Κύρτωσε την πλάτη της,  ώστε τα ακροτελεύτια σημεία του στήθους της, ίσα ίσα να αγγίζουν το στέρνο του. Ήταν ένα κολπάκι που τους σαγήνευε όλους, αλλά κι εκείνη.

Win – win.

Αυτή η ισχνή επαφή, αυτό το ανάλαφρο γαργαλητό στις πλέον ερωτογενείς ζώνες της, της προκαλούσε ένα ρίγος που ξεκινούσε από τη βάση της μέσης της κι εφορμούσε ανεξέλεγκτο, μέχρι τον αυχένα και τον λαιμό της, για να λεηλατήσει το μέσα της και να συναντήσει μοιραία το στόμα της. Να βρει διέξοδο σαν αναστεναγμός.

Το σεξ πρέπει να το απολαμβάνουν και οι δύο αλλά πιο πολύ, αυτός που έχει ποντάρει τα περισσότερα σ’ αυτό. Αυτός που το περίμενε για περισσότερο χρόνο. Ή αυτός που το είχε μεγαλύτερη ανάγκη.

Ο Φοίβος είχε ξαπλώσει ανάσκελα κι έβλεπε το κορίτσι να ανεβοκατεβαίνει, να τρεμοσβήνει, να ανατέλλει και να δύει. Ο ήλιος που είχε κρυφτεί μέσα στο τεράστιο βλέμμα της, τώρα τον καταδέχτηκε. Καταδέχτηκε να φωτίσει την πλάση του. Τα σύννεφα που είχαν τραπεί σε φυγή μόλις μπήκαν στο δωμάτιο και ξέσκισε ο ένας τα ρούχα του άλλου, τώρα περιπλανιόταν παραιτημένα πλάι στους λευκούς τοίχους της κρεβατοκάμαρας της. Η βροχή που είχε φανταστεί να μαστιγώνει τους εγωισμούς τους, τώρα είχε γίνει μουσώνας. Η ακτινοβολία που είχε εκλυθεί από τους αναστεναγμούς τους, είχε πλημμυρίσει την ατμόσφαιρα. Πάθος, φωνές, ιδρώτας, θαλπωρή.

Το κορίτσι άδειαζε από τα σκοτάδια του.

Τα τατουάζ του έλαμψαν.

Συσσωμάτωμα.

Οι βρυχηθμοί και των δύο έμοιαζαν με υπόκωφες κραυγές ξεχασμένων μυθικών πλασμάτων. Τα σώματα αγκαλιασμένα, μπλεγμένα, αναμεμειγμένα, οργισμένα, σπάταλα.

Το κορμί του ενός, αγωνιζόταν να ρουφήξει την ζωτικότητα του άλλου. Η ενέργεια απελευθερωνόταν στον έξω κόσμο. Η σπίθα πεταγόταν. Η φωτιά άναβε. Τα πυρπολημένα σώματα απελευθέρωναν την κνίσα τους, που ήταν μοιραίο να εξευμενίσει τους θεούς της ζωής, του πολέμου, του έρωτα.

Η ηδονή, σε επιφυλακή.

Του έδειχνε τα δόντια της κι εκείνος προσπαθούσε να τεντώσει τον σβέρκο για να τα φιλήσει.

Θα τον κατασπάραζε. Θα το απολάμβανε.

Ο καθένας.

Κινήσεις σπασμωδικές, μύες που τέντωναν και χαλάρωναν, μάτια που μισόκλειναν και άνοιγαν διάπλατα, για να ζωγραφιστεί επάνω τους η υποχρεωτική πραγματικότητα. Βαθιά κι ανεξίτηλα. Βοές. Ακατάληπτες.

Του έφραξε με το ένα χέρι την αναπνευστική οδό. Το απόλαυσε.

Ο Φοίβος.

 

Γούρλωσε τα μάτια του και την προκάλεσε να απελευθερώσει τους δαίμονες της. Τα σαρκοφάγα της, να βρουν το αιματηρό καταφύγιο που τους αξίζει. Γέλασε.

Το κορίτσι.

Χάθηκαν στην δίνη χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Σαν το συναίσθημα.

Το δικό του.

 

Τα δάχτυλα μπλέχθηκαν κι ελευθερώθηκαν και ξαναμπλέχθηκαν. Ήταν στο πεπρωμένο τους.

Τα χείλη έσμιξαν κι ανοιγόκλεισαν κι έγλυψαν και σφραγίστηκαν. Ήταν στην μοίρα τους.

