Η ιστορία που θα σας διηγηθώ συνέβη κατά την διάρκεια της καραντίνας. Δεν θα αποκαλύψω το όνομα του ήρωα δεν έχει άλλωστε σημασία. Την ιστορία αυτή που ο ίδιος την ονομάζει ως την ημέρα της αφύπνισης του συμβαίνει να μου την έχει διηγηθεί ο ίδιος ο ήρωας ο οποίος και με εμπιστεύτηκε να την δημοσιεύσω. Εγώ πάντως διαφωνώντας μαζί του ως προ τον τίτλο την ονόμασα  ''Το ζιζάνιο'' αντί για το '' Η αφύπνιση'' που επιθυμούσε εκείνος. Λένε ότι οι συγγραφείς δεν είναι πάντοτε καλοί στο να διαλέγουν τίτλους για τα έργα  τους. Το αφήνω λοιπόν στην κρίση σας....

 Ήταν μέρες που ξυπνούσε με την ίδια κακή διάθεση. Συγκεκριμένα αυτό του  συνέβαινε από κείνη τη μέρα που ο πρωθυπουργός είχε βγει στην τηλεόραση για να μιλήσει στον λαό. Το μήνυμα του πρωθυπουργού ήταν πως η χώρα έπρεπε να μπει σε γενική καραντίνα. Οι πολίτες κινδύνευαν από τον νέο κινέζικο ιό και το σύστημα υγείας πιεζόταν ανησυχητικά. Από τότε σηκωνόταν με την ίδια κακή διάθεση ανεξάρτητα από το πως ήταν ο καιρός έξω η από το τί είχε να κάνει μέσα στην ημέρα. Έτσι λοιπόν και κείνη το πρωινό με τα μούτρα πρησμένα από έναν  κακό και ανεπαρκή ύπνο ολίγων ωρών, κατάφερε να σηκωθεί και να σούρει τα πόδια του ως στο παράθυρο. Έριξε μια ματιά έξω. Ο ήλιος έλαμπε. Ο καιρός ήταν υπέροχος, η άνοιξη είχε κάνει αισθητή πια την παρουσία της σπάζοντας την μαύρη χειμωνιάτικη απελπισία. Όμως παρά το γεγονός ότι τα πλάσματα της φύσης γιόρταζαν την επιστροφή του ήλιου, οι άνθρωποι -παιδιά της φύσης και αυτά έστω και νόθα- περπατούσαν αμίλητοι και σκυφτοί. Οι περισσότεροι δε από αυτούς αγκομαχούσαν κινούμενοι με τις μάσκες που τους είχαν επιβάλλει να φορούν στα πρόσωπά τους. Κάποιοι, οι πιο φοβισμένοι από αυτούς,φορούσαν και γάντια.Το ασυνήθιστο κ αυτό σκηνικό γινόταν πραγματικά τρομακτικό τις βραδινές ώρες. Τότε η άλλοτε ολοζώντανη θορυβώδης πόλη με τα δεκάδες νυχτερινά κέντρα τα μπαρ, τα εστιατόρια μετατρεπόταν σε ένα αληθινό νεκροταφείο. 

Στην αρχή του άρεσε αυτή η ησυχία. Την χρειαζόταν και ο ίδιος μα και η πόλη. Ουδέν κακόν αμιγές καλού δίδασκαν οι  αρχαίοι και πράγματι το ρητό έβρισκε την επιβεβαίωση του γιατί με την κήρυξη της καραντίνας η πόλη έμπαινε σε πιο ήρεμους ρυθμούς. Τα αυτοκίνητα είχαν μειωθεί αισθητά, η ατμόσφαιρα είχε καθαρίσει από το καυσαέριο και οι άνθρωποι μπορούσαν να βγουν για μια ήρεμη βόλτα για περπάτημα η ποδήλατο. Αυτά όμως στην αρχή. Γρήγορα η κατάσταση άλλαξε. Η κυβέρνηση προχώρησε και σε απαγόρευση κυκλοφορίας. Η ανακοίνωση του μέτρου δεν έπεσε ως κεραυνός εν αιθρία γιατί τα κανάλια είχαν στρώσει το έδαφος με την τακτική τους να υποδεικνύουν ως ανεύθυνους, τους λίγους εκείνους ανθρώπους που κυκλοφορούσαν στους δρόμους. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι εκείνος δεν είχε αιφνιδιαστεί. Κατά κάποιο τρόπο είχε λάβει τα μέτρα του ώστε να γνωρίζει τι θα κάνει για να σπάει νομότυπα την απαγόρευση. Υπήρχαν έξι περιπτώσεις που επέτρεπαν σε κάποιον να κυκλοφορεί έχοντας πάνω του ένα ειδικό χαρτί. Ήταν βεβαίως εξευτελιστικό να παίρνεις άδεια από την αστυνομία για να βγεις από το σπίτι σου και πρωτόγνωρο συνάμα αλλά υπήρχε πάντως τρόπος να ξεπερνάς την απαγόρευση ξεγελώντας τις αρχές εντελώς νομότυπα. 

