Σε μια από τις επισκέψεις στο πατρικό μου σπίτι, έτυχε να πέσει στο κινητό του πατέρα μου, ένα διήγημα δικό μου, που είχε δημοσιευθεί σε ένα ηλεκτρονικό περιοδικό. Το σταμάτησε στη μέση. Δεν έκανε σχόλια. Συνέχιζε να μιλάει για άλλα πράγματα καθώς καθόμασταν στον καναπέ. Ο γιος ενός φίλου του, έπιασε την καλή, και ο πατέρας μου σαν γύφτικο σκεπάρνι καμάρωνε για εκείνον και μου μιλούσε για τα επιτεύγματα του, για δέκα ολόκληρα λεπτά.

Για τη σωστή δουλεία του στα πετρελαιοειδή, με τις μεγάλες πωλήσεις, τις αγορές, τα μεγάλα μηχανήματα, τις αποθήκες με τα εμπορεύματα, το μαγαζί σε εμπορικότατο δρόμο στην Αθήνα, το μεγάλο του σπίτι, την γυναίκα του, το παιδί του, κλπ.

« Πρέπει να δεις και το αμάξι που αγόρασε! Μια κούρσα από εδώ μέχρι εκεί κάτω!» μου είπε και παρατείνε το χέρι του χαρακτηριστικά.

Δεν απάντησα και άρχισα να στρίβω ένα τσιγάρο.

« Πως λέγεται η μάρκα αυτοκινήτων που μοιάζει με το σήμα των Ολυμπιακών αγώνων; Αυτή με τα κυκλάκια μωρέ…»

« Audi.» του απάντησα κοφτά εγώ, στρέφοντας το βλέμμα μου στην τηλεόραση που έδειχνε ένα τηλεπαιχνίδι.

« Ναι αυτό! Audi είναι το αυτοκίνητό του. Και μου είπε πως του κόστισε 120,000 ευρώ! Μπράβο του. Άξιο παλικάρι. Καταφερτζής! Του βγάζω το καπέλο.»

« Να ζήσει να τα χαίρεται πατέρα.» του είπα εγώ με βαριεστημένο ύφος καπνίζοντας.

Σταμάτησε την κουβέντα γιατί έβλεπε πως δεν συμμετείχα και δεν συμμεριζόμουν τον ενθουσιασμό του. Καθίσαμε για λίγο ακόμα και βλέπαμε τηλεόραση σιωπηλά, στο σαλονάκι. Ύστερα τον καληνύχτισα και έφυγα για να πάω με τα πόδια σπίτι μου.

Περπατούσα και άρχισα να σκέφτομαι όλα αυτά που προκάλεσαν ενθουσιασμό στον πατέρα μου. Όλα αυτά τα μεγάλα επιτεύγματα. Πολύ πιθανό σκέφτηκα, αν ζούσε η μητέρα μου, να ενστερνιζόταν την άποψη του. Αν και εκείνη θυμάμαι, ότι προτιμούσε να είχα γίνει δικηγόρος. Θα συμφωνούσε ομόφωνα με τον πατέρα μου πάντως στο θέμα της δημιουργίας οικογένειας, ενός σπιτικού, με γυναίκα παιδιά και όλα τα παρελκόμενα. Για μια στιγμή άρχισα μέσα μου να στεναχωριέμαι που δεν κατάφερα να εκπληρώσω τα όνειρα τους για μένα.

Σταμάτησα σε μια γωνιά του δρόμου και έστριψα ένα τσιγάρο . Το χρειαζόμουν. Στεκόμουν όρθιος και κάπνιζα με το βλέμμα στο κενό, καθώς διάφοροι περαστικοί περνούσαν από μπροστά μου, με το βλέμμα τους στραμμένο πάνω μου επικριτικά . Πέταξα τη γόπα κάτω και την πάτησα. Φύσηξα τον καπνό της τελευταίας ρουφηξιάς από τα ρουθούνια και συνέχισα προς το σπίτι.

