Ἡ ἀνασφάλεια ὁρισμένων εὐθύνεται γιὰ τὴν χαμηλὴ αὐτοεκτίμησή τους ἢ τὸ ἀντίστροφο; Ὅπως καὶ νάχῃ τὰ ἀρνητικὰ αὐτὰ αἰσθήματα γεννοῦν πάντα ἀντιδράσεις ἀπ’ τὸν ἑαυτὸ ποὺ βασανίζεται μὲ τοῦτα. Κι οἱ ἀντιδράσεις ποικίλουν ἀπ’ ἄνθρωπο σ' ἄνθρωπο. Ἴσως ἡ πιὸ διασκεδαστικὴ ἀντίδραση, αὐτὴ δηλαδὴ ποὺ προκαλεῖ στοὺς ὑπόλοιπους θυμηδία καὶ διάθεση γιὰ ἐμπαιγμό, εἶν’ αὐτὴ τῆς μεγαλομανίας καὶ κατ’ ἐπέκταση τῆς τάσης γιὰ μεγαλόπιασμα. Οἱ κοινωνίες ἦταν πάντα σκληρὲς κι ἑπομένως σπάνια ἔδειχναν οἶκτο σ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους· τοὺς ἔβλεπαν ὡς μία ἰδανικὴ ἀφορμὴ γιὰ νὰ κάνουν χάζι, νὰ κοροϊδέψουν καὶ ἔτσι νὰ σκοτώσουν προσωρινὰ τὴν ἀφόρητη πλήξη τους. 

 

            Στ’ ἀποχετευτικὸ σύστημα τῆς Ἀλχανίας ἐπικρατοῦσαν πρακτικὲς καὶ συνηθεῖες πολλῶν χρόνων. Οἱ κάτοικοι, λόγῳ τῆς ἀδιαφορίας τους γιὰ ζητήματα καθαριότητας, βολευόντουσαν μ’ ἕνα πρόχειρο κι ἀνοιχτὸ δίκτυο ἀποχέτευσης ποὺ μοιραῖα δημιουργοῦσε λιμνάζοντα νερὰ κι αὐτὰ μὲ τὴ σειρά τους ἑστίες μόλυνσης. Κάποτε ὑποχρεώθηκαν, λοιπόν, νὰ φτειάξουν ἕνα ὑπόγειο καὶ πολύπλοκο σύστημα διοχέτευσης τῶν ἀκαθαρσιῶν σὲ μεγάλους σηπτικοὺς βόθρους. Τότε ἦταν ποὺ ἔπιασε δουλειὰ τὸ συνεργεῖο τεχνικῶν ὑδροδυναμικῆς τοῦ γνωστοῦ ἀρχιμάστορα Ἀγγέλα.

            Ἀνάμεσα στοὺς ἐργάτες τοῦ συνεργείου ὑπῆρχε κι ἕνας βοηθός, ὁ μοναδικὸς βοηθὸς τοῦ συνεργείου, ποὺ ὁ Ἀγγέλας τὸν εἶχε μόνον γιὰ τὶς μαρνεροδουλειές. Κι αὐτὸ γιατὶ ὁ Ἀχιλλεῦρος ὄχι μόνον δὲν εἶχε κάποια ἐξειδικευμένη ἐκπαίδευση στὰ ὑδραυλικὰ ἀλλὰ δὲν διέθετε καὶ τὴν εὐστροφία, τὴν πάντα ἀπαιτούμενη γιὰ τὶς λεπτές, σχεδὸν χειρουργικὲς καὶ συνάμα δύσκολες ἐργασίες.

            Ὁ Ἀχιλλεῦρος γεννήθηκε πρόωρα μ’ ἕναν ψυχισμὸ εὔθραυστο. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ πῇ μὲ βεβαιότητα ἂν τοῦτο ὀφειλόταν σ’ αὐτὴν τὴν πρωιμότητα. Ἡ μάνα του, ἐπειδὴ ἀντιλήφθηκε ἀπὸ νωρὶς ὅτι ὁ γιός της ἦταν ἀδύναμος σ’ ὅλη του τὴν ψυχοσύνθεση καὶ τὴν κατασκευή, ἔσπευσε νὰ τὸν ἔχῃ μόνιμα ὑπὸ τὴν ὑπερπροστασία της· κοινῶς, ὁ Ἀχιλλεῦρος μεγάλωσε κάτ’ ἀπ’ τὰ φουστάνια τῆς μάνας του. Ὅλη τούτη ἡ ἀνατροφὴ συνετέλεσε στὴν καλλιέργεια  ἀνασφάλειας ποὺ τὸν συνόδευε γιὰ μία ζωή. Αὐτὴ ἡ ἀνασφάλεια τὸν ἔκανε νὰ ἐπιθυμῇ διακαῶς μία μόνιμη ἐπιστροφὴ στὴ μήτρα ὡς λύση σωτηρίας!