Στην πραγματικότητα η καραντίνα ήταν λειψή. Ημίμετρο σε σχέση με τις αληθινά απάνθρωπες καραντίνες άλλων εποχών η ακόμα και σημερινών ολοκληρωτικών καθεστώτων. Μια κατάσταση στην οποία οι μισοί δούλευαν κανονικά - γιατί ασφαλώς- δεν ήταν δυνατόν να σταματήσουν απόλυτα οι μηχανές της οικονομίας- ενώ οι άλλοι μισοί κυκλοφορούσαν έξω για ψώνια. Το εφιαλτικό όμως της υπόθεσης δεν ήταν αυτό που πράγματι συνέβαινε όσο ο χειρισμός της όλης κατάστασης από τα μίντια. Δεν θα είχε άδικο κανείς να πει ότι πρακτικά τα μίντια τρομοκρατούσαν τον κόσμο μεταδίδοντας ατελείωτες ώρες εικόνες τρόμου και θανάτου με φέρετρα, εντατικές, στατιστικές και νούμερα περί θνησιμότητας. Σκεφτείτε τώρα έναν άνθρωπο που του έχει απαγορευτεί να πηγαίνει στην δουλειά και που μένει αναγκαστικά μέσα στο σπίτι με την τηλεόραση ως μοναδική του συντροφιά. Σκεφτείτε τον να έχει να αντιμετωπίσει όλο εκείνο το τσουνάμι,όλο εκείνον τον κατακλυσμό μαύρων μαντάτων την εγκυρότητα των οποίων δεν είχε ούτε την γνώση ούτε το σθένος να ερευνήσει. Και σκεφτείτε επίσης ότι οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ζουν σε ένα ιδανικό περιβάλλον. Το σπίτι για τον περισσότερο κόσμο δεν είναι αυτό που θα λέγαμε ''καταφύγιο ειρήνης''. 

Συχνά είναι ένα μέρος γεμάτο ένταση και γκρίνια από την αναγκαστική συμβίωση πολλών ανθρώπων μαζί σε περιορισμένο χώρο. Η ψυχική υγεία των ανθρώπων λοιπόν είχε ανεπανόρθωτα υπονομευτεί από την καραντίνα και τις ατελείωτες ώρες τηλεοπτικής τρομοκρατίας. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν και κοιμόντουσαν με το άγχος αν έχουν κολλήσει αυτόν τον άγνωστο θανατηφόρο ιό. Αν κάποιος τύχαινε να βήξει αμέσως πανικοβαλλόταν κι  ο ίδιος και οι γύρω του. Αν τύχαινε να εμφανίσει δέκατα το ίδιο. Υπήρχαν  περιπτώσεις που άνθρωποι μέτραγαν με θερμόμετρο τον πυρετό τους δέκα φορές την ημέρα! Άλλοι πήγαιναν στο γιατρό και έκλαιγαν μπροστά του ρωτώντας τον αν θα πεθάνουν από τον ιό. Υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που ψέκαζαν τα χαλάκια της εισόδου των σπιτιών τους με αντισηπτικό και  άλλοι που πέρναγαν με οινόπνευμα τις σόλες των παπουτσιών τους για να μην μεταφέρουν τον ιό στο σπίτι τους. Έτσι τους είχαν μάθει από την τηλεόραση. 

Ήταν στ αλήθεια αφόρητο το κλίμα εκείνης της εποχής ολέθριο για την ψυχική αλλά και σωματική υγεία των ανθρώπων που έπρεπε να υποστούν την καταναγκαστική απραξία και ταυτόχρονα τον τηλεοπτικό βομβαρδισμό τρόμου. Ο κόσμος είχε αρρωστήσει όχι από τον ιό αλλά από αυτά τα καθημερινά πολεμικά ανακοινωθέντα που συνοδεύονταν από  την κατάλληλη υποβλητική μουσική. Έτσι λοιπόν και ο ήρωας μας αφού σηκώθηκε με την συνήθη κατήφεια των τελευταίων ημερών κατευθύνθηκε στο μπάνιο για την πρωινή του περιποίηση που με θρησκευτική ευλάβεια τηρούσε. 

Όμως εκεί ξεκινούσε το καθημερινό μαρτύριο της αυτοεξέτασης για τυχόν συμπτώματα. Αντί η καθημερινή  ιεροτελεστία του ντουζ και του ξυρίσματος  είχε καταλήξει  μια βασανιστική διαδικασία αυτοεξέτασης συμπτωμάτων . Άρχικά έπρεπε να εισπνεύσει βαθιά δυο τρεις φορές ελέγχοντας τα πνευμόνια του. Ήταν συμβουλή Ιταλών γιατρών αυτή για να μπορεί κανείς να ελέγχει καθημερινά αν τα πνευμόνια του έχουν προσβληθεί από τον ιό. Στην συνέχεια εξέταζε τον λαιμό του. Αν πονούσε στην κατάποση αυτό ήταν επικίνδυνο. Ακόμα και τα μάτια του έλεγχε αν ήταν καθαρά και διαυγές το ασπράδι τους η αν υπάρχει κάποια φλεγμονή γιατί και αυτό όπως είχε διαβάσει αποτελούσε  ένδειξη μόλυνσης από τον ιό. Όταν τελείωνε με όλα αυτά και αφού είχε ξυριστεί και πάρει το λουτρό του ακολουθούσε το  πρωινό. Άλλη  επίπονη και μαρτυρική διαδικασία εκεί. Τίποτα δεν ήταν απλό όπως άλλοτε, έπρεπε στα πάντα να ακολουθεί τις συμβουλές των ειδικών. Αν λοιπόν άνοιγε ένα πλαστικό κουτί με βούτυρο ας πούμε για να επαλείψει το ψωμί του, έπρεπε μετά να πλύνει και πάλι τα χέρια του πριν φάει γιατί σύμφωνα με όσα έλεγαν οι ειδικοί ο ιός μπορούσε να επιβιώσει ακόμα και 72 ώρες σε πλαστικές επιφάνειες.Και όταν κάποτε τελείωνε και με το πρωινό του είχε να ντυθεί. Και αυτό ήταν ένα άλλο μεγάλο θέμα. 

