Τον Νικολάκη τον Σαλτα. τον γνώρισα στο πάρκο. Το πραγματικό του όνομα δεν το θυμάμαι και θαρρώ πως κανείς από εκείνη την παρέα δεν το θυμάται. Μάλλον κανείς από την παλιά παρέα του πάρκου δεν γνώριζε τ αληθινό του όνομα. Με το ψευδώνυμο τον ξέραμε όλοι, με το ψευδώνυμο τον φωνάζαμε, Σάλτα. Ηταν οι εποχές της αλητείας. Γνήσια αλητεία των τελευταίων χρόνων της δεκαετίας του 80 και των αρχών του 90.

Χουλιγκανισμός γηπεδικοι τσαμπουκάδες σκηνικά με μηχανές, ξύλο, δερμάτινα μπουφάν κολλητά τζιν μακριά μαλλιά συγκροτήματα και πιώμα, Πολύ πιώμα. Όχι όμως μόνο αλκοόλ αλλά και ναρκωτικά. Πολλά ναρκωτικά. Κυρίως βέβαια χάπια και μαύρο αλλα και πρέζα καμιά φορά όταν πιάναμε την καλή. Ωστόσο όταν δεν έπαιζε μπαγιόκο -και αυτό συνέβαινε πολυ συχνά- τότε πίναμε οτιδήποτε και όταν λέω οτιδήποτε το εννοώ. Εχω δει κόσμο να μυρίζει βενζίνη μεχρι να καεί ο εγκέφαλος. Εχω δεν άλλους να πίνουν ακόμα και υγρά μπαταρίας για να γίνουνε. Οτιδήποτε ...αρκεί να συσκοτιστεί ο νούς να βαρύνει το κεφάλι να νταγλάρεις. Το πόσο γλυκιά θα ηταν τελικα η ντάγλα αυτό εξαρτιόταν από την ποιότητα και την ποσότητα της ντρόγκας. Ήμασταν πάντως έτοιμοι να δοκιμάσουμε τα πάντα.Αν, ας πούμε,. ερχόταν κάποιος και μας έλεγε: ''ξέρω το μυστικό για τέλειο κεφάλι μέθοδος φτηνή και αποτελεσματική εμείς θα το δοκιμάζαμε ακόμα και αν επρόκειτο να πιούμε λάδια αυτοκινήτου η να χώσουμε το κεφάλι μας σε χημικά απόβλητα. Βλέπεις ήμασταν νέοι και άφοβοι. Και σε αυτή την ιδιότητας της αφοβιάς που χαρακτηρίζει τους πολυ νέους ανθρώπους, όταν οι ορμόνες και η αρδεναλίνη χτυπούνε κόκκινο, σε αυτήν οφειλόταν και το 90% των μαλακιων που κάναμε τότε και που τωρα εκ των υστέρων τα σκεφτόμαστε και γελάμε(όσοι ζούμε ακόμα). Όλα όσα κάναμε τότε, ιδωμένα τωρα με την απόσταση των είκοσι και πλέον ετών μου φαίνονται ακατανόητα. Ειναι σαν να ήμουν εγώ ο ίδιος σαν να ηταν κάποιος άλλος άνθρωπος.

Συχνά μάλιστα τσακώνω τον εαυτό μου να αναρωτιέται γιατί δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να μας σταματήσει; Κάποιος γονιός ας πούμε, η ένας συγγενής η ακόμα κι ένας μπάτσος να μας πιάσει απ τα αυτί να μας το τραβήξει σαν να θέλει να μας το βγάλει κι ετσι εξευτελίζοντας μας να μας επαναφέρει στην τάξη. Γιατί, συνεχίζω κι αναρωτιέμαι, δεν βρέθηκε κανείς να μας πει ενα : ''τι κάνεις εκεί αγόρι μου; τι είν' αυτό που κανείς; Γονείς δεν έχεις;'' Ισως, αν κάποιος μας είχε φερθεί έτσι, η εξέλιξη αρκετών από εμάς να ηταν ολοτελα διαφορετική. Γιατι δεν μπορείς να πεις πως δεν ήμασταν έξυπνα παιδιά. Ήμασταν. Μόνο που είχαμε το μυαλό μας αποκλειστικά στην ρεμπελοσύνη και στην μαλακία.

