Επικίνδυνη

Χριστουγεννιάτικη

Φάρσα

 

Αυτά μεγαθήρια από χάλυβα και γυαλί κάνουν περισσότερο μοναχική την ζωή μας. Όλο το δράμα παίζεται μες στο εσωτερικό του. Ένας ολόκληρος κόσμος ζει, πεθαίνει, ερωτεύεται, εμπορεύεται, πληρώνει το τίμημα, ζει με όρους σύγχρονης αιωνιότητας. Ο Α. δουλεύει εκεί μέσα πάνω από δυο χρόνια. Είναι υπεύθυνος του τεχνικού τμήματος και οι βάρδιες του κρατούνε ως το πρωί. Οι συνάδελφοι έχουν παιδιά και οικογένεια και έτσι ο Α. θυσιάζεται όπως θα ΄το κανε ο καθένας. Τριγυρνάει τους ορόφους, επιδιορθώνει, ανακατασκευάζει, φροντίζει το λεβητοστάσιο και καθαρίζει κάπως εκείνη εκεί την γωνιά που του΄χει παραχωρηθεί. Μην φανταστείτε, ένα κρεβάτι εκστρατείας με κάτι παλιοσκεπάσματα, όλο σημάδια από κορμιά. Η νέα αντικειμενικότητα θα βρει, με βεβαιότητα σε αυτά τα κουρέλια την αναπαράσταση της εργατικής τάξης.

Κύριε Α. , αγόρι μου, νεαρέ, Α., έι εσύ, ακούει σε διάφορα παραγγέλματα ο Α. Για αυτό και νιώθει πως ησυχάζει κάπως όταν οι δικηγόροι ξεχύνονται στους δρόμους, αφήνοντας στην μέση τις κρίσιμες υποθέσεις τους. Τότε η ησυχία όλα τα ισοπεδώνει και ο Α. σφραγίζει τις πόρτες του κλιμακοστασίου, σφαλίζει παράθυρα και ελέγχει πως τα γραφεία κλειδώθηκαν. Όλες οι ενοχές μπορούν να παραμείνουν εκεί μέσα δίχως φόβο. Η νύχτα ανήκει στους ανθρώπους, είναι ας πούμε το μυθιστόρημά τους που γράφουν σελίδα την σελίδα, ερωτευμένοι πάντα με τα λάθος χείλη. Κανείς δεν μπορεί να παρατήσει το μυθιστόρημά του.

Ο Α. εύχεται να τερματίσει την καριέρα του εκεί μέσα. Δεν ζητάει πολλά, τον οδηγεί το αλάθητο ένστικτό του, τίποτε για εκείνον δεν μεταφράζει ιδανικά την εποχή του. Ο χρόνος κυλά με τον αγνό ρυθμό του αφήνοντας παντού σημάδια, ρωγμές. Οι καθεδρικοί γνωρίζουν τις εποχές και τις μετρούνε αφήνοντας ένα ιδιοφυές αποτύπωμα στον κάθετο ορίζοντα. Ο Α. με το μολύβι στα ύφαλα του μυαλού του κατοικεί αυτήν εδώ την ζωή. Αυτός είναι ο τρόπος του. Ένα σινιάλο με τον σπασμένο του καθρέφτη στο πουθενά της πόλης, αυτό αρκεί.

Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα. Μα αν ετούτοι οι δρόμοι μπορούσαν να μιλήσουν, θα έλεγαν για τελειωμένες βιογραφίες και απομεινάρια εταιριών πετρελαιοειδών που ασθμαίνουν, φροντίζοντας τα τρυπάνια τους, ξανά και ξανά, με εξειδικευμένους τεχνίτες που μαζεύονται εδώ με τον ήχο της σειρήνας. Αυτός είναι ένας σκοπός κλασσικός, οι δρόμοι συμμετέχουν, συνυπάρχουν σε απόλυτη αφοσίωση με την ατμόσφαιρα του καινούριου αιώνα. Ο Α. αφήνει την σκιά του να γλιστρήσει στους ορόφους. Δεν είναι ο μόνος.

Μόλις έφυγαν οι τελευταίοι. Οι ξενυχτισμένοι ασκούμενοι συνιστούν το χειρότερο είδος για αυτά εδώ τα κτίρια. Ίσως επειδή την ώρα που καθένας ζει την ζωή του, οι νέοι αυτοί, τι τραγικό, ονειρεύονται, γίνονται θεοί, αναποδογυρίζουν τα στραβά της ανθρωπότητας που φαντάζουν πιο ξεκάθαρα από ποτέ. Σε λίγο καιρό θα έχουν και εκείνοι βρει την γρήγορη μοίρα της πεταλούδας και την σοφή γαλήνη.

Αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα. Είναι βέβαιος πως το κτίριο κρατιέται μόνο από το δικό του κουφάρι, την δική του μελαγχολία. Και όμως στην άλλη πλευρά μια άλλη σκιά γλιστρά από τους τοίχους. Σταματά για λίγο, περιμένει το φως, δεν βρίσκει τίποτε και χάνεται. Ο Α. τρέχει ξωπίσω, φωνάζει, ανάβει τον φακό του, κατηφορίζει μαζεμένα τα μαρμάρινα σκαλιά. Τώρα τον βλέπει καθαρά, είναι ένας ψηλός άνδρας με καπέλο τύπου παναμά. Κρατά το γείσο του και κατεβαίνει βιαστικά, πού και πού κοιτά πίσω. Ο Α. σταματά, μαζί του και η σκιά δυο ορόφους πιο κάτω. Καλύτερα να μου μιλούσες, τέτοιες μέρες μα η σκιά δεν του απαντά. Ακούγεται μόνο μια κοφτή ανάσα και τίποτε στην θηριώδη ησυχία. Δουλεύεις εδώ; Ο ξένος άναψε το τσιγάρο του. Είχε βρει την ανάσα του και δεν βιαζόταν.

Από εδώ και πέρα η ιστορία παίρνει μια αναπόδραστη τροπή και όσα μέχρι τώρα είχαμε γνωρίσει παραδίδονται στην φωτιά. Για την ακρίβεια οι σελίδες του βιβλίου σκορπάνε, την στιγμή που χτυπούν οι καμπάνες της αγάπης. Ο Α. κατηφορίζει προσεκτικά μερικά σκαλιά, ο ξένος τον περιμένει, υφαίνοντας το πεπρωμένο του. Οι δυο τους απέμειναν ολομόναχοι, δυο σταματημένες αναπνοές, κάτω από τον απροσδιόριστο θόρυβο της διαφημιστικής πινακίδας που σηματοδοτεί τούτο το θαύμα της αρχιτεκτονικής σε κάθε γενιά της στολισμένης πολιτείας. Αφήστε με καλύτερα μόνο, είμαι μόνο μια σκιά, μην δίνετε περισσότερη σημασία, ο άνθρωπός μου με εγκατέλειψε, αυτό το δράμα είναι μόνο για μένα, καταλαβαίνετε; Ο Α. έσκυψε και είδε την σκιά στο μεγάλο σκαλοπάτι, σκέτο σκοτάδι.

Δεν είναι δυνατόν, δεν είναι δυνατόν ούρλιαξε και άρχισε να ανεβαίνει τις σκάλες, ουρλιάζοντας αυτό το ίδιο μοτίβο ώσπου να σπάσει η φωνή του. Να σφαλίσω τα παράθυρα, να κοιτάξω πως όλες οι πόρτες σφραγίστηκαν, η φωνή του έσπαγε, δεν μπορούσε να ξεχάσει όταν ένας στιγμιαίος άνεμος πέρασε σαν απειλή τους διαδρόμους και έδειξε τον δρόμο. Τα παράθυρα, μονολογούσε και πίσω η σκιά που ερχόταν, βήμα το βήμα, με τον στακάτο ήχο των μετρονόμων και των ξύλινων στιγμών τους. Άνοιξε διάπλατα το παράθυρο και με την σιγουριά μιας βέβαιης και ασφαλούς επιλογής ο Α. κύλησε δεκάδες ορόφους μες στην παγωνιά, σκίζοντας σαν βέλος τους αλγόριθμους και τις αγνές αγάπες των Χριστουγέννων.

Για την σκιά δεν σώζεται τίποτε, καμιά μαρτυρία. Και όλα αυτά παραπάνω φαντασίες είναι . Ωστόσο το άπειρο, ιερό βιβλίο είναι γεμάτο ιστορίες σαν αυτή του Α. και για σκιές σαν αυτή του ξένου που στεφανώνει τον μέσα κόσμο του μυθικού, κτιριακού συγκροτήματος των εταιριών πετρελαιοειδών, όπως προείπα.

Τα παράλογα του πετρελαίου

του Απόστολου Θηβαίου

© 2019 by Achilleas and Camilo