Τα ρούχα του ήταν καθαρά; Δεν μπορούσε να φορέσει τα χθεσινά. Όχι από κοκετισμό αλλά επειδή ο ιός μπορούσε να επιβιώσει πάνω στα υφάσματα για άγνωστο χρονικό διάστημα.Και τα οικονομικά του δεν του επέτρεπαν να βάζει κάθε μέρα πλυντήριο. Έβγαζε λοιπόν τα ρούχα του αμέσως μόλις έμπαινε στο σπίτι- έβγαζε και τα παπούτσια του - και τα άπλωνε όλα στον ήλιο. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησε ότι δεν είχε τόσα ρούχα όποτε αποφάσισε να εμπιστευτεί εκείνη την μερίδα ειδικών που ισχυρίζονταν ότι ο ιός ζούσε  μόνο τέσσερις ώρες στα υφάσματα. Αυτή η θεωρία τον βόλεψε και γι αυτό την προτίμησε. Βρήκε λοιπόν κείνη την ημέρα  κάτι που να χει μείνει τουλάχιστον τέσσερις ώρες στον ήλιο το φόρεσε και βγήκε.  Έμενε στον τρίτο αλλά ασανσέρ δεν έπαιρνε. Στον μικρό και μη αεριζόμενο θαλαμίσκο ο ιός έβρισκε τις ιδανικές συνθήκες γιατί λοιπόν να εκτεθεί στο ιικό φορτίο;  Κι έπειτα γιατί να αναγκαστεί να πατήσει κουμπί που μπορεί να ήταν μολυσμένο με τον ιό και ύστερα να χει να απολυμάνει ξανά τα χέρια του με το μπουκάλι οινόπνευμα που πάντοτε κουβαλούσε  στην  τσέπη του τζάκετ του; 

Κατέβηκε με τις σκάλες. Στην εξώπορτα όμως της πολυκατοικίας στάθηκε διστακτικός και αναποφάσιστος. Να την ανοίξει και ύστερα να απολυμάνει τα χέρια του η να βρει κάποιον τρόπο να μην αγγίξει την πιθανόν μολυσμένη μεταλλική επιφάνεια; Δεν του πήρε πολύ να βγάλει απόφαση. Ψήφισε το δεύτερο. Κοίταξε γύρω του.Πλάι στο ασανσέρ υπήρχε ένα τραπεζάκι που οι ένοικοι άφηναν διάφορους λογαριασμούς. Νερό ηλεκτρικό και αλληλογραφία. Βρήκε έναν παλιό λογαριασμό τον πήρε στα χέρια του και άνοιξε με αυτόν την πόρτα.Τα γάντια  σκέφτηκε εκείνη την στιγμή θα ήταν μια καλή λύση αλλά του προξενούσαν κάποια αλλεργική αντίδραση στο δέρμα.

Κατόπιν με προσοχή ώστε να μην αγγίξει την πιθανώς μολυσμένη επιφάνεια του χαρτιού  το πέταξε σε έναν σκουπιδοτενεκέ ειδικό για ανακύκλωση και κοίταξε το ρολόι του. Επιτέλους είχε τελειώσει με τα καθημερινά. και είχαν περάσει μόνο τρεις ώρες από την στιγμή που ξύπνησε. Άλλοτε βέβαια ήθελε μόνο μισή ώρα για να ετοιμαστεί και να βγει από το σπίτι του αλλά χαλάλι η σπατάλη των ωρών και η ταλαιπωρία αφού επρόκειτο για την υγεία του. Προς στιγμή του πέρασε από το μυαλό η ιδέα πως είχε καταντήσει μια υστερική μικροβιοφοβική μαριονέτα των ειδικών αλλά γρήγορα απέρριψε αυτήν την σκέψη τινάζοντας  το κεφάλι του σαν κάποιος που βλέπει κακό όνειρο. Την ίδια εκείνη στιγμή πέρασε από μπροστά του μια κυρία που έσερνε μαζί της ένα καρότσι με ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Η κυρία τον κοίταζε επίμονα. Κατάλαβε. Έφερε το χέρι στο πρόσωπο του. Πράγματι δεν φορούσε την μάσκα του. Να γιατί τον κοίταζε έτσι περίεργα η κυρία. Η μάσκα έλεγαν οι ειδικοί πρέπει να μας γίνει δεύτερη φύση. Να θεωρούμε δεδομένο ότι περνώντας το κατώφλι του σπιτιού θα την φοράμε όπως και το πουκάμισο μας.  Έλεγξε τον εαυτό του: Είχε δίκιο η κυρία. Ήταν κάτι πραγματικά αξιοκατάκριτο το να μην φοράς μάσκα μέσα σε τούτη τη επιδημική λαίλαπα. Έβαζες σε κίνδυνο την ζωή των συνανθρώπων σου αν δεν σε ένοιαζε η δική σου. 