 

Οι γλώσσες ακούμπησαν μεταξύ τους, ηλεκτρίστηκαν μα επέμειναν. Ξανακούμπησαν και δυνάμωσαν.

 

Συνέχισαν.  Βυθίστηκαν σε μία σταγόνα φιλιού. Πνίγηκαν σε μία σταλιά.

Γέλασαν με την ασχήμια του κόσμου.

Του δικού της.

Η φαντασία υποχώρησε ηττημένη, λυπημένη, άχρηστη. Η φαντασία είναι περιττή όταν η πραγματικότητα είναι αδίστακτη. Δεν είναι πια κρησφύγετο. Δεν την χρειάζεσαι.

Τα μάτια διασταυρώθηκαν, αντάλλαξαν συστάσεις, στριφογύρισαν, κοίταξαν για μια στιγμή το χάος, έκλεισαν.

 

Τα μάτια του ενός, έκλεψαν τις αισθήσεις του άλλου. Ζεστές οσμές, λαίμαργη αφή. Πάθος χωρίς διαπιστευτήρια.

Ένταση.

Σε μία στιγμή που ίσως κράτησε αιώνες, την άρπαξε και την ξάπλωσε στο κρεβάτι ανάσκελα. Την τρόμαξε. Την υπέταξε.

Ήταν πάνω της. Ήταν ο εαυτός του. Ήταν για πάντα.

Χιλιάδες μικρά κεριά άναψαν στο ασπράδι των ματιών της. Μέσα φάνηκαν να αδημονούν τα πιο δολοφονικά κήτη. Οι κόρες της διαστάλθηκαν για να χωρέσουν τα πάντα και την πείνα του. Για να την χορτάσουν.

Την υποταγή πρέπει και να την θέλεις.

Το σεξ είναι παιχνίδι επιβολής. Και πεδίο δόξης λαμπρό για την αναρχία.

Η ηδονή ζει και βασιλεύει.

Τώρα αυτός, της έφραξε την αναπνευστική οδό. Η βία έμοιαζε με λογικό επόμενο. Το απόλαυσε.

Το κορίτσι.

Οι κόρες της διαστάλθηκαν κι άλλο μέχρι τα σύνορα τους. Μέχρι τα πιο απόμερα σημεία της αυτοκρατορίας της.

 

Δεν καταλάβαινε.

Πήγε να φωνάξει, να ρωτήσει, να αγγίξει. Δεν ήθελε να καταλάβει. 

Το σεξ είναι ένα επικίνδυνο παιχνίδι.

Για τους ανόητους.

Τον προκάλεσε να απελευθερώσει τον πραγματικό εαυτό του. Να ξεσπάσει πάνω της την πιο σκοτεινή του θύελλα. Να απελευθερωθεί από τα αιμάτινα δεσμά του.

Την μύρισε λίγο περισσότερο. Οσφράνθηκε την πείνα και την δίψα της.  Σήκωσε ένα κύμα, που έσκασε στα βράχια της μανιασμένο. Όπλισε.

Το πιο φριχτά συναισθήματα είναι τα ανολοκλήρωτα.

Εκτόνωσε μέσα της όλα τα ένστικτα αιώνων. Άφησε πάνω του το πυρωμένο στίγμα της. Τον σημάδεψε. Το περίμενε.

Εκατομμύρια πυροτεχνήματα άστραψαν στον παραφορτωμένο φθινοπωρινό ουρανό. Εκατομμύρια μικρές αντιστάσεις, γεννήθηκαν για να τους ξεσκλαβώσουν. Εκατομμύρια χρόνια, περίμεναν την κατάλληλη στιγμή. 

Ιδρωμένοι, με κοφτές ανάσες, θεριά κανονικά,  θεριά που τα δάμασε η πείνα για ανθρώπινη σάρκα, για ζεστό αίμα και ένταση, για αντίσταση και για πυροτεχνήματα, αφέθηκαν να ακούνε τον ανεπαίσθητο ήχο της βροχής που προσγειωνόταν απαλά, στο περβάζι του παραθύρου της.

Οι αυτοκρατορίες γεννιούνται για να πέσουνε στον στίβο της ηδονής. Μαζί με τα παλάτια τους. Μαζί και με τα κάστρα τους.

Πρελούδιο του σεξ

του Στρατηγού Χειμώνα

© 2019 by Achilleas and Camilo