρυτίδες, αυλακιές και βαθουλώματα. Αυτή η κατηφόρα είχε κρατήσει δεκαετίες.

Αποκαρδιωμένος από αυτές τις σκέψεις, έκλεισε τη ντουζιέρα. Οι ρόδες φρέναραν απότομα, ο ήχος, η έρημη πόλη και η κατηφόρα εξαφανίστηκαν. Σκουπίστηκε όπως όπως, ντύθηκε με το νερό να ποτίζει ακόμη τα ρούχα του και βγήκε.

Δεν πέτυχε κανέναν στους διαδρόμους. Ήταν μεσημέρι και όλοι ήταν στους θαλάμους. Ήταν η αγαπημένη του ώρα.  Μόνο αυτός και οι τοίχοι του κτιρίου. Τα δεκάδες κοιμισμένα ζόμπι,  περίμεναν τα φάρμακα για να ξυπνήσουν και να τα κατασπαράξουν, σαν τον τελευταίο ζωντανό οργανισμό σε ένα μεταποκαλυπτικό κόσμο.

Πήγε στο κρεβάτι του προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο. Στις διπλανές κουκέτες κοιμόντουσαν δύο απ’ αυτά . Τον έναν τον έλεγαν Γ , και πριν την μεταμόρφωση του, ήταν καπετάνιος σε γκαζάδικο. Τον άλλον Π, και πριν μπει στο ίδρυμα, ήταν ιδιοκτήτης βενζινάδικου, αναβάτης αλόγων σε ιπποδρομίες, αυτοδίδακτος ψυχολόγος, μπάρμαν, νταλικιέρης, δεσμοφύλακας σε ζωολογικό κήπο, ζιγκολό και άλλα πολλά. Κανείς δεν τον πίστευε πια. Κάθε φορά, ανάλογα με το κοκτέιλ των χαπιών, και με τις ορέξεις των χημικών ενώσεων του εγκεφάλου του, άλλαζε και παρελθόν.

Και οι δύο ροχαλίζανε. Ο Γ με έναν εκκωφαντικό θόρυβο, που θύμιζε γουρούνι σε σφαγείο. Ο Π με ένα μαυλιστικό ήχο, σφυρίζοντας σε κάθε εκπνοή του σα δαιμονισμένο φίδι. Είχαν χαπακωθεί και οι δύο και ήταν παραδομένοι σε ένα στιγμιαίο θάνατο.

Ο Α ξάπλωσε στο κρεβάτι του και έμεινε να κοιτάζει τον έλικα του ταβανιού. Η ζέστη ήταν αφόρητη και ο ανεμιστήρας φαινόταν να στριφογυρίζει ειρωνικά από πάνω τους. Η βάση του κουνιόταν , έτοιμη να ξεκολλήσει, αλλά εκεί που έλεγες ότι θα τσακιστεί στο έδαφος, εκεί κράταγε ηρωικά το βάρος του έλικα και συνέχιζε απτόητη τον ανούσιο ρόλο της.

Έτσι και τα ‘’ζόμπι’’ του ιδρύματος , ίδια με την βάση του ανεμιστήρα, συνέχιζαν. Πλέον μόνο ανακατεμένες αναμνήσεις μένανε για εκείνον. Ένα πατίνι, μια κατηφόρα, μια γυναικεία θολή φιγούρα ίσως. Δεν ήξερε. Αναμνήσεις που ζωντάνευαν ξαφνικά ,και παίζανε σα μασημένες βιντεοκασέτες σε ένα ξεχαρβαλωμένο βίντεο. Πότε με διακοπές, πότε με χιόνια, και με ένα υποτονικό χρώμα, σχεδόν άχρωμο, σαν ταινία βάφτισης του 80 ξεχασμένη σε κάποια ντουλάπα.

Εκείνος συνέχιζε να κοιτάει τον ανεμιστήρα που μάλλον η δουλειά του ήταν να φυσάει τις αναμνήσεις μακριά, να  τις μπουρδουκλώνει, να τις ανακατεύει και να τις εξαερώνει στο τέλος.

Έτσι μισοκοιμισμένος, μισοξύπνιος, άκουσε μια γυναικεία μεταλλική φωνή να λέει απ’ τα μεγάφωνα :

« Σήμερα δεν θα διατεθούν φάρμακα. Παρακαλώ περιμένετε περαιτέρω οδηγίες . Επαναλαμβάνω, σήμερα δεν θα διατεθούν φάρμακα. Παρακαλώ περιμένετε περαιτέρω οδηγίες ».