Έβγαλε από την τσέπη του μια παλιά μαύρη υφασμάτινη μάσκα που είχε αγοράσει από κάποιο περίπτερο και που την έπλενε καθημερινώς με σχολαστικότητα, την φόρεσε και ξεκίνησε. Είχε να επισκεφτεί φούρναρη,μπακάλη,κρεοπώλη, μανάβη. Αν  προλάβαινε- δηλαδή αν ήταν μέσα στους προβλεπόμενους επιτρεπτούς χρόνους όπως τους είχε σημειώσει στην ειδική βεβαίωση μετακίνησης - τότε θα περνούσε και από την εκκλησία να ανάψει ένα κερί. Περπατώντας στους έρημους δρόμους της πόλης κάτω από αυτόν τον λαμπερό ουρανό άρχισε να του φτιάχνει η διάθεση. Και έκανε μια παρατήρηση που δεν είχε κάνει .όλο αυτό το διάστημα της καραντίνας: οι άνθρωποι περπατούσαν σκυφτοί και κουρασμένοι. Αμίλητοι, φοβισμένοι τον προσπερνούσαν βιαστικοί αν τύχαινε να διασταυρωθούν οι δρόμοι τους η  άλλαζαν πεζοδρόμιο. Γνώριζε βέβαια ότι σύμφωνα με τους ειδικούς ο ιός μεταδίδεται με τα σταγονίδια που εκτοξεύονται από το στόμα με την ανάσα και την ομιλία και έδινε δίκιο σε όσους  από φόβο άλλαζαν πεζοδρόμιο,ωστόσο σήμερα για πρώτη φορά τον ενοχλούσε αυτή η αντικοινωνική εκδήλωση. Στο κάτω κάτω δεν έχω λέπρα σκέφτηκε και αμέσως έλεγξε τον εαυτό του για δεύτερη φορά μέσα σε λίγη ώρα. Δεν έπρεπε να χαλαρώνει, δεν έπρεπε να αφήσει μέσα του έδαφος πρόσφορο για να φυτρώσει ο σπόρος της αμφισβήτησης που τόσο σατανικά έσπερναν παντού οι ελάχιστοι αλλά δραστήριοι αμφισβητίες.  Όχι δεν έπρεπε να χαλαρώνει. Έχουμε φτάσει κοντά έλεγε ο πρωθυπουργός στο καθημερινό του διάγγελμα. Ας μην εφησυχάζουμε τώρα που είμαστε νικητές στην μάχη με τον ιό ώστε να ανταμειφθούμε ύστερα για τις θυσίες μας, ας μην δίνουμε έδαφος σε θεωρίες ψεκασμένων.  