 

Τεμπέληδες. Αυτό ήμασταν. Μας έδερνε η τεμπελιά και δεν είχαμε που να ξοδέψουμε την περισσευούμενη ενέργεια; μας. Αν έπρεπε να βγάλουμε το ψωμί μας δεν θα ήμασταν έτσι. Ούτε τίποτα παιδιά διαλυμένων οικογενειών ήμασταν ώστε να έχουμε τούτο το άλλοθι. Οχι, αν ήμασταν τίποτα φτωχόπαιδα λαϊκών συνοικιών και μοιράζαμε την ζωή μας μεταξύ φυλακής και αναζήτησης φτηνου μεροκάματου θα είχαμε κάθε άλλοθι και κάθε δικαιολογία. Αλλά εμείς δεν ήμασταν έτσι. Εμείς ήμασταν όλοι παιδιά από τις λεγόμενες καλές οικογένειες της εποχής εκείνης που ακόμα η Ελλάδα ζουσε την ψευδαίσθηση της ευμάρειας. Οι γονείς μας μας παρείχαν τα πάντα και ίσως με αυτό τον τρόπο άθελα τους μας χάλασαν. Στις περισσότερες μάλιστα περιπτώσεις οι γονείς μας ηταν αυτο που λέμε συντηρητικοι ανθρωποι. Οχι με την πολιτική έννοια του όρου αλλά με την κοινωνική.

 

Δεν ψήφιζαν δηλαδή απαραίτητα κάποιο συντηρητικό κόμμα ήταν όμως αυτό που λεμε άνθρωποι νοικοκυραίοι πιστοί τις παλιές παραδοσιακές αξίες. Κι αυτό ως γνωστόν ειναι ένα γενικό χαρακτηριστικό της λεγόμενης μεσαίας τάξης παντού στον κόσμο που την κάνει, σύμφωνα με τους κοινωνιολόγους, να λειτουργεί ως αμορτισέρ, ως αποσβεστήρας των εντάσεων ανάμεσα στις τάξεις των φτωχών και των πλουσίων. Κατα τους κοινωνιολόγους είναι προς όφελος της κοινωνικής συνοχής η ύπαρξη μιας πλατιάς μεσαίας τάξης και οι πολιτικές που βοηθούν σε αυτό. Χωρίς την μεσαία τάξη οι κοινωνίες θα οδηγούνταν σε εμφύλιες συγκρούσεις ανάμεσα στους λίγους πλούσιους και τους πολλούς φτωχούς.

 

Αφού λοιπόν η τυχη τα είχε φέρει έτσι ωστε να γεννηθούμε και να μεγαλώσουμε σε εποχες γενικής ευμάρειας και αφού οι οικογένειες μας άνηκαν στην μεσαία τάξη και μάλιστα όπως θα έλεγε κανείς βάσει επιπέδου ζωής στα ανώτερα στρώματα αυτής, τότε διάολε γιατί εμείς συμπεριφερόμασταν σαν αλήτες; Σαν κατεστραμένοι; Δεν ξέρω. Η αλήθεια είναι πως έχω πολλές φορές προσπαθήσει να το εξηγήσω αλλά δεν έχω μπορέσει να βρω την απάντηση. Υπάρχει βέβαια στο μυαλό μου μια θολή εξήγηση για το τι πήγε στραβά μαζί μας. Θεωρώ λοιπόν οτι εκείνο που μας έλειψε ήταν ο αγώνας. Αν έπρεπε να βγάλουμε το ψωμί μας δεν θα ήμασταν έτσι γιατί θα έπρεπε να δουλέψουμε και δεν θα είχαμε χρόνο να σπαταλάμε σε ηλιθιότητες. ΑργΊα μήτηρ πάσης κακίας αλλά θα μου πείτε πως αντιφάσκω αφου εγω ο ίδιος μιλούσα πριν για χαμίνια που διήγαγον βίο μεταξύ φυλακής και μεροκάματου.Δεν είναι όμως το ίδιο, θα σας απαντούσα.

