Η γεωπληροφορική, σκέφτηκε ο Χαράλαμπος Ονησιφόρου, καθώς η σκαπάνη αντήχησε με τον γνώριμο στ’ αυτιά του ήχο του πηλού, δε λέει ψέματα. Το σημείο που υπέδειξαν, χιλιόμετρα πάνω του, οι δορυφόροι με τις αεροφωτογραφίες τους, οι ηλεκτρομαγνητικές ακτινογραφίες του υπεδάφους, η χρήση της στατιστικής μελέτης πυκνοτήτων ύλης, ήταν το σωστό. Στεκόταν, ήταν βέβαιος, πάνω από κυπρομινωικά ευρήματα ίσης, ίσως και μεγαλύτερης σημασίας για την αρχαιολογία, από αυτά της Έγκωμης στην Αμμόχωστο. Πάνω από συλλαβάρια από την εποχή του Χαλκού, στεκόταν, πριν τις επιδρομές και την καταστροφή, πριν κατακαθίσει στην ιστορία η σκόνη της εποχής του Σιδήρου: τότε που ο Λόγος μιλούσε ακόμα με συλλαβές χαραγμένες θαρρείς από πουλιά ξένα, αποδημητικά, που πέταξαν στο νησί από αδιανόητους κήπους πράσινων Παραδείσων και συλλάβισαν την αυγή του Μεσογειακού κόσμου στην τραγουδιστή γλώσσα τους.

 

Ο ήλιος χτυπούσε κάθετα και ο ιδρώτας του έσταζε στο χώμα ποτάμι, αλλά δεν τον ένοιαζε. Η σκαπάνη τον αιμοδοτούσε με ενέργεια και δύναμη απ’ τη γη σαν τον Ανταίο—θυμήθηκε προς στιγμή τον παιδικό του φίλο, τον Άντη—καθώς έσκαβε το δρόμο προς τη βέβαιη φήμη. Όταν τελείωναν όλα, η γη θα είχε διακορευτεί από δικό της παιδί—γέννημα θρέμμα Αμμοχώστου—και όχι από κάποιον χλωμό Σερ Έβανς της Οξφόρδης, και θα ’χε καρπίσει, απ’ την πετρωμένη της κοιλιά, με χρόνο. Θα αυξάνονταν οι σκιές των φαντασμάτων του τόπου. Και στο αρχαιολογικό μουσείο της ενωμένης τώρα Λευκωσίας θα κοίταζαν όλοι τους την ξενότητα που τους ένωνε, Ελληνοκύπριους και Τουρκοκύπριους, Αρμένιους, Μαρωνίτες: το δεσμό της ακατανόητης γλώσσας, των σκοτεινών αρχών.

 

Μικρός ακόμα στο Βαρώσι—θα ’τανε πέντε χρονών το 72—έσκαβε με ό,τι έβρισκε: τα δάχτυλα, αρχικά, φτυαράκια της άμμου, την τσάπα του παππού του. Κοχύλια, σκουλήκια, ρίζες, καπάκια σκουριασμένα από μπουκάλια, πέτρες και βότσαλα, τον κόσμο που ζει χωρίς να ζει. Γιατί κάτω απ’ την επιφάνεια της γης, όσο το οξυγόνο μειώνεται, διευρύνεται η επικράτεια των άψυχων πραγμάτων, που μιλούν με τα ζωντανά γιατί η φθορά είναι η κοινή τους γλώσσα. Όλα φθείρονται, ακόμα και ό,τι δε ζει, απ’ τον χρόνο, την υγρασία, τις αδιόρατες μετακινήσεις του υπεδάφους, τις εκκρίσεις του. Τριγύριζε στη γειτονιά και στο χωριό με τα κοντά του παντελονάκια και τον μέγα επινοητή και ευεργέτη Ιούλιο Βερν ανά χείρας. Διότι ο Βερν γνώριζε, και το είχε αποδείξει, τις επικράτειες και τα βασίλεια του αόρατου, 20.000 λεύγες κάτω απ’ τη γη και ακόμα βαθύτερα, από διόδους αδιανόητα μεγάλες, προς τον φλεγόμενο πυρήνα, εκεί που ζούσε ακόμα η προϊστορία και ο χρόνος που δεν είχε προλάβει να φτάσει στην επιφάνεια.