Φτάνοντας στην είσοδο της πολυκατοικίας , αντίκρισα στην πυλωτή, την μηχανή μου σκεπασμένη με την λερωμένη κουκούλα της. Πιο δίπλα στη γωνία του τοίχου κρέμονταν απομεινάρια από σωλήνες χαλκού. Πριν λίγες μέρες, έκαναν επιδρομή κάποιοι και έκοψαν τις σωλήνες παροχής φυσικού αερίου, προκειμένου να τις πουλήσουν λογικά. Ο χαλκός έχει αξία. Η είσοδος της πολυκατοικίας έκτοτε φαινόταν σαν βομβαρδισμένο τοπίο.

«Μεγαλείο!» αναφώνησα αντικρύζοντας το σκηνικό μπροστά μου και χαμογέλασα.

Ανέβηκα στον όροφο και άνοιξα την πόρτα . Έβγαλα το μπουφάν και πήγα στο αυτοσχέδιο μπαρ από παλέτες που έχω φτιάξει, το οποίο στεκόταν στον τοίχο. Πήγα να βάλω ένα σφηνάκι Jack αλλά και τα δύο μπουκάλια που είχα στο μπαρ ήταν άδεια. Οπότε αρκέστηκα σε ένα φτηνό σκωτσέζικο που είχα ξεχασμένο. Ήπια ένα. Καλό ήτανε. Μου έβαλα άλλο ένα και κάθισα στη καρέκλα του γραφείου. Κοίταζα του τοίχους γύρω μου. Όλο και όλο το διαμέρισμα, εξήντα τέσσερα τετραγωνικά. Κουζίνα-σαλόνι- γραφείο, όλα ένα. Δυο δωματιάκια, το ένα μικρό σαν αποθήκη και ένα μπάνιο ακόμα πιο μικρό. Τα πόδια μου τα μαζεύω σε εμβρυική στάση για να κάτσω στην τουαλέτα.

« Γαμάει!» αναφώνησα πάλι μόνος μου και κατέβασα μονορούφι το σφηνάκι που κρατούσα στο χέρι.

Σηκώθηκα και πήρα το σκωτσέζικο μπουκάλι κοντά μου. Γέμισα άλλο ένα σφηνάκι. Άρχισα να σκέφτομαι τις διδαχές της μάνας μου και την προτροπή της να διαβάζω για να μπω στη νομική. Θα είχα γίνει μεγαλοδικηγόρος τώρα. Με φανταζόμουν με τα κουστούμια και τα ακριβά μου ρολόγια να μπαινοβγαίνω σε αίθουσες δικαστηρίων. Με ξυρισμένα τα μάγουλα και με ένα καλοσχηματισμένο κόμπο στην κορυφή της γραβάτας . Να αναλαμβάνω την υπεράσπιση σε παιδεραστές, βιαστές, καταχραστές δημοσίου χρήματος, κλέφτες και λωποδύτες. Να τους αρμέγω όλους για τις υπηρεσίες μου, ακόμα και αυτούς που δεν θα δύνανται να με πληρώσουν, κι εκείνοι να αισθάνονται ευγνωμοσύνη που τους εκπροσωπώ. Δικαστές και εισαγγελείς να μαγεύονται από την δύναμη της πειθούς μου, να αθωώνουν τους πελάτες μου και να τρέφουν σεβασμό για το πρόσωπό μου. Τα βράδια μετά τη δουλειά να γυρίζω στη βίλα μου στα Νότια Προάστια, οδηγώντας μια λιμουζίνα, την οποία θα έχω αγοράσει (όπως και τη βίλα) με μαύρο χρήμα. Να αράζω στο τεράστιο δερμάτινο καναπέ μου και να πίνω το πανάκριβο ουίσκι μου ώσπου να με πάρει ο ύπνος γλυκά, δίχως ψήγματος τύψεων. Με τη συνείδησή μου καθαρή, όντας μέλος του συστήματος και βρισκόμενος στη κορυφή της πυραμίδας.