Ο Α ξύπνησε από το λήθαργο και προσπάθησε να μεταφράσει αυτήν την ανακοίνωση. Εκείνος δε θα είχε μεγάλο πρόβλημα. Είχε καταφέρει να κόψει τα χάπια, έστω και κρυφά (πώς αλλιώς θα μπορούσε άλλωστε;). Οι πόνοι και οι αϋπνίες  τον τυραννούσαν καθημερινά. Αλλά οι σχεδόν διαυγείς συλλογισμοί του, και οι μασημένες

βιντεοκασέτες του παρελθόντος, άξιζαν την ταλαιπωρία . Τουλάχιστον έτσι πίστευε.

Τις σκέψεις του διέκοψε και πάλι η μεταλλική φωνή, αλλά αυτή τη φορά ήταν πιο δυνατή, σαν εκνευρισμένη, και σχεδόν ούρλιαζε :

« ΦΑΡΜΑΚΑ ΤΕΛΟΣ. ΚΑΠΟΥΤ. ΤΕΛΕΙΩΣΑΝΕ.ΟΧΙ ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΣΗΜΕΡΑ, ΑΛΛΑ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ»

 

Ξαφνικά έξω απ’ το θάλαμο ακούστηκαν εκκωφαντικοί ήχοι σπασίματος γυαλιών, και κραυγές ζώων. Δεν μπορεί να ήταν ανθρώπινες κραυγές αυτές. Σηκώθηκε ανήσυχος για να δει τι συμβαίνει. Ένιωθε την καρδιά του να φεύγει απ’ το σώμα του από την ταραχή, και οι χτύποι της φτάνανε ένας ένας στ’ αυτιά του. Πριν φτάσει στο παραθυράκι της πόρτας, παρατήρησε ότι ο Γ και ο Π είχαν ξυπνήσει και κατευθύνονταν προς τα πάνω του. Πριν προλάβει  να σκεφτεί το λόγο, οι δύο άντρες, τον ακινητοποίησαν με μια απόκοσμη δύναμη και τον πέταξαν  στο κρεβάτι.

 

Στα μάτια τους, για πρώτη φορά, δεν είδε τα ζόμπι που κατοικούσε μαζί τους για τόσα χρόνια. Δεν είδε τα αποβλακωμένα χαρακτηριστικά τους ζωγραφισμένα στα άσχημα πρόσωπα τους. Τώρα έβλεπε τον Γ, τον καπετάνιο που όργωνε τις θάλασσες κάποια άλλη εποχή, και τον Π, αυτόν τον παμπόνηρο τυχοδιώκτη όπως θα ήταν στα νιάτα του.

 

Αυτά τα ζωντανά μάτια τώρα τον κάρφωναν. Αυτά τα γεμάτα ρυτίδες και σημάδια πρόσωπα, έκρυβαν τώρα μια αλλόκοτη λαιμαργία για ζωή. Όπως τον κράταγαν με χέρια σα μέγκενες, τα χαμογελαστά τους χείλη-μα γιατί χαμογελούσαν- άνοιξαν και φανέρωσαν δόντια αιχμηρά, σαν ακονισμένα από καιρό, έτοιμα να τον κατασπαράξουν.

Στην αρχή προσπάθησε να ξεφύγει. Χτυπήθηκε και χτύπησε, τινάχτηκε και τίναξε, πόνεσε {και τους πόνεσε;) Όταν κατάλαβε ότι κάθε προσπάθεια του ήταν  μάταιη, αποτράβηξε το βλέμμα του από τα δυο τρομακτικά πρόσωπα, και έμεινε να κοιτάζει τον ανεμιστήρα. Η λύσσα και η έξαψη τους για σάρκα, γέμιζαν τον αέρα του θαλάμου. Ένιωσε λυτρωμένος.

Εκείνοι χίμιξαν σαν όρνεα πάνω του, και ξεκόλλησαν τη μύτη με ατσάλινες δαγκωματιές. Στη συνέχεια μάδησαν τα χείλη του. Τα δόντια τους συγκρούστηκαν με τα δικά του και τα διάλυσαν. Τα μάτια του γέμισαν αίμα- ή ήταν τα δικά τους – Του έφαγαν τις βλεφαρίδες, μασούλησαν τα ματοτσίνορα του, λιώσαν τα μάτια του και τα μάσησαν. Μόνο στο τέλος καταπιάστηκαν με τ’ αυτιά.

Όταν τα αποκόλλησαν τελείως απ’ το κρανίο του και τα καταβρόχθισαν με λαχανιασμένους ήχους απόλαυσης, ο Α σαν να  άκουσε τις ρόδες του πατινιού που όργωναν τη κατηφόρα. Είχε φτάσει στο τέλος της. Το κρανίο του άνοιξε με θόρυβο που θύμισε καρύδι να σπάει, και ο Γ και ο Π, κατασπάραξαν με ηδονή τον ζουμερό εγκέφαλο του.

 

Ο έλικας από πάνω τους συνέχιζε να κάνει πως δουλεύει. Η ζέστη ήταν αφόρητη.

27360337022_45cfa5d72f_b.jpg

Το ίδρυμα

του Αλέξανδρου Πετρόχειλου