            Ὅσο γιὰ τὴν ἔλλειψη εὐστροφίας ποὺ τὸν χαραχτήριζε, τούτη μᾶλλον ὀφειλόταν στὸν πρόωρο χαραχτήρα τῆς γέννησής του ποὺ δὲν ἐπέτρεψε στὸν ἐγκέφαλό του ν’ ἀναπτυχθῇ ἐπαρκῶς ὅσο βρισκόταν στὴν κοιλιὰ τῆς μάνας του. Αὐτὴ ἡ ἀπουσία δυνατοῦ νοῦ ἀποτυπωνόταν στ’ ἀποκαρωμένα μάτια του ποὺ θύμιζαν λίγο πολὺ τὸ βλαμμένο βλέμμα της, κατὰ τ’ ἄλλα, συμπαθέστατης ἀγελάδας. 

            Ὅπως, ὅμως, ἀναφέρθηκε στὴν ἀρχή, κάποιες φορὲς τ' ἀνασφαλῆ ἄτομα ἀντιδροῦν δημιουργῶντας ἰσχυρὲς ἄμυνες ἀπέναντι στὴν ἀρνητικὴ ψυχολογία, ποὺ ἐπιφέρει ἡ ἀνασφάλεια ἢ ἡ χαμηλὴ αὐτοεκτίμηση, προκειμένου νὰ νομίζουν ὅτι ὄχι μόνον δὲν εἶν' ἀνασφαλῆ ἀλλὰ κι ὅτι εἶν’ ἱκανὰ γιὰ σπουδαῖα πράγματα.

            Ὁ Ἀχιλλεῦρος βρῆκε διέξοδο μέσα στὴν ὀνειροπόληση ποὺ τοῦ ἐπέτρεψε ν’ ἀποκτήσῃ σιγά-σιγὰ τὴν ἰσχυρὴ πεποίθηση ὅτι εἶν' ἔξυπνος, ἱκανότατος στὴ δουλειὰ καὶ ἴσως ὁ πιὸ περιζήτητος ἄντρας στὶς τάξεις τῶν θηλυκῶν τῆς Ἀλχανίας (σ’ αὐτὸ τὸ τελευταῖο συντελοῦσε κι ἡ μεγάλη περιουσία ποὺ διέθετε ἡ οἰκογένειά του)! Κι ὅταν, ὕστερα ἀπὸ πολύχρονες συσκέψεις μὲ τὸν ἑαυτό του, τέτοιες πεποιθήσεις ρίζωσαν μέσα του γιὰ τὰ καλά, βεβαιώθηκε ὅτι ἔτσι ἔχουν τὰ πράγματα τελικῶς κι ὅτι ὄφειλε στὸν ἑαυτό του νὰ μὴν νιώθῃ κάτι λιγότερο ἀπ’ ὅ,τι πρόσταζαν οἱ καινούργιες του πεποιθήσεις.

            Ἡ αἰχμὴ τοῦ δόρατος γιὰ τὸν Ἀχιλλεῦρο ἦταν πλέον ἡ «ὑψηλές» ἐπιδόσεις ποὺ σημείωνε στὴ δουλειά. Νόμιζε ὅτι κάνοντας ἕνα σωρὸ ἀνούσια θελήματα γιὰ τὸ συνεργεῖο τοῦ ἀρχιμάστορα Ἀγγέλα, ἀποκτᾶ αὐτόματα καὶ μεγάλη ἀξία ὡς τεχνίτης. Μάλιστα, ὅταν τὶς σπάνιες ἐκεῖνες φορὲς τοῦ δίνανε τὴν ἐπιστασία, ἔπαιρνε ὁ κῶλος του ἀέρα καὶ σήκωνε μπαϊράκι.

