Η αίθουσα ήταν γεμάτη, οι μουσικοί έπαιζαν τα αδιάφορα κομμάτια τους στην γωνία και οι σερβιτόροι περιφέρονταν με δίσκους φορτωμένους καναπεδάκια και ποτήρια με σαμπάνια. Όλοι ήταν εδώ απόψε, όλες οι σημαντικές προσωπικότητες από τον πολιτικό και καλλιτεχνικό χώρο. Αρχηγοί κομμάτων, βουλευτές, καναλάρχες, δημοσιογράφοι, βιομήχανοι, εφοπλιστές – η μούχλα απ’ το ροκφόρ – άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων, μεγαλοεκδότες, συγγραφείς του ενός βιβλίου και ζωγράφοι με φτερά χήνας στα μαλλιά – φαντασμένοι φωστήρες και ξυπόλητοι θεοί με σκοπό να σώσουν την ανθρωπότητα από την κατάρα της ανίας και να την εξυψώσουν σ’ έναν δικό τους παράδεισο – όμορφες και άσχημες παρουσίες, νέοι και γέροι, κουστούμια με παράταιρα πόδια και τουαλέτες με πλαδαρά χέρια.

Όλοι ήταν εδώ, απ’ τον πρωθυπουργό μέχρι τον απλό κάθιδρο πολίτη που ποτέ κανείς δεν πρόσεχε επειδή πάντα έτρεχε, νυχθημερόν, 24 ώρες το 24-ωρο, για να δουλεύει για να μπορεί να ζήσει προκειμένου να είναι εντάξει απέναντι στο κράτος, για να προλαβαίνει την ζωή που άλλοι του είχαν ορίσει κι αυτός έπρεπε να ακολουθήσει. Εργαζόταν όποτε είχε όρεξη και δούλευε όταν τον στρίμωχναν στα ρολόγια, πέντε επαγγέλματα έκανε όλα κι όλα και πάλι δεν του έφταναν τα λεφτά.

Το όνομά του ήταν Ισίδωρος και από καθαρή τύχη βρισκόταν σήμερα σ’ αυτή την αρρωστημένη δεξίωση. Ο δίδυμος αδερφός του που ήταν ειδικός φρουρός είχε αρρωστήσει ξαφνικά απ’ αυτόν τον νέο ιό που είχε έρθει πάλι από το Τσιπανγκό και η αστυνομία μην ρωτώντας τίποτα ως συνήθως, βλέποντας, κρίνοντας, αποφασίζοντας και διατάζοντας, τον πήρε και τον έβαλε στο νεοκλασικό κτήριο όπου θα λάμβανε χώρα η επιθεώρηση του συστήματος και του ανέθεσε να φυλάει τους καλεσμένους. Περιττό εδώ να σημειωθεί πως ο κακόμοιρος Ισίδωρος έχασε τρία μεροκάματα (στα άλλα δύο είχε ρεπό – τι σύμπτωση!). Όπως και να ‘χε, ανέλαβε αδιαμαρτύρητα τον νέο του ρόλο και στήθηκε στην είσοδο, βαρύς και βλοσυρός, προσπαθώντας να ανταπεξέλθει στα καθήκοντα του.

Η βραδιά εξελισσόταν ομαλά, δίχως παρατράγουδα, με εμετικές φιλοφρονήσεις ανάμεσα στους πολιτικάντηδες και τους καλλιτεχνίτες και πνευματικά χουφτώματα από τηλεοπτικούς και διαδικτυακούς φασιανούς σε άμυαλους και ανέραστους μαϊντανούς ώσπου κάποια στιγμή, μέσα σ’ όλο αυτό το εξωφρενικό και αλληγορικό όργιο της χανσενικής φαιάς ουσίας των παρευρισκόμενων, ο πρωθυπουργός, νηφάλιος για πρώτη φορά στην ζωή του, προσέγγισε μόνος και ασυνόδευτος τον Ισίδωρο για να του πιάσει κουβέντα.

