Ο ιερέας έτρεμε. Ήταν ακόμη μια φορά που εύχονταν να ήταν καθολικός και όχι ορθόδοξος. Οι συνάδελφοι του οχυρώνονταν πίσω από το ξύλινο χώρισμα του εξομολογητάριου και δεν τους κατασπάραζαν σαν αμνούς οι αμαρτίες των πιστών. Στο δικό του δόγμα, ο αμαρτωλός γονάτιζε μπροστά του όμως ο ιερέας ήταν αυτός που λύγιζε από το βάρος των αποκαλύψεων. Και όταν ο εξομολογούμενος ήταν ένας “Περαματάρης του Άδη”, τότε… 

       Ο λιπόσαρκος άνδρας με το ακριβό κουστούμι δεν δίστασε να τσαλακώσει το παντελόνι του και ο ιερέας τον φαντάστηκε, καθώς τον άκουγε, να ξεκοιλιάζει τα θύματα του. Μικρά κορίτσια, προσφυγοπούλες, ασυνόδευτα αγοράκια και ανάπηρα παιδιά. Τα θώπευε, τα βίαζε και στο τέλος τα κομμάτιαζε και τα πετούσε στις χωματερές των καταυλισμών. Με αυτή τη σειρά του περιέγραψε τη ζωή του, γιατί μια ζωή ολόκληρη ανεβοκατέβαινε ο δαίμονας αυτός τους κύκλους της Δαντικής Κόλασης.

 

- Θα με συγχωρέσει ο Κύριος; τον ρώτησε και τον κοίταξε με ένα χαμόγελο που θα τον στοίχειωνε για πάντα.

- Ο Θεός συγχωρεί, οι άνθρωποι δεν το νομίζω.

- Αυτή δεν είναι η ουσία της μετάνοιας; Να ξεκινάς από την αρχή. Ε, πάτερ;

Σηκώθηκε, έστρωσε το παντελόνι στα γόνατα και άφησε έναν χοντρό φάκελο στο παγκάρι.

- Για τα φτωχά παιδιά.

Έφυγε σαν καινούριος. 

Ο ιερέας ήταν που πάλιωσε.

Σαν Καινούριος

του Γιάννη Μπαχά

© 2019 by Achilleas and Camilo