            Ἔτσι, διατυμπάνιζε τὰ «σπουδαῖα» ἐπιτεύγματά του μόνον στοὺς ἐκτὸς δουλειᾶς γιατὶ θεωροῦσε ὅτι ἀφοῦ ὅλοι αὐτοὶ δὲν γνώριζαν τὰ περὶ ὑδραυλικῆς ἢ ὑδροδυναμικῆς, εὔκολα θὰ χάβανε τὶς φαντασιώσεις ποὺ τοὺς σέρβιρε. Ἅμα ὅμως τὸ μυαλό σου εἶν' ὀκνό, δύσκολα μπορεῖς νὰ κοροϊδέψῃς τοὺς ἄλλους, ἔστω κι ἂν εἶν’ ἀκάτεχοι ἀπ’ τὴν ἐπιστήμη τῆς ἐκμετάλλευσης τοῦ ὕδατος· τὸ πιθανότερο εἶν’ οἱ ἄλλοι ν’ ἀρχίζουν νὰ ἐμπαίζουν ἐσένα. Κι αὐτὸ συνέβαινε στὴν περίπτωση τοῦ Ἀχιλλεύρου ὁ ὁποῖος παρουσίαζε τὸν ἑαυτό του ὡς καλύτερο τεχνίτη ἀκόμα κι ἀπ’ αὐτοὺς τῆς Ἑσπερίας ποὺ εἶχαν βάλει τὰ θεμέλια τῆς ὑδροδυναμικῆς καὶ κατασκεύαζαν ὅλα ἐκεῖνα τὰ ὑλικά, τὰ χρησιμοποιούμενα ἀπ’ τὸ συνεργεῖο τοῦ Ἀγγέλα. Τόσο ἱκανὸς ἦταν ποὺ κάθε λίγο καὶ λιγάκι ἀνέφερε ὅτι μὲ μία ἁπλὴ κλωτσιὰ ἢ γροθιὰ ὅλες οἱ χαλασμένες ἀντλίες παίρνανε μπρός!

            Κι ἐπειδὴ στὸν ἄντρα ἡ ἐπαγγελματικὴ καταξίωση σημαίνει καὶ κοινωνικὴ καταξίωση καὶ συνδέεται ἄμεσα μὲ τὴν καλὴ ψυχολογία του, ὁ Ἀχιλλεῦρος, ἐλλείψει ἄλλων ἐνδιαφερόντων στὴ ζωή, περιόριζε τὶς κουβέντες του σὲ θέματα δουλειᾶς καὶ μόνον μὴ παραλείποντας νὰ μιλήσῃ φυσικὰ γιὰ τὸν «ἄξιο» ἑαυτό του. Ἔνιωθε τότε ὅτι μεγάλωνε μπροστὰ στοὺς ἄλλους, γινόταν ἕνας γίγαντας τῆς ἐπιστήμης τῆς ὑδροδυναμικῆς κι ἀντίστοιχα ὅλ' οἱ ἄλλοι μίκραιναν ἀπελπιστικά.

            Ὡστόσο, οἱ συνεχεῖς ἀναφορὲς στὰ ἐπαγγελματικὰ τοῦ δημιούργησαν καὶ τὶς ἀντίστοιχες ἐμμονές. Ἀλλὰ ὁ περίγυρος δὲν εἶχε τὸν δικό του χαβὰ κι εὔκολα τὸν βαριότανε. Στὴν πραγματικότητα κανεὶς δὲν ἔδινε σημασία στὶς ὀνειροπολήσεις του καὶ στὶς ψευτιές του κι ἁπλῶς ἔκανε ὅτι τὸν ἀκούει. Ὁ ἴδιος ὅμως συνέχιζε νὰ φουσκώνῃ νομίζοντας ὅτι ἔχει πλέον φανατικὸ κοινὸ ποὺ δίνει βαρύτητα στὶς ἀνοησίες του.