Όχι,λοιπόν. δεν έπρεπε να αφήνει τον εαυτό του ούτε μια στιγμή εκτεθειμένο στον επικίνδυνο σκεπτικισμό. Έπρεπε να αυτοεξετάζεται και να αυτολογοκρίνεται.Αν διαπίστωνε πως γλιστρούσε στο θελκτικό σαν το τραγούδι των σειρήνων, αφήγημα των αμφισβητιών τότε έπρεπε ως θεραπεία να παραμείνει επί δωδεκάωρο έγκλειστος σπίτι με την τηλεόραση βλέποντας ειδήσεις για τον ιό και εικόνες από τα νοσοκομεία ολόκληρης της Ευρώπης. Έτσι θα θεραπεύοταν από την ολέθρια έλξη της αμφισβήτησης. Συγκεντρώσου είπε μέσα του, προχώρα. Έφτασε στον πρώτο του σταθμό, τον φούρνο.  Ένας μέσα τρεις έξω να περιμένουν.  Ήρθε και η σειρά του κάποια στιγμή. Μπήκε. Ήθελε ψωμί. Χρειαζόταν κι άλλα πράγματα  βέβαια αλλά αποφάσισε να πάρει μόνο το ψωμί ώστε να μην παραμείνει πολύ ώρα μέσα στον κλειστό χώρο όπου μπορεί να αιωρούνταν πιθανώς μολυσμένα σταγονίδια από τους προηγούμενους πελάτες. Η υπάλληλος τον εξυπηρέτησε αλλά εκείνος παρατήρησε ότι έπιασε το ψωμί με το ίδιο γάντι που είχε πιάσει και όλων των προηγούμενων πελατών τα ψωμιά. Πιθανώς το ίδιο γάντι το φορούσε από το πρωί και πιθανώς τούτο το γάντι να ήταν μολυσμένο. Δεν είπε τίποτα γιατί ήξερε τι έπρεπε να κάνει με τούτο το ψωμί.Στο ταμείο όμως πρόσεξε ολοκάθαρα ένα χοντρό σταγονίδιο να εκτοξεύεται από το στόμα  της υπαλλήλου την ώρα που του έδινε τα ρέστα. Αυτό ήταν κάτι επικίνδυνο. Πήρε τα ρέστα του με το αριστερό χέρι ώστε να διατηρήσει αμόλυντο το δεξί και κίνησε προς την έξοδο. Μια κυρία που έσερνε ένα μωρουδίστικο καροτσάκι στεκόταν  περιμένοντας υπομονετικά την σειρά της. Της χαμογέλασε.  Δεν μπορούσε βέβαια εκείνη να το δει αυτό κάτω από τη μάσκα που φορούσε αλλά έστω και με τα μάτια της χαμογέλασε. Η κυρία τραβήχτηκε δυο μέτρα μακριά για να του αφήσει χώρο να περάσει με ασφάλεια.Ενοχλήθηκε από την στάση της. Το να του χαμογελάσει έστω και κάτω από τη μάσκα δεν είχε τίποτα το αντιυγεινομικό. Τρίτη φορά που έπιανε τον εαυτό του σήμερα να ενοχλείται  από τις  συνέπειες των μέτρων. Συγκεντρώσου, είπε πάλι μέσα του ψέγοντας τον κακό, τον απειθάρχητο εαυτό του, βρες λύση για το ψωμί.. Ανέσκαψε τα βάθη της μνήμης του και ανέσυρε από εκεί κει τις χρησιμότατες και ζωοσωτήριες οδηγίες του πανεπιστημίου Τζων Χόπκινς σχετικώς με τέτοια κρίσιμα καθημερινά ζητήματα αντιμετώπισης του κορωνοιου. Νομίζω πως πρέπει να το αφήσω στον ήλιο και τον καθαρό αέρα για τρεις ώρες, είπε μέσα του, ύστερα θα μπορεί να καταναλωθεί με ασφάλεια. Στην συνέχεια έκανε τις υπόλοιπες δουλειές του. Τελειώνοντας κοίταξε το χαρτί βεβαίωσης μετακίνησης που είχε υπογράψει. 

Είχε ακόμα στην διάθεση του δέκα ολόκληρα λεπτά πριν τελειώσει ο χρόνος του.  Ασφαλώς  μπορούσε αν ήθελε να γράψει μια άλλη βεβαίωση άλλα αυτό δεν ήταν σωστό. Η έχουμε καραντίνα η δεν έχουμε. Αν όλοι συμπεριφέρονταν πειθαρχημένα και υπεύθυνα δεν θα είχε εξαπλωθεί ο κορωνοιος έλεγε η κυβέρνηση. Ένα λεωφορείο γεμάτο κόσμο - άνθρωποι στοιβαγμένοι σαν σαρδέλες ο ένας πάνω στον άλλον- πέρασε εκείνη ακριβώς την στιγμή από μπροστά του κι εκείνος μόλις που πρόλαβε να κάνει στην  άκρη. Ωστόσο δεν του διέφυγε η εικόνα και δεν μπόρεσε να αποφύγει το αρνητικό σχόλιο. Πως ήταν δυνατόν να απαιτεί η κυβέρνηση από τους πολίτες σύνεση και υπευθυνότητα την ώρα που επέτρεπε να στοιβάζονται έτσι μέσα σε λεωφορείο κουτιά κινδυνεύοντας να κολλήσουν τον ιό;  Ένα  απείθαρχο ζιζάνιο είχε ριζώσει για τα καλά σε κάποια ανεξερεύνητη γωνιά της συνείδησης του βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος και από εκεί είχε βαλθεί να αντιμάχεται τον καλό, τον επιμελή, πειθαρχημένο και συνετό, εαυτό του. Ένιωθε πολύ άσχημα για όλες εκείνες τις σκέψεις που από το πρωί του περνούσαν από το μυαλό διαταράσσοντας τα όσα με επιμέλεια είχε εμπεδώσει όλο αυτό το διάστημα της καραντίνας. Η εκκλησία ήταν κοντά, είχε ανάγκη να προσευχηθεί, να ανάψει ένα κερί. Ίσως ο Θεός να του χάριζε  το σθένος να τηρήσει τα μέτρα με αποφασιστικότητα. Μα πιο πολύ ήθελε να ακούσει την καμπάνα αν και  ήξερε πως αυτό δεν γινόταν. Η κυβέρνηση είχε απαγορεύσει να χτυπούν οι καμπάνες όπως είχε απαγορεύσει και τη λειτουργία με πιστούς στην εκκλησία αλλά και την Θεία Κοινωνία. 