‘‘Τι κάνετε;’’ του είπε γουρλώνοντας τα μάτια του μ’ εκείνο τον ανατριχιαστικό τρόπο που σίγουρα θα έκανε τον Κόμη Δράκουλα να χεστεί πάνω του απ’ την τρομάρα του.

‘‘Την δουλειά μου’’ αποκρίθηκε ξερά ο Ισίδωρος. Προσπαθούσε να μην τον κοιτάζει κατάματα.

‘‘Αυτό το βλέπω. Πως είστε;’’ επέμεινε ο κληρονόμος.

‘‘Με δυο χέρια και δυο πόδια ακόμα’’ συνέχισε να αμύνεται ο απλός πολίτης.

‘‘Μα, γιατί είστε τόσο μαγκωμένος; Γιατί δεν χαλαρώνετε;’’

‘‘Δεν μπορώ’’

‘‘Γιατί;’’

‘‘Φοβάμαι πως αν χαλαρώσω θα χάσω την δουλειά μου, την θέση μου στον κόσμο, ενδεχομένως και την ζωή μου’’ παραδέχτηκε ο Ισίδωρος και ο πρωθυπουργός άνοιξε κι άλλο τα μάτια του σαν μακάβρια κουκουβάγια, προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς εννοούσε ο ειδικός φρουρός.

‘‘Δεν σας πιάνω, αλλά θα σας γλιτώσω από τον κόπο να με βρίσετε. Έχω να σας κάνω μια πρόταση’’ είπε.

‘‘Τι πρόταση; Να σας ψηφίσω στις εκλογές;’’ ειρωνεύτηκε αυτός.

‘‘Όχι βέβαια. Κάτι πιο άμεσο’’ μειδίασε σαρδόνια ο αρχηγός της χώρας.

‘‘Δηλαδή;’’ συνοφρυώθηκε ο Ισίδωρος καθώς ένιωθε ένα τσίμπημα μες στο μυαλό του.

‘‘Χμμ’’ έκανε ο γουρλής βλέποντας πως είχε τραβήξει την προσοχή του ‘‘Αυτό που θέλω από ‘σας είναι η δύναμη σας’’

‘‘Τι πράγμα;’’ παραξενεύτηκε αυτός.

‘‘Να, αυτό που θέλω…’’ άρχισε να λέει πιάνοντας τον από την μέση σαν κάποια τυχαία παλλακίδα της αρχαιότητας ‘‘…είναι να επιλέξετε που θα χρησιμοποιήσετε την δύναμη σας’’

‘‘Τι εννοείτε;’’

‘‘Ω, μα δεν είναι προφανές;’’ γέλασε πονηρά εκείνος κλείνοντας του το μάτι με νόημα.

‘‘Τι θέλετε από μένα;’’ σάστισε ο Ισίδωρος και το πρόσωπο του γέμισε ξαφνικά ρυτίδες φρίκης και αηδίας.

‘‘Να αναλάβετε την εκκαθάριση της χώρας’’ απάντησε με τόλμη ο πρωθυπουργός.

‘‘Την εκκαθάριση της χώρας;!;’’ αναφώνησε αυτός.

‘‘Ακριβώς’’ κατένευσε εκείνος αδιαφορώντας για τους διάφορους περίεργους που είχαν αρχίσει να συγκεντρώνονται γύρω τους.

‘‘Θέλετε να μου εξηγήσετε παρακαλώ;’’

‘‘Υπάρχουν πολλοί γύρω μας που δεν συμφωνούν με τα σχέδια της κυβέρνησης, με τα σχέδια μου κοινώς. Αντιδράνε, λένε πολλά’’

«Τα λόγια πετούν» μουρμούρισαν ξαφνικά όλοι μαζί οι καλεσμένοι που τους περικύκλωναν σαν κολασμένοι δήμιοι με γουρλωμένα μάτια. Ο Ισίδωρος τρόμαξε για μια στιγμή και κοίταξε γύρω του, πιάνοντας ασυναίσθητα το κλομπ του. Ο πρωθυπουργός όμως δεν σταμάτησε να μιλάει:

‘‘Αντιδρούν, γράφουν πολλά’’

«Τα γραπτά μένουν» ύψωσαν ταυτόχρονα τις φωνές τους οι δαιμονισμένοι κι αλαζόνες πλουτοκράτορες και ο Ισίδωρος έσφιξε τα δόντια του αγριοκοιτάζοντας τους.