            Τὸ κοινό του ἀποτελεῖτο μόνον ἀπὸ κάτι «φτασμένους» φιόγκους τῆς Ἀλχανίας: Πρωτονοτάριους, ντοτόρους, γραμματικούς, μεγαλεμπόρους καὶ γενικότερα ὅποιον θεωροῦσε ὁ Ἀχιλλεῦρος σπουδαῖο καὶ τρανό. Ὁποιαδήποτε ἄλλη συναναστροφὴ ἀποτελοῦσε χάσιμο χρόνο γιὰ τὸν ἴδιο καὶ δὲν συνέφερε καὶ κοινωνικά. Ὁ Ἀχιλλεῦρος μέσα σ’ ὅλ' αὐτό του τὸ βύθισμα στὸ προσφιλὲς ὄνειρό του φανταζόταν ὅτι ἦταν τὸ ἐπίκεντρο τῆς προσοχῆς κάθε φορὰ ποὺ σεργιάνιζε στὸ ἐπίνειο. Ἔνιωθε ὅτι ὅλοι αὐτὸν κοίταζαν καὶ σχολίαζαν (ἕνα χούι ποὺ τόχαν βέβαια κι ἄλλοι κάτοικοι τοῦ ἐπίνειου)· ἑπομένως ὄφειλε νὰ προσέχῃ τὶς παρέες του. Μὰ πίσω ἀπ’ αὐτὴ τὴν παραξενιὰ λειτουργοῦσε ἡ τάση του νὰ μεγαλοπιάνεται προκειμένου νὰ κάνῃ ἐντύπωση καὶ νὰ κερδίζῃ ἔτσι τὰ εὔσημα μίας ἄσημης κοινωνίας. Ἡ μεγαλομανία του τροφοδοτεῖτο ἀπ’ αὐτὸ τὸ μεγαλόπιασμα κι ἄρα ἦταν ἐπιβεβλημένο, ὅπως τόσ’ ἄλλα, ἀπ’ τὸν ἴδιο τὸν ἀνασφαλῆ ἑαυτό του.

            Πρόσφορο ἔδαφος ἔβρισκε ἡ μεγαλομανία του καὶ στὸ ἐρωτικὸ πεδίο. Πρέπει νὰ ποῦμε ἐκ τῶν προτέρων ὅτι ὁ Ἀχιλλεῦρος δὲν γνώρισε ποτέ του τὸ γυναικεῖο κορμί, δὲν ἔνιωσε ποτέ του ἐλεύθερος κι εὐτυχισμένος στὴν ἐρωτική του ζωή, ἴσως γιατί ἔτρεφε ἀπέραντο σεβασμὸ ἀπέναντι στὴ γυναίκα κι ὡς ἐκ τούτου γέμιζε μὲ ἀναστολὲς ὅταν ἐρχόταν ἡ ὥρα νὰ δράσῃ ἐρωτικά.

            Ὅλα του τὰ ραντεβού, ὅσα τουλάχιστον κατάφερε νὰ κάνῃ, ἔγιναν κατόπιν συνεννοήσεως ἀπὸ τρίτους. Ἡ μάνα του ποὺ ἔνιωθε οἶκτο γιὰ τὴν ἀγαμία του καὶ τὴ δυσκολία του νὰ προσεγγίζῃ τὴ γυναίκα, φρόντιζε τακτικὰ νὰ τὸν φέρνῃ σ’ ἐπαφὴ μὲ τὰ λεγόμενα καλοαναθρεμμένα κορίτσια τῆς Ἀλχανίας. Ὡστόσο κάθε τέτοιο ραντεβοὺ ἦταν μία οἰκτρὴ ἀποτυχία γιατί ὁ ἐπιδιωκόμενος σκοπὸς δὲν πετυχαινόταν ποτέ.

            Τὸ μοτίβο ποὺ ἀκολουθοῦσε σὲ κάθε ραντεβοὺ ἦταν πάντα τὸ ἴδιο καὶ καμμιὰ προσπάθεια δὲν ἔκανε γιὰ νὰ ξεφύγῃ ἀπ’ αὐτό, νὰ δείξῃ εὐελιξία καὶ πρωτοτυπία· λὲς κι ἐκτὸς μοτίβου ὅλος ὁ κόσμος θὰ ἀναποδογύριζε καὶ θὰ τὸν πλάκωνε ἀπὸ κάτω: Ἡ μάνα του πρὶν ἀπὸ κάθε ραντεβοὺ τὸν δασκάλευε ποιὰ θὰ ἦταν τὰ ζητήματα ποὺ θὰ ἔθιγε μπροστὰ στὴν κάθε ὑποψήφια ἐρωμένη· ὁρισμένα κομπλιμέντα γιὰ τὸν χαραχτήρα της καὶ τὴν ἐμφάνισή της, ἀναφορὰ στὶς χαρὲς τῆς τεκνοποιίας καὶ τῆς οἰκογενειακῆς ζωῆς καὶ τέλος κάποιες διακριτικὲς ἐρωτήσεις γιὰ τὰ ἐνδιαφέροντά της· καὶ πρὸς Θεοῦ, καμμία ἀναφορὰ στὸ προσφιλὲς καὶ μόνιμο θέμα του: τὴν ὑδροδυναμική!