Χαμογέλασα ειρωνικά. Ήπια το σφηνάκι μου και γέμισα ξανά άλλο ένα. Άρχισα να σκέφτομαι τις σπουδές και τη δουλειά που παράτησα ως μηχανικός. Με φανταζόμουν να είμαι στην πολυεθνική και να κάνω μελέτες κάθε είδους. Να ταξιδεύω σε ξένα κράτη, για να φέρω εις πέρας τα έργα της εταιρείας και όλα αυτά με χρήματα που θα έχει εξοικονομήσει από κρατικά κονδύλια. Να έχω ασκούμενους υπό τη δούλεψη μου και να τους χρησιμοποιώ για πάσης φύσεως προσωπικά θελήματα. Να τους δίνω κουράγιο για να συνεχίζουν να κάνουν τα καπρίτσια μου, γιατί τότε ίσως, να εισηγηθώ στα κεφάλια της εταιρείας να τους κρατήσουν. Να γλύφω τους ανωτέρους μου και να υποσκάπτω τους υφισταμένους μου ώστε να μην αποτελούν κίνδυνο στην ανέλιξη μου. Να δείχνω δήθεν συμπόνια για τα προβλήματα των χαμηλόμισθων και να τους ακούω υπομονετικά, ενώ παράλληλα θα έκανα πλάτες στους συναδέλφους που γνωρίζω ότι κλέβουν, μήπως και μου δώσουν και μένα κανένα μερίδιο.

Στο τέλος της ημέρας, με φανταζόμουν να μπαίνω στο πολυτελέστατο SUV μου, το οποίο θα έχω βάλει σε δόσεις στην τράπεζα και να ξεκινώ για την μεζονέτα μου στην Κηφισιά. Η γυναίκα μου, να βλέπει τηλεόραση στο σαλόνι και να με υποδέχεται με χαμόγελο ενώ μέσα της να βλαστημάει που γύρισα και της χάλασα την ησυχία της. Να έχει βαρεθεί ακόμα και τον ήχο της αναπνοής μου αλλά να με ανέχεται, μονάχα για τη χλιδάτη ζωή που της παρέχω και για τα παιδιά μας. Η κόρη μας να σπουδάζει χρηματοοικονομικά στο Deree, τα δίδακτρα του οποίου, θα πλήρωνα με τις μίζες που εξασφαλίστηκαν από κρατικούς προϋπολογισμούς για την αποπεράτωση δημοσίων έργων της εταιρείας. Η μητέρα της να τη δασκαλεύει να βρει γρήγορα (όσο περνάει η μπογιά της) έναν άντρα πλούσιο και με κύρος στην κοινωνία για να της εξασφαλίσει κι εκείνης μια χλιδάτη ζωή. Εγώ με τη σειρά μου να δασκαλεύω το γιο μου. Το καμάρι μου! Θα τον παρόρτρυνα να διαβάζει για να μπει στο Πανεπιστήμιο και να γίνει κι αυτός μηχανικός. Να ακολουθήσει τις φοιτητικές παρατάξεις κάνοντας τους τεμενάδες, για να τον περνούν στα μαθήματα ώστε να αποφοιτήσει γρήγορα. Έτσι, θα μπορούσα και εγώ από τη μεριά μου, να προετοιμάσω το κλίμα στην εταιρεία μου. Να απολύσω κάποιον από τους υφισταμένους μου(που μου μπαίνει στο μάτι) για να ελευθερώσω θέση, να τραπεζώσω τα ανάλογα στελέχη και τέλος, να λαδώσω τον διευθυντή μου για να του εξασφαλίσω μια σίγουρη πρόσληψη.

Μου ήρθε αναγούλα. Ήπια το σφηνάκι, έστριψα ένα τσιγάρο και το άναψα γρήγορα. Ξανακοίταξα το σπίτι γύρω μου. Τα εξήντα τέσσερα μου τετραγωνικά. Κοίταξα τα ρούχα μου. Το σκισμένο τζιν και το φανελάκι με τη στάμπα των Rolling Stones. Κοίταξα τα χέρια μου. Τα τατουάζ που είχα ζωγραφισμένα πάνω τους. Σηκώθηκα και πήγα στη τουαλέτα να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Κοίταξα το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Τα μακριά μου γένια και τα σκουλαρίκια στα αυτιά . Το είδωλό μου στο καθρέφτη είχε ένα χαμόγελο ανακούφισης.

« Πάλι καλά…» του απάντησα εγώ και του έκλεισα το μάτι.

Πήγα στο δωμάτιο και κοιμήθηκα αγκαλιά με τον σκύλο μου.

alone-art-beautiful-boy-Favim.com-102050

Πάλι Καλά

του Δαμιανού Λαουνάρου