Πριν περάσει το κατώφλι του ναού έκανε την σκέψη ότι ήταν παράλογα αυτά τα μέτρα. Και για πρώτη φορά μετά από τρεις εβδομάδες καραντίνας επέτρεψε στον εαυτό του να αναλύσει εκείνη την αντάρτικη σκέψη χωρίς να την αποδιώξει τρομαγμένος. Το ζιζάνιο τώρα είχε βρει χώρο. Στάθηκε  λίγο μπροστά στο πεζούλι της εκκλησίας παρατηρώντας τον κόσμο. Η αναπόφευκτη αστυνομική παρουσία και εδώ. Τους ένιωθες ακόμα κι αν δεν τους έβλεπες. Γυρνούσαν κάθε μέρα την αγορά κόβοντας πρόστιμα. Την έτρωγες αν δεν φόραγες την μάσκα σου σωστά η αν είχες αργήσεις να γυρίσεις σπίτι η αν δεν είχες καθόλου πάνω σου χαρτιά. Τα δέκα λεπτά κόντευαν να περάσουν. Το ήξερε αλλά δεν του έκανε καρδιά να κλειστεί στο σπίτι μια τέτοια ωραία μέρα. Κι εξάλλου ήθελε να σκεφτεί. Γιατί η κυβέρνηση συμπεριφερόταν τόσο αυστηρά σε κάποιες περιπτώσεις αλλά την ίδια ώρα επέτρεπε  την κίνηση με ασφυκτικά γεμάτα λεωφορεία; Το βλέμμα του κινήθηκε αριστερά από την εκκλησία. Στα είκοσι μέτρα από εκεί υπήρχε τράπεζα. Ο κόσμος περίμενε απέξω σχηματίζοντας ουρά. Μέσα θα πρέπει να βρίσκονταν τουλάχιστον πέντε πελάτες.  Συν τους υπαλλήλους σύνολο δέκα το λιγότερο. Το ερώτημα ήταν εύλογο: γιατί να είναι οι τράπεζες ανοιχτές και οι εκκλησίες κλειστές. Είναι πιο ιερές οι τράπεζες από τις εκκλησίες; Είναι ιερότερη ανάγκη η κατάθεση χρημάτων από την προσευχή; Και γιατί να μην επιτρέπεται η λειτουργία των εκκλησιών με κανόνες όπως γίνεται στις τράπεζες;  Δεν μπόρεσε να δώσει απάντηση και εν τω μεταξύ η ώρα περνούσε. Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς τον ιερό χώρο. Διάλεξε ένα κερί, έριξε το κέρμα στο παγκάρι και τ άναψε μουρμουρίζοντας μια σύντομη ευχή. Εκείνη την στιγμή πέρασε από μπροστά του ο ιερέας.

- Γιατί πάτερ δεν χτυπάτε τις καμπάνες σήμερα μια τέτοια μέρα μια τέτοια ημέρα;

Ήταν Μεγάλη Εβδομάδα . Ο ιερέας τον κοίταξε με πραγματική απορία. Είχε αιφνιαδιστεί σαν να τον είχαν μόλις ρωτήσει κάτι σχετικά με το φύλο των αγγέλων τόσο ανήκουστο του είχε φαίνεται φανεί κάποιος εκ του ποιμνίου να εκφράζει την ειλικρινή του απορία για ένα ακατανόητο μέτρο. 

- Είναι τα μέτρα, ψέλλισε, χωρίς να ακουστεί καλά κάτω από την μάσκα που φορούσε και κατέφυγε στο γραφείο του δίχως να σταθεί να συνομιλήσει.

Του φάνηκε εξόχως γελοίο το επεισόδιο. Αλλά και η υπέρμετρη νομιμοφροσύνη του παπά που φορούσε μάσκα ακόμα και μέσα στον ιερό αυτό χωρώ του φάνηκε μια ύπουλη εκδήλωση  απιστίας. Και ξαφνικά ένιωσε έντονη την επιθυμία να ακούσει τον ήχο της καμπάνας. Κείνο τον οξύ ήχο που διέθετε μια παράξενη και ανεξήγητα  κατευναστική επίδραση στο ψυχικό του κόσμο. Πάντοτε θεωρούσε τούτο τον ήχο τον γλυκύτερο και πιο αγαπητό απ όλους. Αποφάσισε πως θα χτυπούσε την καμπάνα μόνος του και μάλιστα τώρα αμέσως. Όχι από αντίδραση,μόνο από επιθυμία να ακούσει τον ήχο της. Εξάλλου ήταν εντελώς παράλογη η απαγόρευση ετούτη. Βγήκε λοιπόν έκανε τον γύρο του ναού και βρήκε τα χοντρά σχοινιά με τα οποία χτυπούσαν τις καμπάνες. Άρχισε να τα τραβάει με δύναμη...Επιτέλους οι καμπάνες ηχούσαν ξανά. Αμέσως βγήκε από την εκκλησία ο ιερέας έμπλεος θυμού και τον κατακεραύνωσε με το βλέμμα.

- Τι ειν αυτά που κάνεις; Θα μας ανάψεις φωτιές φώναξε προσπαθώντας να ακουστεί μέσα από την ιατρική μάσκα που φορούσε .

Πράγματι από κάπου μακριά ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος της αστυνομικής σειρήνας.

- Ήθελα απλώς να ακούσω την καμπάνα απολογήθηκε εκείνος.