 

Μετά το 74, όταν ο πατέρας του έγινε μια φωτογραφία όπως τόσοι άλλοι, η αρχαιολογική έξη απέκτησε, τρόπον τινά, ένα ακόμη στρώμα: ο Ανδρέας Ονησιφόρου, ετών, τότε, 28, έγινε ένα από τα πράγματα που ο Χαράλαμπος έψαχνε στο χώμα, αρχικά στον καταυλισμό, μετέπειτα στη Λευκωσία. Ήξερε ότι ο πατέρας του χάθηκε στην Αμμόχωστο, φυσικά. Αλλά τι σημασία είχε αυτό σε μια γη που την ένωνε ο χαμός, η ρίζα του ξεριζωμού, έκθετη στη σκαπάνη και στο ουρλιαχτό; Όπως βρισκόταν στη μαυρόασπρη χώρα της φωτογραφίας μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε, ζώντας χωρίς να ζει, όπως όλα τα υπόγεια πράγματα κάτω από ένα βάθος, επιμένοντας στην εξαφάνισή του. Όταν τελείωσε το Αρχαιολογικό στην Αθήνα, τον πρώτο βαθμό του αποχωρισμού, πήγε στη Γερμανία για τον δεύτερο. Και όταν ολοκλήρωσε τα μεταπτυχιακά του γύρισε με όρεξη να σκάψει όλη τη χώρα, απ’ άκρη σ’ άκρη, να τη γυρίσει όλη ανάποδα, με τα σωθικά της στον αδυσώπητο ήλιο. Από έναν θυμό ενδότερο και μια αγάπη που δεν ήξερε όρια και σύνορα, δεν καταλάβαινε γιατί τέλειωναν οι δρόμοι πάνω στη γη· κάτω απ’ την επιφάνεια τραβούσαν για πάντα, και το νησί γινόταν ήπειρος ατέλειωτη, με χώρο για όλους τους νεκρούς του.

 

Οι σκέψεις του διακόπηκαν απότομα όταν τον φώναξε ο Παύλος απ’ το συνεργείο. Είχαν βρει ανθρώπινα οστά. Αλλά δεν ήταν αρχαία, φαινόταν και με το μάτι αυτό. Μάλλον είχαν πέσει τυχαία σε κάποιο παράπλευρο με τον κυπρομινωικό στόχο τους τάφο. Μέχρι το απόγευμα τον είχαν σκάψει γύρω-γύρω. Τέσσερις σκελετοί, λιγότερο από 100 ετών είπε ο Παύλος. Όλοι είχαν τρυπημένα κρανία. Ο Χαράλαμπος ένιωσε όλη την κούραση της μέρας μαζεμένη με τα νέα. Έπρεπε να διακόψουν, το σούρουπο ούτως ή άλλως ερχόταν, και να ειδοποιήσουν τις αρχές. Όταν ξάπλωσε, με τα μάτια ανοιχτά να κοιτούν το ταβάνι, είδε τα σύμβολα στο συλλαβάριο στο νου του να θαμπώνουν κι έπειτα να φουντώνουν από φλόγα, γραμμένα από φωτιά.

 

Ξύπνησε απ’ το τηλέφωνο. Τα οστά είχαν παραδοθεί στην υπηρεσία εντοπισμού αγνοουμένων. Τα είχαν ήδη χρονολογήσει κοντά στο 74. Κάποια εκτέλεση κατά την υποχώρηση, ενώ προέλαυνε ο τουρκικός στρατός. Θα γινόταν έλεγχος DNA. Τον συμβούλευσαν να σταματήσει την ανασκαφή μέχρι να ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. Πέρασαν δυο εβδομάδες όπου διάβαζε—αρχαιολογία, ουτοπίες, επιστημονική φαντασία, φιλοσοφία της ιστορίας—και κοιμόταν και έτρωγε λίγο και όποτε θυμόταν.

 