‘‘Θέλω να σταματήσουν, θέλω να σιωπήσουν’’ είπε ο γουρλής και ο χορός επανέλαβε τα λόγια του σαν να ‘ταν κάποιος ιερός ψαλμός.

‘‘Και θες εμένα για να τους σταματήσεις;’’ φώναξε ο Ισίδωρος νιώθοντας να πιέζεται από την ηγεσία του κράτους, τους πολιτικούς, τους βιομήχανους, τους δημοσιογράφους, όλη την σαπίλα, όλη αυτή την νεκροζώντανη πλέμπα που βαστούσε από την αυγή του χρόνου τον λαό με τις μαύρες αλυσίδες της εκμετάλλευσης και της υποκρισίας, που είχε αρπάξει την ελευθερία του, που τον καταπίεζε και τον είχε υπόδουλο στις δικές του μηχανές που έτρωγαν ανθρώπινη σάρκα και παρήγαγαν χρήμα – τάλαντα, σολδία, δραχμές, ευρώ – χρήμα ψυχρό και ζεστό για να γεμίσει τα κοφίνια του και τώρα του ζητούσε τι; Να γίνει φονιάς; Να γίνει δολοφόνος των υπόλοιπων απλών πολιτών, των συνανθρώπων του που έβλεπαν τα κακώς κείμενα των ηγετών και των τρελών αυτής της καημένης πατρίδας και προσπαθούσαν να ανοίξουν τα μάτια σ’ όλους τους άλλους - τους μη έχοντες;

‘‘Όχι!’’ κραύγασε ο Ισίδωρος και τότε η απόλυτη φωνή της αγανάκτησης, ο θυμός αιώνων και η δίψα για επανάσταση έκρουσε σαν κυκλώπειο σφυρί του ήλιου πάνω στο αμόνι της κατάμαυρης πέτρας της σκλαβιάς και άναψε μια τέτοια φωτιά μες στα σωθικά του που κατάπιε όλους τους καρνάβαλους που τον περιτριγύριζαν.

Σαν έκρηξη φούσκωσε, σαν χείμαρρος θέριεψε, έγινε μεγάλος και κτηνώδης και μες στην τυφλή του μανία παρέσυρε στο διάβα του όλους τους φαντασμένους ψευδό-άρχοντες του χώρου. Το γκαλά μετατράπηκε σε ένα ντελικάτο σφαγείο με διαμελισμένα κορμιά να στοιβάζονται στις γωνίες, κόκκαλα να σπάνε και σάρκες να ξεκολλάνε απ’ τα κρανία, μυαλά να χύνονται στα πλακάκια και το αίμα να στάζει από παντού.

Μες στον χαμό που είχε δημιουργηθεί, ο πρωθυπουργός βρήκε την ευκαιρία να ρουφήξει το αίμα των νεκρών και των ημιθανών που βρίσκονταν διάσπαρτοι στην αίθουσα. Ο Ισίδωρος δεν άργησε να τον βρει και χίλια, μικρά να τον κάνει κομμάτια, εκείνον τον ανήθικο και μοχθηρό βρικόλακα.

Κι όταν όλα είχαν τελειώσει και οι ένοχοι είχαν πληρώσει με την ζωή τους, ο Ισίδωρος έσκισε τα αηδιαστικά ρούχα που φορούσε και γυμνός, πρωτόγονος και τρελός, ένας μοναχός της παράνοιας, τρύπησε την οροφή και πέταξε ψηλά στον ουρανό αφήνοντας το σκοτάδι της Νύχτας να τον καταπιεί σαν να μην υπήρξε ποτέ.

Σφαγή

του Βασίλη Μέγα