Χωρίς να το θέλει εκείνη την στιγμή - από το άγχος του θα πρέπει να ήταν - έβηξε δυνατά και αμέσως μετά φταρνίστηκε. Ένας μικρός πανικός επικράτησε στο πλακόστρωτο της κεντρικής πλατείας όπου βρισκόταν η εκκλησία. Όσοι παρευρίσκονταν  κάνοντας χάζι την σκόνη με τις καμπάνες, απομακρύνθηκαν έντρομοι σαν να είχε μόλις πέσει χειροβομβίδα και κρύβονταν για να καλυφθούν από τα θραύσματα. Κείνο που τους φόβιζε πιο πολύ είναι πως ο ήρωας μας λίγο πριν χτυπήσει την καμπάνα και προκληθεί όλη εκείνη η αναστάτωση είχε μόλις βγάλει την μάσκα του για να την ελέγξει. Μια κυρία που ήταν πίσω του την ώρα που φταρνίστηκε έτρεξε απεγνωσμένα να ξεφύγει από τα φονικά σταγονίδια. Ο ήρωας μας την είδε μερικά δευτερόλεπτα μετά να γυρίζει το κεφάλι της αλαφιασμένη κοιτώντας πίσω της καθώς ξεμάκραινε φωνάζοντας: ''αστυνομία ένα κρούσμα , αστυνομία''. Στο βλέμμα της είχαν αποτυπωθεί ο τρόμος, ο πανικός, το σάστισμα που προκλήθηκε μέσα της από το αναπάντητο ερώτημα άραγε τώρα μολύνθηκα; Άραγε με ακούμπησαν τα φονικά σταγονίδια; Θα αρρωστήσω  άραγε από κορονοϊό και θα καταλήξω στην εντατική διασωληνωμένη; Και αίφνης έγινε μέσα του φως και όπως η αστραπή μες στο σκοτάδι καταυγάζει ολόκληρο το στερέωμα από άκρη σε άκρη, έτσι φωτίστηκε  κι ο νους ο δικός του και κατάλαβε.  Όλα αυτά που έκανε τόσες μέρες ακολουθώντας πειθήνια και άκριτα τις εντολέας των ειδικών, ήταν παράλογα πράγματα που αργά η γρήγορα θα οδηγούσαν τόσο τον ίδιο όσο και την κοινωνία σε παράνοια. Ήδη παρατηρούσε δραματική αύξηση ψυχιατρικών συμπεριφορών. 

Γιατί τι άλλο ήταν όλη εκείνη η υστερική μικροβιοφοβία που είχε κατακυριεύσει τους ανθρώπους ώστε να κυκλοφορούν με γάντια και μάσκες και να κάνουν σα τρελοί όταν κάποιος κοντά τους φταρνιστεί; Τι άλλο μπορεί να ήταν από υστερία, μια συμπεριφορά που ψυχίατροι άλλωστε την χαρακτήριζαν ως σοβαρή νεύρωση. Και πώς είχαν τόσα χρόνια επιβιώσει οι άνθρωποι χωρίς να ακολουθούν όλους αυτούς του υγειινιστικους κανόνες; Μήπως δεν υπήρχαν πάντοτε ιοί από τότε που εμφανίστηκε το ανθρώπινο είδος στην γή; Μήπως κι ο ίδιος δεν είχε στα λιγοστά χρόνια της ζωή του πάνω στην γη δει κάμποσες άλλες επιδημίες; Γιατί λοιπόν παραδεχόταν τώρα νόμους καταφανώς παράλογους και γιατί ακολουθούσε συμβουλές και οδηγίες άκριτα χωρίς να του έχει απαντηθεί το ερώτημα πόση ποσότητα από τον ιό χρειάζεται για να αρρωστήσει κανείς και αν κανείς μολυνθεί σημαίνει αυτομάτως ότι αρρωσταίνει κιόλας; Και τότε έδωσε την απάντηση στα ερωτήματα εκείνα που τον τυραννούσαν τόσον καιρό και που δεν μπορούσαν να ανέλθουν στην επιφάνεια παρα μόνο με την μορφή υπονομευτικών  ψιθύρων από κάποιο επαναστατικό ζιζάνιο κρυμμένο στα κατάβαθα της συνείδησης του.  Και η απάντηση ήταν αυτή:  κείνο που είχε αλλάξει, κείνο που δεν υπήρχε τις προηγούμενες φορές που ένας επικίνδυνος ιός έκανε την εμφάνιση του, ήταν η τηλεόραση. Αυτό το ολοκληρωτικό μέσο επιβολής ήταν όπου είχε μετατρέψει τους ανθρώπους από νοήμονα όντα σε πειθήνια καλόπιστα υποζύγια. 