Μια Δευτέρα το τηλέφωνο ξαναχτύπησε. Του είπαν να περάσει από την υπηρεσία. Ακουγόταν ανεξήγητα θλιμμένοι. Τον έπιασε μια αιφνίδια ανησυχία. Μετά μια αγωνία. Οδήγησε μόνος, σιωπηλά. Στην είσοδο τον περίμεναν με κάτι χαμόγελα πικρά. Χαμόγελα κατανόησης. Τον πήραν παράμερα, του πρόσφεραν καφέ και νερό. Ο υπεύθυνος της υπηρεσίας, κάποιος Αχμέτ Ισμανόγλου, τον κοίταξε με συμπόνοια αρκετά δευτερόλεπτα πριν ανοίξει το στόμα του. Ήταν ξυρισμένος και λίγο ιδρωμένος και τα μάτια του μελιά και ήπια. «Συνέβη κάτι πολύ παράξενο Δρ. Ονησιφόρου. Δεν ξέρουμε να το εξηγήσουμε ακόμη. Αλλά ο έλεγχος γενετικού υλικού είναι πολύ δύσκολο να λέει ψέματα. Ο τάφος περιείχε τρεις σκελετούς Τουρκοκυπρίων αγνοούμενων. Οικογένεια. Οσμάν, Αντίλ, Νεσέ Αλτούν. Είχαν εξαφανιστεί απ’ το χωριό τους απ’ τον Ιούλη του 74. Ο τέταρτος όμως σκελετός δεν ανήκει σε Τουρκοκύπριο. Είναι, Δρ. Ονησιφόρου, του πατέρα σας. Δεν ξέρουμε, δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί βρέθηκε εκεί».

 

Και ποιος να ξέρει; Η μάνα του είχε πεθάνει. Αδέρφια δεν είχε. Ποιος να απαντήσει; Πώς βρέθηκε εκτελεσμένος με μια Τουρκοκυπριακή οικογένεια ο Ανδρέας; Κι από ποιους; Οι ειδικοί δεν είχαν απαντήσεις. Πήγε πίσω στο χωριό. Άρχισε να χτυπάει πόρτες σαν τον τρελό, χωρίς να ξέρει ποιον έψαχνε και τι. Βρέθηκε με τα πολλά ένα ζευγάρι γέρων, σε ένα σπίτι με παπουτσοσυκιές και μια φουντωμένη μπουκαμβίλια. Κεμάλ και Αντίνα. Ναι, τον ήξεραν τον Ανδρέα. Όλοι οι Τουρκοκύπριοι τον ήξεραν. Ήταν καρντάς. Iyi Adam. Μιλούσε τη γλώσσα τους, μιλούσαν τη δική του. Εκείνες τις μέρες, τριγύρναγαν ομάδες αντεκδίκησης. Ο Ανδρέας, που είχε στείλει τη γυναίκα του και το γιό του στη Λευκωσία, είχε μείνει πίσω να προσέχει το σπίτι και το χωριό. Είχαν έρθει δύο τζιπ μια νύχτα. Ακούστηκαν φωνές και σπασμένα τζάμια στο χωριό. Δεν ήξεραν άλλα.

 

Iyi Adam. Αδάμ, ο εκ του Παραδείσου έκπτωτος, με γιο τον πρώτο φονιά, με γιο το πρώτο θύμα. Αι γενεαί πάσαι, ενωμένες απ’ το αίμα, με τα κόκκαλα μπερδεμένα σε τάφους. Λάθος ευρήματα και ευρήματα του προαιώνιου λάθους. Γύρισε στη Λευκωσία. Αλλά η πόλη δεν ήταν πια η ίδια. Υπήρχαν πόλεις χτισμένες απ’ τον πόνο. Όχι, υπήρχαν πόνοι με τη διάταξη πόλης. Ο πόνος απλώνεται σε μια πολεοδομία από νεύρα, μύες, οστά και ιστούς. Στους δρόμους της νευροδιαβιβαστές, σήματα ηλεκτρικά, αναγγελίες. Επισκέψεις σημείων. Αποκρίσεις συσπάσεων. Με κύματα τρεμουλιασμάτων, οι μύες επιχειρούν να συγκρατήσουν την οξύτητα των ερεθισμάτων, να τα διαλύσουν στο χώρο, σαν  να πρόκειται για ανυπότακτους κατοίκους που επιτίθενται μετωπικά σε κάποιο δημόσιο κτίριο και πρέπει να διασκορπιστούν.

 

Το τοπίο της πόλης-πόνου περιλαμβάνει λόφους κορύφωσης και λεκάνες ύφεσης, με τους δημότες των πρώτων να κοιτούν τους δεύτερους αφ’ υψηλού, τρόπον τινά, απ’ τις επαύλεις του πιο εκλεπτυσμένου σπαραγμού, της πιο φίνας και λεπταίσθητης βασάνου, ενώ οι από κάτω ζουν σε μια διαρκή μουντίλα από σφιγμένα χέρια και βουβή αντοχή, μαζεύουν τις δυνάμεις τους για τις διαρκείς και αρπακτικές επιδρομές των άνωθεν κοινωνικών στρωμάτων, της αριστοκρατίας, ούτως ειπείν, του πόνου.