 

Για αυτα τα παιδιά ο αλήτικος βίος και η παραβατικότητα είναι τρόπος βιοπορισμού.Είναι ανάγκη. Και η χρήση ναρκωτικών μπορώ να πω ότι συναντιέται λιγότερο συχνά σ αυτά τα παιδιά, απ' ότι στα καλομαθημένα παιδιά των μεσαίων και ανώτερων στρωμάτων. Για μας τότε, η παραβατικότητα, το ξύλο στα γήπεδα, οι μολότοφ στους μπάτσους, τα ναρκωτικά, η κάθε είδους αλητεία, δεν ήταν τρόπος βιοπορισμού αλλά επίδειξη ανδρισμου, επιχείρηση να αποδείξουμε πως μετράμε, πως δεν είμαστε φλώροι. Ασε επίσης που συχνά από τέτοιες διαλυμένες οικογένειες και απο παιδιά που μεγάλωσαν ως χαμίνια των φτωχωγειτονιών συναντάς καμια φορά ανθρώπους εξαιρετικους που πέτυχαν στην ζωή τους με κόπο και ιδρώτα.

 

Δεν ξέρω λοιπόν αν η θεωρία μου ειναι σωστή, είναι όμως γεγονός ότι εμείς δεν είχαμε κίνητρο να αγωνιστούμε για κάτι αφού όλα τα είχαμε έτοιμα. Δεν είχαμε στόχους. Και καθώς οι γονείς μας μας παρείχαν τα πάντα μας είχε δημιουργηθεί η εντύπωση πως θα ηταν πάντοτε ετσι και πως με κάποιο μαγικό τρόπο δεν θα χρειαζόταν ποτε να αγωνιστούμε στην ζωή. Ζούσαμε με αυταπάτες. Και σε αυτή την αυταπάτη οφείλεται οτι δεν προκόψαμε όσο μπορούσαμε στην ζωή σε αυτή την αυταπάτη οφείλεται και όλη η πορεία της ζωής του Νικολάκη του Σάλτα-τυπική περίπτωση παιδιού εκείνης της εποχής κι εκείνης της παρέας.

 

Τωρα πια σκεπτόμενος εκείνα τα χρόνια μπορώ να το πω με βεβαιότητα: Αποτύχαμε! Αν σύμφωνα με την Δαρβινική θεωρία σκοπός της φύσης είναι η διαιώνιση των ειδών και σκοπός κάθε είδους είναι η εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών ζωής στους απογόνους, τότε εμείς καλύτερα να δέσουμε μια πέτρα στον λαιμό και να φουντάρουμε γιατί αποτύχαμε τελείως. Οι γονείς μας παρέλαβαν μια χώρα κατεστραμμένη από τον πόλεμο και τον εμφύλιο. Μεσα σε δυο δεκαετίες κατάφεραν να ανοικοδομήσουν τον τόπο. Παρέδωσαν σε εμας μια χώρα ευημερούσα και παράλληλα το δικάιωμα στην πολυτέλεια του να ζούμε απο τα ετοιμα πουλώντας φούμαρα για επανάσταση.

 

Κι εμείς ; Εμείς τι κάναμε; Εμείς οχι μονο δεν καταφέραμε να διατηρήσουμε το ίδιο επίπεδο ζωής, όχι μόνο δεν καταφέραμε να σταθούμε στο ίδιο κοινωνικό σκαλοπάτι αλλά πήγαμε και πιο κάτω παραδίδοντας στα δικά μας παιδιά ενα κατώτερο απ όλες τις απόψεις επίπεδο ζωής. Στην μεσαία τάξη οι γονείς μας; Στο προλεταριάτο εμείς. Ιδιοκτήτες οι γονείς μας; Στο νοίκι εμεις. Βιοτέχνες και δημόσιοι υπάλληλοι οι γονείς μας; Εργατάκοι εμείς για 600 ευρώ με πολύ βία. Αυτοκινητάρες οι γονείς μας; Παπάκι εμείς. Διακοπές σε εξοχικό οι γονείς μας; Πέντε μέρες Κάμπινγκ και με πολυ ζόρι εμείς. Και μιλάμε για όσους είχαν την τύχη να κάνουν παιδιά γιατί οι περισσότεροι από εμάς έμειναν ανύπαντροι και άτεκνοι και ζουν ακόμα με τους γέρους γονείς τους μασουλώντας τις πετσοκομμένες τους συντάξεις. Μερικοι επίσης πέθαναν και κάποιοι άλλοι χάθηκαν. 