Μόλις έκανε αυτές τις σκέψεις, όλη εκείνη η νοητική σκεπτοδιαδικασία εμπέδωσης παράλογων ιατρικών συμβουλών κατέρρευσε μέσα του με πάταγο  σαν κακοφτιαγμένη πολυκατοικία έπειτα από δυνατό σεισμό. Λες και ο πειθήνιος εαυτός του είχε μόλις αποδράσει  από κάποια τρύπα της συνείδησης για να γλυτώσει από όλα εκείνα αμείλικτα ερωτήματα με τα οποία τον σφυροκοπούσε το κακό  ζιζάνιο του σκεπτικισμού. Μέσα σε δέκατα δευτερολέπτου είχε συνειδητοποιήσει ότι όλο αυτόν τον καιρό δρούσε σαν μια υστερική μαριονέτα που τα νήματα της κινούσαν άνθρωποι με ύποπτες προθέσεις. Και τώρα όχι μόνο αμφέβαλλε αλλά αμφισβητούσε ανοιχτά. Μέσα σε ,λιγότερα από πέντε λεπτά; είχε συντελεστεί μια ολοκληρωτική μεταμόρφωση, μια πλήρης μετάλλαξη. Χωρίς να καθίσει να περιμένει την αστυνομία να τον συλλάβει- κορόιδο άλλωστε δεν ήταν- κίνησε για το σπίτι αποφασισμένος τώρα να δώσει τέλος σε αυτή την άρρωστη κατάσταση.  

Πριν περάσει το κατώφλι της εισόδου της πολυκατοικίας του έξω από το διπλανό σούπερ μάρκετ έγινε μάρτυρας ακόμα μιας πλέρια διαφωτιστικής σκηνής. Μια νεαρή μητέρα μάλωνε το εξάχρονο παιδάκι της γιατί εκείνο το καημένο ακολουθώντας το ορμέμφυτο όλων των παιδιών του κόσμου να εξερευνούν το σύμπαν γύρω τους είχε σηκώσει από κάτω ένα αλουμινένιο κουτάκι μπίρας. Έντρομη και ωρυόμενη η νεαρή μητέρα -που φορούσε μάσκα και στον εαυτό της και στο παιδάκι της- άνοιξε την τσάντα της έβγαλε τα ειδικά απολυμαντικά μαντιλάκια και άρχισε με αυτά να τρίβει μανιωδώς τα χέρια του παιδιού της. Ο φίλος μας δεν χρειαζόταν τίποτα άλλο για να πάρει την απόφαση του. Ήταν πλέον εκατό τα εκατό πεπεισμένος για το που οδηγούσαν την κοινωνία οι μικροβιοφοβικοι που ξαφνικά είχαν καταλάβει τον δημόσιο λόγο επιβάλλοντας την υστερία τους ως κανονικότητα. Κατασκευαζόταν με ταχείς ρυθμούς μια νέα γενιά  αδύναμων ψυχικά και σωματικά ανθρώπων , κατάλληλων μόνο ως υποζύγια της εκάστοτε κυβέρνησης. Τότε πήρε την απόφαση του. 

Άνοιξε την πόρτα της πολυκατοικίας κανονικά πιάνοντας το χερούλι με το γυμνό του χέρι και πήρε το ασανσέρ κανονικότατα όπως πάντοτε. Μπήκε στο σπίτι ολοταχώς και με ορμή δεκαπέντε βισώνων αναζήτησε στην αποθήκη το κατάλληλο για την περίσταση εργαλείο. Διάλεξε μια σχεδόν καινούργια βαριοπούλα που την είχε αγοράσει πέρσι για κάποιες εργασίες  στο εξοχικό. Το βαρύ μεταλλικό σφυρί των δέκα κιλών ήταν ακόμα σχεδόν αχρησιμοποίητο έτσι που το μέταλλο του γυάλιζε. Το σήκωσε και το περιεργάστηκε με θαυμασμό. Ναι, είπε μέσα του, καλή μου βαριοπούλα ωραίο μου σφυράκι σαν του Θωρ, εσύ θα δώσεις τώρα λύση στο κακό. Χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά κατευθύνθηκε στο σαλόνι. Η τηλεόραση που είχε από το πρωί αφεθεί ανοιχτή να παίζει, μετέδιδε εικόνες από τα νοσοκομεία της Ιταλίας. Σήκωσε την βαριοπούλα στον αέρα και με όλη την δύναμη των ενενήντα κιλών του και  την απωθημένη μανία ενός ολόκληρου μήνα καταπίεσης κατάφερε στο τετράγωνο δαιμονικό κουτί ένα τέτοιο συντριπτικό χτύπημα που δεν χρειαζόταν άλλο. 

- Καλή μου βαριοπούλα, είπε φωναχτά κοιτάζοντας με θαυμασμό το αποτέλεσμα.

Το μαγικό κουτί έχασκε πλήρως ξεχαρβαλωμένο καλώδια κάπνιζαν και ελατήρια πετάγονταν μέσα από τα ανεπανόρθωτα τραυματισμένα πλαστικά της. 

- Τελικά ήταν πολύ εύκολο μονολόγησε πάλι φωναχτά. Θα μπορούσε να δοκιμαστεί και σε κεφάλι λοιμωξιολόγου η κυβερνητικού με λαμπρά αποτελέσματα 

Γέλασε με τούτο που  είχε μόλις πει. Ύστερα χωρίς να πλύνει τα χέρια του άναψε τσιγάρο και στρώθηκε σε μια πολυθρόνα να το απολαύσει. Ένιωθε καλύτερα από ποτέ...

Το Ζιζάνιο

του Γιώργου Σταφυλά

© 2019 by Achilleas and Camilo