            Μέρες πρὶν τὰ ραντεβοὺ ὁ Ἀχιλλεῦρος σὰν καλὸς μαθητὴς ἔκανε ἕνα σωρὸ πρόβες πότε μπροστὰ στὸν καθρέφτη, πότε στὸ κρεβάτι λίγο πρὶν κοιμηθῇ ἢ ἀφοῦ ξυπνήσῃ καὶ πότε στὸ μπαλκόνι· ἀκόμα καὶ στὴ δουλειὰ ὅπου οἱ ὑπόλοιποι τεχνίτες τὸν ἔβλεπαν καὶ χασκογέλαγαν κρυφά. Ἡ ὅλη προετοιμασία γινόταν μ’ ἀσυνήθιστο ζῆλο κι ἐπιμέλεια. Ὅταν ὅμως ἐρχόταν ἡ ὥρα νὰ καθίσῃ ἀντίκρυ στὸ καπριτσιόζικο καὶ ναζιάρικο βλέμμα τῆς ἑκάστοτε ὑποψήφιας, ξεχνοῦσε τὰ πάντα μονομιᾶς καὶ τὸν ἔπιανε ἀνατριχίλα γιατί αἰσθανόταν πὼς ἦταν ἀδύνατο νὰ πιάσῃ τὸ νῆμα τῶν λογισμῶν του. Τότε ἦταν ποὺ τὸ θάρρος κατέρρεε, ἡ λογικὴ ἀτονοῦσε κι ὁ ἴδιος ἔμενε στὸ ἔλεος τοῦ θεοῦ ἢ στὸ ἔλεος τῆς μεγαλομανίας του!

            Κι ἐκείνη ἀκριβῶς τὴ στιγμὴ σὰν ἀπὸ μηχανῆς θεὸς ἐρχόταν αὐτόματα στὰ χείλια του τὸ μοναδικὸ θέμα ποὺ ἤξερε ν’ ἀναπτύσσῃ ἄριστα καὶ μὲ ἀνεκδιήγητη ἄνεση· ἡ ὑδροδυναμικὴ καὶ φυσικὰ τὰ ἐπιτεύγματά του στοὺς ὑπονόμους!

            Μ’ ἐκεῖνα τὰ βαριὰ κι ἀργοκίνητα μάτια, μ’ ἐκεῖνο τὸ βλαμμένο βλέμμα της, κατὰ τ’ ἄλλα, συμπαθέστατης ἀγελάδας ξάνοιγε τὸ κορίτσι καὶ μὲ θέρμη ἐξηγοῦσε τὴν πᾶσα λεπτομέρεια τῆς δουλειᾶς του, μὴν παραλείποντας ν’ ἀναφερθῇ στὶς ἔκτακτες ἱκανότητες του ὡς τεχνικὸς ὑδροδυναμικῆς. Ἐξυπακούεται ὅτι ἡ συζήτηση ξέπεφτε ἀμέσως στὰ πιὸ χαμηλὰ ἐπίπεδα κοινοτοπίας καὶ βαρεμάρας. Φυσικὰ τὸ παιχνίδι ἦταν χαμένο γιατὶ γιὰ τὸ κάθε κορίτσι ποὺ σὲ τέτοιες περιπτώσεις περιμένει τόνωση τῆς φιλαρέσκειάς του, ὅλ’ αὐτὰ τὰ λόγια ἦσαν ἦχοι ἄνευ νοήματος κι οὐσίας. Ἑπομένως, δὲν θὰ ἐπιδίωκε ἐκ νέου ραντεβοὺ ἐξαιτίας ἀκριβῶς αὐτῆς τῆς βλακείας τοῦ Ἀχιλλεύρου καὶ τῆς ἀνίας ποὺ τῆς προξενοῦσε!