Σε αυτή την τελευταία κατηγορία εντάσσεται και ο Νικολάκης ο Σάλτας. Χάθηκε. Έτσι απλά, χάθηκε και κανείς δεν ξέρει τι απέγινε. Πάνε χρόνια από την τελευταία φορά που τον είδα. Ήμουν θυμάμαι με τ' αυτοκίνητο και κοιτούσα αφηρημένος τον δρόμο μπας και πετύχω καμια ωραία γκόμενα για καμάκι. Ξαφνικά είδα μπροστά μου τον Νικολάκη. Η μάλλον για την ακρίβεια το φάντασμα του Νικολάκη. 'Ήταν αγνώριστος. Ισχνός και κίτρινος. Πάντοτε βέβαια ηταν λεπτός αλλά κίτρινος; Ούτε στα χειρότερα μας πιώματα τότε που ρουφουσαμε υγρά μπαταρίας δεν είχαμε τέτοιο χρώμα. Εκείνο όμως που με είχε ανησυχήσει πιο πολυ ήταν το βλέμμα του. Ηταν βλέμμα ανθρώπου αδειανού απο ψυχή. Θυμάμαι πως τον είχα φωνάξει με το όνομα του δυο φορές και αυτός γύρισε με κοίταξε και το αδειανό του βλέμμα με είχε τρομάξει. Κατάλαβα πως κι αν ακόμα επέμενα δύσκολα ο Νικολάκης θα με αντιλαμβανόταν. Λίγα δευτερόλεπτα μετά άναψε το φανάρι και απομακρύνθηκα. Για λίγο ακόμα- όσο μπορούσα να έχω οπτική επαφή- παρακολούθησα τις κινήσεις του απο τον μεσαίο καθρέφτη και ύστερα χάθηκε. Καθώς όμως οδηγούσα προς το σπίτι συνειδητοποίησα την βαθύτερη σημασία εκείνου του θλιβερου περιστατικου της επανεμφάνισης του Νικολάκη. Ο φίλος μας ο Σαλτας είχε εμφανιστεί για λιγο και είχε ύστερα χαθεί για πάντα. Και μεσα στο άδειο του βλέμμα είχα διαβάσει τα χαμένα χρόνια της εφηβείας μας. Κείνο το 'αδειο βλέμμα του παλιού μας φίλου ηταν η καλύτερη φωτογραφία της γενιάς μας.

 

Οδήγησα με αυτές τις σκέψεις μέχρι το πάρκο και πάρκαρα τ αμάξι πρόχειρα με αλάρμ κάπου κοντά. Κατέβηκα και σαν αυτόματο, σαν υπνωτισμένος προχώρησα προς τα παλιά λημέρια. Πόσο είχαν όλα αλλάξει! Διάλεξα και κάθισα στο παλιό αγαπημένο μου παγκάκι. Άναψα ένα τσιγάρο και έπιασα να παρατηρώ τον χώρο τριγύρω. Τότε το πάρκο ηταν μονο παγκάκια και πάνω σε αυτα μαντράχαλοι με μαλλιά και δερμάτινα. Τώρα υπήρχε μια παιδική χαρά με τα πιο σύγχρονα παιχνίδια και γύρω μοντέρνα ζευγάρια με τα καθωσπρέπει παιδιά τους. Τα δύσμοιρα βρίσκονταν κάτω από την διαρκή επιτήρηση των υποχόνδριων μικροβιοφικών γονέων τους που συνεχώς έκαναν παρατηρήσεις στους σπόρους τους: ''μη εκεί, μη πιάνεις αυτό, φύγε από κει, έλα εδώ να σου βάλω αντισηπτικό ''και άλλα τέτοια που ευτυχώς εμείς δεν τα είχαμε. Και όχι μόνο τέτοιες παρατηρήσεις αλλα και μην ιδρώσουν και μην πέσουν και μην λερωθούν και μη μαλώσουν μεταξύ τους. Τα καημένα...