 

Όταν τυχαία και πολλές φορές αστόχαστα χτυπήσει η σκαπάνη τις παρυφές μιας τέτοιας πόλης—και μόνο τέτοιες πόλεις είχε το νησί—κι εφόσον δεν εγκαταλείψει το εγχείρημα ο αρχαιολόγος από προνοητικότητα σε ό,τι αφορά την άφεση των νεκρών στους νεκρούς, ανακαλύπτει τη διαστρωμάτωση του πόνου. Δεν είναι μονάχα οι λόφοι που περιστοιχίζουν τις κοιλάδες και τα λεκανοπέδιά του σαν φύλακες και αρπακτικά συνάμα. Τα κτίρια όπου στεγάζονται τα συστατικά του πόνου είναι πολυόροφα, με ρετιρέ, μεζονέτες, καταπακτές και υπόγεια πόνου. Στο εσωτερικό τους, βρίσκεις συρταριέρες, ερμάρια, σεντούκια, ραφιέρες και αποθήκες πόνου.

 

Τα στρώματα αυτά βρίσκονται, περαιτέρω, σε μια διαρκή και τηλεκινητική θαρρείς επικοινωνία, ώστε ο πόνος να ξυπνάει, ή να κοιμίζει, ή να αποκαλύπτει, ή να κρύβει άλλο πόνο, σε κάποιο άλλο στρώμα. Ο πόνος εκτοπίζει, φιλοξενεί, πολλαπλασιάζει και διαιρεί, ερμηνεύει και παραγράφει άλλους πόνους, κι όμως την ίδια στιγμή στέκονται όλοι τους σε μια διάταξη αρχιτεκτονική, διαστρωματώσεις που παλιώνουν όσο πιο βαθιά βυθίζονται στο ανάερο εσωτερικό της γης, η οποία, λαμβάνοντας υπόψη τον σφαιρικό της χαρακτήρα, μπορεί να νοηθεί ολόκληρη σαν μια περιστρεφόμενη και ελαφρώς ελλειψοειδής σφαίρα πόνου. Υπάρχει πόνος της Κάμβριας περιόδου, και πόνος της Ορδοβίκιας, πόνος της Σιλλούριας και της Δεβόνιας, πόνος της Ιουρασικής και της Κρητιδικής. Παλαιοζωικός και μεσοζωικός πόνος. Πόνος της Πλειστοκαίνου και της Ολοκαίνου, πόνος νεογενής και ανθρωπόκαινος. Πόνος του φλοιού, των τεκτονικών πλακών, του μάγματος, της ασθενόσφαιρας, του μανδύα, του εξωτερικού και του εσωτερικού πυρήνα. Τεσσεράμιση δισεκατομμύρια χρόνια πόνου, πόνου της γέννας και της μεταβολής, πόνου της ανάδυσης και της εξάλειψης, πόνου της αντοχής και της παραμονής, πόνου της μνήμης και πόνου της λήθης, πόνου χωρίς μαρτυρία και πόνου ενώπιον μαρτύρων, πριν τη συνείδηση, μαζί της και μετά, πόνου, ακόμα, πριν απ΄ τη γη και πόνου μετά την εξαφάνισή της, πόνου, ίσως, πριν απ’ το σύμπαν ολάκερο και πόνου στο επόμενο. Άβελ και Κάιν. Iyi Adam. Μ΄αυτά τα ενδεχόμενα παίζει αυτός που σκάβει.

 

Ο πατέρας του, αγνοούμενος. Οι άλλοι, αγνοούμενοι. Αλλά η γη δεν αγνοούσε. Η γη, όπως ήξερε πάντοτε ο Χαράλαμπος Ονησιφόρου, γνώριζε: Δικός του, άλλου, ο πόνος είναι πόνος. Ο πόνος είναι τόπος: με τα δωμάτια και τις κρύπτες του, πύλες και κλειδαριές. Με την καρδιά, τη σπλήνα, τους κροτάφους, ντόπιους κι ιθαγενείς του. Κι η αρχαιολογία του, πόνος μέσα στον πόνο. Είδε το γιό του σκαπανέα μέλλοντα, να σκάβει στο δικό του.

Σκαπάνη

του Αντώνη Μπαλασόπουλου

© 2019 by Achilleas and Camilo