            Ὕστερ’ ἀπὸ κάθε τέτοιο ἀποτυχημένο ραντεβοὺ ἐπέστρεφε σπίτι μὲ τὴν ἀπορία ζωγραφισμένη στὸ πρόσωπό του· γιατί οἱ ὑποψήφιες ἐρωμένες ἔχαναν τὸ ἐνδιαφέρον μαζί του; Γιατί δὲν μποροῦσε νάχῃ μία σύντροφο ὅπως ὅλος ὁ κόσμος; Ἀφοῦ ἦταν λαλίστατος κι εὐχάριστος στὴν κουβέντα γιατί τὸν ἀπέφευγαν οἱ γυναῖκες; Σὲ μία κοινωνία ὅπως αὐτὴ τῆς Ἀλχανίας ὅπου ὅλοι ψάχνουν θέματα γιὰ κουτσομπολιὸ προκειμένου νὰ γεμίσουν τὸ κενό τους, εἶχε διαδοθῆ πλέον ὅτι ὁ Ἀχιλλεῦρος ἦταν ἢ ἀνίκανος ἢ τοιοῦτος. Κι αὐτὴ ἦταν ἡ καταδίκη του, γιατὶ ἄμα σου βγῇ τ' ὄνομα, δύσκολα πείθεις γιὰ τ’ ἀντίθετο!

            Ὁ Ἀχιλλεῦρος· ὁ «μέγας» τεχνίτης, ὁ «ἄριστος» γνώστης τῶν ἀποχετεύσεων καὶ τῆς ὑδροδυναμικῆς. Ἕνας ἄνθρωπος ἀνιαρός, κοινότατος κι ἀσήμαντος. Ἕνας ἄνδρας μεγαλομανής, χωρὶς νάναι μεγάλος, χωρὶς νὰ παρουσιάζῃ τὸ παραμικρὸ ἐνδιαφέρον, ἄχρωμος καὶ γιαυτὸ ἑτοιμοθάνατος. Ἕνας ἀπ’ τοὺς μυριάδες ἐκείνους ποὺ ἀπαρτίζουν τὰ κοπάδια ἀνοήτων τῆς κάθε κοινωνίας.

            Πάνω στὰ τελειώματα τοῦ νέου ἀποχετευτικοῦ συστήματος, ὁ ἀρχιμάστορας Ἀγγέλας ζήτησε ἀπ’ τοὺς τεχνικούς του νὰ κάνουν ἕναν τελευταῖο ἔλεγχο στὴν ἀντοχὴ τῶν καινούργιων ὑλικῶν. Οἱ μισοὶ μπῆκαν στοὺς τεράστιους σωλῆνες κι οἱ ἄλλοι μισοὶ παρέμειναν μέσα στὸν τελικὸ σηπτικὸ βόθρο. Τὸ ἄνοιγμα τῆς ἀποχέτευσης καὶ τὸ πέρασμα τῶν λυμάτων γινόταν μὲ τὸ γύρισμα μίας τεράστιας στρόφιγγας. Ὁ Ἀγγέλας ἔβαλε τὸν Ἀχιλλεῦρο ν’ ἀνοίξῃ τὴν στρόφιγγα ἀργὰ καὶ μὲ σταθερὴ ταχύτητα μέχρι ἑνὸς συγκεκριμένου σημείου ποὺ ἦταν σημειωμένο πάνω στὴν στρόφιγγα. Ὅμως, ἐκείνη τὴ μέρα ὁ Ἀχιλλεῦρος ἦρθε στὴν δουλειὰ μὲ νοῦ ἀνακατωμένο λόγῳ μίας ἀκόμα πρόσφατης ἐρωτικῆς ἀπογοήτευσης κι ἄνοιξε τελείως τὴν στρόφιγγα.

            Λίγα λεπτὰ ἀργότερα ὅλο τὸ συνεργεῖο μαζὶ κι ὁ Ἀχιλλεῦρος βρέθηκαν, παρασυρμένοι ἀπ’ τὰ σκατά, μέσα στὸν τελικὸ σηπτικὸ βόθρο νὰ πνίγονται ἀπ’ τὶς ἀναθυμιάσεις!

Τὰ περὶ ὑδροδυναμικῆς

του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη

© 2019 by Achilleas and Camilo