 

Καθώς παρατηρούσα τους γονείς με τα βλαστάρια τους ήρθαν στο μυαλό μου σκηνές από τις παλιές μας περιπέτειες σε τούτο το πάρκο που όλα είχαν αλλάξει. Στο περίπτερο που βρισκόταν απέναντί τη στήναμε μετα τα ντέρμπι και περιμέναμε τους οπαδούς των αντιπάλων. Βροχή έφευγαν τα μάρμαρα οι πέτρες τα σιφόνια,οι σωληνες και κάθε είδους υλικό κατάλληλο να τραυματίσει άνθρωπο. Κάποτε σε ένα τέτοιο καρτέρι με τσάκωσαν οι μπάτσοι εμένα τον Αρνάν, τον Απάτσι, τον Κώστα τον Άιρον και μερικά ακόμα καλόπαιδα. Μας έχωσαν στην κλούβα που λέτε και πού σε πονεί και που σε σφάζει. Τώρα που τα σκεφτομαι τους δίνω δίκιο. Είχαν πράξει άριστα! Και μακάρι να μας είχαν σαπακιάσει στο ξύλο οι δικοι μας πρωτα ωστε να είχαμε βάλει μυαλό. Γιατί τι σου φταίνε κύριε τα αμάξια του κοσμάκη να πας εσύ και να τα σπας επειδή έτσι σου την βίδωσε σήμερα; Ο κακομοίρης ο περιπτεράς δεν φτάνει που του 'χαμε με εκείνες τις μαλακίες που καναμε κάψει το μαγαζί τρεις φορές έπρεπε να ανέχεται και τα βερεσέδια μας. ''Κωστάκη πιάσε τσιγάρα και γράφτα', ''Κωστάκη πιάσε τρεις μπύρες και γράφτες''...Έγραφε κι ο Κωστάκης μέχρι που το κλεισε γιατι δεν βάσταξε άλλο να γράφει.

 

Θυμήθηκα και άλλα. Την Όλγα την χοντρούλα την Γκοθού για παράδειγμα που χε μια νύχτα μεθύσει κι έβαλε στοίηχμα μα τις άλλες ξεπουτανεμενες φίκλες της πως μπορεί να μας πάρει όλους το ίδιο εκείνο βράδυ. Αλλά ήμασταν όλοι τόσο μεθυσμένοι που δεν μπορούσαμε να γαμήσουμε. Too drunk to Fuck που λεει το παλιό κομμάτι των Kennedys. Τελικά η Ολγα η χοντρουλα που χε πιστέψει πως θα χε επιτυχία έστω για μια φορα στην ζωή της πονταροντας στην σπανιότητα και την τολμηρότητα της πρότασης της αλλα και στην δική μας αγαμία έχασε και γύρισε σπίτι της άπρακτη.

 

Κάπου εκεί ανάμεσα σε αυτες τις θύμησες ξαναρθε στο μυαλό μου ο Νικολάκης. Το παιδι δεν ηταν ποτε του εντελώς καλά, εξού και το παρατσούκλι '' Σάλτας''. Όλο με παράξενα πράγματα καταγινόταν και άλλαζε συνεχώς ταυτότητες. Πότε αναρχικός,πότε Ινδουιστής,πότε οικολόγος, ο Νικολάκης ήταν φωτογραφία για το εξώφυλλο της ελληνικής έκδοσης της ''Παρακμής της Δύσεως'' του κολοσσιαίου έργου του Σπένγκλερ. Μια φορά προσπαθούσε στα σοβαρά να με πείσει πως τα πάντα γύρω μας εχουν συνείδηση ακόμα και τα πιο μικρά έντομα και πως ειναι μεγάλη αμαρτία να σκοτώσω ένα μυρμήγκι πατώντας το ακόμα και κατα λάθος. Ο καημένος ο Νικολάκης...Το πρόσωπο του είχε αναψοκοκκινισει στην προσπάθεια του να με πείσει.

 

Αλλά το κορυφαίο περιστατικό συνέβη μερικά χρόνια πριν. Αρκετό δηλαδή καιρο μετα τις εφηβικές μας περιπέτειες στο πάρκο. Ο Νικολάκης,που λέτε,δεν θυμάμαι πως, ούτε πότε ακριβως, αλλά είχε κερδίσει το τζόκερ η κάποιο άλλο τυχερό παιχνίδι. Το ποσό ήταν κάπου εκατό χιλιάδες,οχι τεράστιο αλλά πάντως ικανό να βοηθήσει κάποιον λογικό άνθρωπο να φτιάξει την ζωή του. Έλα όμως που το ποσό αυτό έλαχε να το κερδίσει όχι ένας λογικός άνθρωπος αλλά ο Νικολάκης ο Σάλτας. Τι έκανε με αυτα τα λεφτά ο Νικολάκης; Να σας πω: τα έφαγε μέχρι τελευταίας δεκάρας! Ναι ακριβως όπως τα ακούσατε. Τα ξεκοκάλισε. Ένας άλλος άνθρωπος στην θέση του θα είχε αγοράσει ένα αυτοκίνητο ή θα είχε μπει συνεταιρος σε μια επιχείρηση, η θα είχε ανοίξει μαγαζί η θα τα είχε βάλει στην τράπεζα να αβγατίσουν.

 

Τίποτα απ όλα αυτα δεν έκανε ο Νικολάκης. Αντιθέτως έφαγε τα λεφτα αυτα μεσα σε τρεις μήνες! Τι σκατά έκανε και έφαγε τόσα λεφτα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα χωρίς να πραγματοποιησει καμιά μεγάλη αγορά μην με ρωτάτε. Δεν γνωρίζω γιατί ποτέ δεν είχα την τύχη να μου σκάσουν τόσα λεφτα μαζεμένα στο χέρι. Πάντως εκείνο που γνωρίζω είναι οτι το γλέντησε το χρήμα ο Νικολάκης και ύστερα χωρίς να γνοιστεί καθόλου για το μέλλον, επέστρψε στην κλασική μπατιροσύνη του και στο χαρτζηλικάκι των γονιών τους σαν τυπικός ακαμάτης που ήτανε. Για το μικρό όμως εκείνο διάστημα που κράτησε στα χέρια του το χρήμα, ο Νικολάκης έζησε το όνειρο. Έκανε μεγάλη ζωή και απο Νικολάκης ο Σάλτας είχε γίνει κύριος Νίκος. Τον ήξεραν καλά σε όλα τα μπαρ του Κολωνακίου. Του άνοιγαν σαμπάνιες και τον υποδέχονταν με υποκλίσεις και τεμενάδες στα καλύτερα μαγαζιά της Αθήνας και για ενα διάστημα τριών μηνών έμενε μονο σε σουίτες πεντάστερες. Πολλοί διαβάζοντας τούτες τις γραμμές θα γελάνε και θα δυσπιστούν. Δεν τους αδικώ. Όμως εγώ είδα με τα μάτια μου πως τον σέβονταν και πως τον υπολοίπονταν τον Νικολάκη όλοι οι μέτρ και οι σερβιτόροι της καλής Αθήνας.Ουρά κάνανε απο πίσω του για να τσιμπήσουνν κανα εικοσάρικο που άφηνε πουρμπουάρ ο Νικολάκης γιατι τέτοιος ανοιχτοχέρης, τέτοιος κουβαρντας είχε αποδειχτεί.

 

Μια μέρα θυμάμαι μας πήρε στο τηλέφωνο εμας τους τρεις που ήμασταν οι ας το πουμε κολλητοί τους και μας φώναξε να μας κάνει το τραπέζι. Βάλαμε λοιπόν κι εμείς τα καλά μας και μια και δυο αριβάραμε Κολωνάκι να το παίξουμε μυλόρδοι. Στην πλατεία λοιπόν μας περίμενε κι ο Νικολακης κοστουμαρισμένος και με μια πουράκλα που θα την ζήλευε κι ο Φιντέλ Κάστρο. Ηταν αγνώριστος τόσο που χρειάστηκε να ξανασυστηθούμε! ''Νικολάκη εσύ;'' Δεν το πιστεύαμε, είχαμε να τον δούμε από την ημέρα που κέρδισε το Τζόκερ. Βασικά το θέαμα του Νικολάκη με την πουράκλα και την κουστουμιά ήταν αστείο αλλά τέλος πάντων εμείς κρατηθήκαμε να μην γελάσουμε και τον κακοκαρδίσουμε. Αποδείχτηκε ότι κάναμε καλά γιατί ο Νικολάκης μας πήγε σε ένα σούπερ εστιατόριο Βραζιλιάνικο. Μας έπεσαν τα σαγόνια μόλις είδαμε τον μετρ να υποκλίνεται με σεβασμό στην αυτου υψηλότητα τον Νικολάκη. Και όταν στην συνέχεια είδαμε τον σεβασμό με το οποίο του απευθύνονταν όλοι και τα πουρμπουάρ των 20 και των 50 ευρω που μοίραζε απλόχερα ο Νικολάκης, καταρρεύσαμε ψυχολογικά. Γ αυτούς ο Νικολάκης ηταν μια μηχανή χρήματος. Κάποιος χαζός διαθέσιμος να τον μαδήσουν σαν κοτόπουλο. Για μας όμως που ξέραμε τον Νικολάκη το σκηνικό όλο ηταν θλιβερό. Κάποιος έπρεπε να συνετίσει τον παλιό μας φίλο. Ποιός όμως;; Εμείς που τα σάλια μας τρέχανε στην προοπτική του ντερλικώματος με τα κρεατικά των Βραζιλιάνων; Πραγματικά εκείνο το βράδυ την κάναμε ταράτσα. Σαν κλασικοί τζαμπατζήδες φάγαμε λες και δεν είχαμε ξαναδεί φαί, φάγαμε τόσο που σκάσαμε στο τέλος . Εκείνο το βράδυ ο Νικολάκης πρέπει να χάλασε έτσι για το κέφι του κοντά 1000 ευρώ σε φαγητά ποτά και φιλοδωρήματα. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι έτσι για ξεκάρφωμα κάναμε την κίνηση να πληρώσουμε τα δικά μας αλλά ο Νικολάκης ηταν ανένδοτος και δεν σήκωνε κουβέντα επ αυτού και όταν πια ξημερώματα χωρίσαμε ο καθένας τράβηξε για το φτωχικό του κι ο Νικολάκης για την σουϊτα του.

 

Κάναμε χρόνια να τον ξαναδούμε. Εγω τον συνάντησα άλλες δυο φορές πριν απο την σημερινή, που σας διηγήθηκα, τυχαία στο Χαλάνδρι. Χαθήκαμε και με τον Νικολάκη όπως χαθήκαμε και με τον ψηλό, τον Τσόλκα, τον Απάτσι και τον Άιρον. Ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του ετσι δεν γίνεται συνήθως στην ζωή; Άραγε τι να γίνονται τώρα; Για κάποιους ξέρω. Κάπου κάπου μαθαίνω νεα τους. Κάποιοι άλλοι δεν υπάρχουν πιά στην ζωή. Όπως για παράδειγμα η Ροξάνα η Βραζιλιάνα που παντρεύτηκε και έκανε παιδιά με εναν Πολωνό μετανάστη στην Ελλάδα.αλλά κλέφτηκε με ενα πρεζάκι και την κοπάνησε μαζι του για να πεθάνει τελικα τυχαία και άδοξα σε ένα χωριό έξω από το Αιτωλικό κάποιο βραδυ που ο αέρας έριξε κάτω το παλιό μαγκάλι και η καλύβα όπου ζουσανε τυλίχθηκε στις φλόγες. Φριχτός θάνατος. Ευτυχώς η Ρωξάνα και το πρεζάκι που δεν θυμάμαι τ ονομα του βρισκονται ηδη σε κώμα απο τις αναθυμιάσεις. Κι ο Πολωνός πήρε στην Πολωνία τα παιδιά που έκανε με την Ρωξάνα την Βραζιλιάνα.

 

Κάπως έτσι ήταν όλη εκείνη η παρέα. Ζωές χαμένες, νύχτες και ημέρες χωρίς σκοπό.Πέταξα το τσιγάρο κι έμεινα λίγο ακόμα στην θέση μου παρακολουθώντας την καυτρα να καίει το χαρτί μέχρι που τελικα δεν έμεινε τίποτα. Υστερα σηκώθηκα και κίνησα προς τ αμάξι. Όσο  για τον Νικολάκη... όπως σας είπα δεν τον είδα ποτέ ξανά

Τέλος εποχής

του Γιώργου Σταφυλά

© 2019 by Achilleas and Camilo