Στὴν τέχνη τῆς ὑποκριτικῆς διαπρέπουν ὄχι μόνον ἠθοποιοὶ ἀλλὰ κι ἁπλοί, καθημερινοὶ ἄνθρωποι. Ὁρισμένοι ἀπ’ αὐτοὺς μάλιστα ἐπιδίδονται στὴν τέχνη αὐτὴ μὲ τέτοια μαεστρία ποὺ εἶναι νὰ τοὺς ζηλεύουν κι οἱ κατὰ γενικὴ παραδοχὴ ταλαντοῦχοι θεατρίνοι. Ὅσο γιὰ τὶς μάσκες ποὺ φοροῦν, θάλεγα ὅτι εἶναι τόσο πειστικὲς ποὺ τελικῶς ὑποχρεώνουν ἀκόμα καὶ τοὺς πιὸ ὑποψιασμένους ἀνθρώπους. Εἶναι γνωστὸ βέβαια ὅτι τὰ προσωπεῖα τοῦτα φοριοῦνται εἴτε γιὰ νὰ ἐξυπηρετήσουν τὰ συμφέροντα τῶν κατόχων τους εἴτε γιὰ νὰ ἐξαπατήσουν τ’ ἀθώα κι ἀφελέστατα ἀρνία μίας κοινωνίας. Ἐξυπακούεται ὅτι μία κοινωνία ποὺ βρίθει ἀπὸ ὑποκριτὲς δὲν διαφέρει καὶ πολὺ ἀπ' τὴ σκηνὴ ἑνὸς θεάτρου.

 

            Ἡ Ἀλχανία ἦταν μία τέτοια κοινωνία ὅπου ὅλα ἦταν σκηνοθετημένα καὶ τίποτα δὲν δημιουργοῦσε ἔστω τὴν ὑποψία αὐθεντικότητας. Οἱ κάτοικοί της τὸ γνώριζαν αὐτὸ βέβαια ἀλλὰ κανεὶς δὲν τολμοῦσε νὰ ρίξῃ τὶς μάσκες ἢ ἔστω νὰ διαμαρτυρηθῇ. Ἔτσι ὅλοι τους παίζανε ἕναν ρόλο ποὺ λίγο πολὺ τοὺς βόλευε μὲ τὸν ἕναν ἢ τὸν ἄλλον τρόπο. Τοῦτο ὅμως ἐγκυμονοῦσε κινδύνους, καθὼς ἡ πραγματικότητα ἔπαιρνε συχνὰ ἐκδίκηση.

            Ἡ Ἀλχανία ὡς ἐπίνειο διατηροῦσε ἀπ’ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς ἱδρύσεώς της λιμάνι γιὰ ἐμπορικοὺς σκοπούς. Τὸ λιμάνι, ποὺ ἦταν τὸ πιὸ βρώμικο κι ἐλεεινὸ κομμάτι τῆς πόλης, τ’ ἀγκάλιαζαν χαμοκέλες, παράγκες κι ἀποθῆκες. Οἱ πλίνθινες ὀχυρώσεις του ἔγιναν ἀπ’ τοὺς κατακτητὲς τῆς πόλης γιὰ νὰ τὸ προστατέψουν ἀπ’ ἄλλους ἐπίδοξους κατακτητὲς τοὺς ὁποίους οἱ τωρινοὶ κάτοικοι τοῦ ἐπίνειου δὲν μνημόνευαν κάν, καθὼς γνώριζαν ὅτι γιὰ αἰῶνες καβάλαγαν τὶς προγόνους τους· κι αὐτὸ ἦταν κάτι ποὺ δὲν τὸ ἄντεχαν οἱ ὑπέρμαχοι τῆς φυλετικῆς καθαρότητας.

            Σὲ μία ἄκρη τοῦ λιμανιοῦ δέσποζε ἕνας φ α λ ό μ ο ρ φ ο ς φάρος ποὺ γιὰ κάποιον ἀνεξήγητο λόγο οἱ κάτοικοι τοῦ ἐπίνειου τὸν θεωροῦσαν στολίδι τοῦ λιμανιοῦ. Μὰ ὁ φάρος τοῦτος κάποτε ἐξυπηρετοῦσε πρακτικὲς καὶ μόνον ἀνάγκες κι ἑπομένως δὲν θὰ μποροῦσε νὰ ἔχῃ κάποια αἰσθητικὴ ἀξία. Ἐξάλλου ἦταν γνωστὸ ὅτι κατασκευάστηκε ἀπὸ ἁπλοὺς τεχνίτες τῆς ἐποχῆς χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κάποια καλλιτεχνικὴ πρόθεση στὸ ὅλο ἐγχείρημα. Ἀλλὰ οἱ κάτοικοι τὸν παρουσίαζαν ὡς ἔργο τέχνης προκειμένου νὰ προσελκύουν τοὺς ξένους καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς τὰ λεφτά τους!

            Παρὰ ποὺ τὸ λιμάνι ἦταν ρηχὸ καὶ μικρό, ποδίζανε μὲ ἄνεση τὰ πλεούμενα τῆς ἐποχῆς, δηλαδὴ τὰ κωπήλατα καὶ τὰ ἱστιοφόρα. Τὴ μέρα, ὅταν ἄρχιζε τὸ ξεφόρτωμα ἐμπορευμάτων, ἔβλεπε κανεὶς ναῦτες, χαμάληδες καὶ καροτσαρέους νὰ πηγαινοέρχονται καὶ νὰ τραβᾶνε τὶς τάβλες μέσ’ ἀπ’ τὰ πλοῖα καὶ νὰ τὶς μπάζουν στὶς ἀποθῆκες. Τὴ νύχτα κάτ’ ἀπ’ τὸ μελιχρὸ φῶς τῆς σελήνης ἀκούγονταν ποὺ καὶ ποὺ βρισιές, σπασίματα μπουκαλιῶν, κάνα παράταιρο τραγούδι, καὶ λίγο πρὶν ξημερώσει ξεμύτιζαν κομμένες ἀνάσες καὶ κούφια βογγητά.

            Σπάνια ἐπισκέπτονταν τὸ λιμάνι οἱ ὑπόλοιποι κάτοικοι τοῦ ἐπίνειου γιατὶ τοὺς ἀπωθοῦσε τόσο ἡ βρῶμα ὅσο κι οἱ εἰδεχθεῖς μοῦρες τῶν ἀνθρώπων τοῦ λιμανιοῦ. Οἱ μόνοι μόνιμοι κάτοικοι ἦταν οἱ ἰδιοκτῆτες κάποιων λίγων πανδοχείων καὶ ταβερνείων ποὺ ἔκαναν χρυσὲς δουλειὲς ὅταν ξεφόρτωναν τὰ πλοῖα στὸ ἐπίνειο· αὐτοὶ ἦσαν γνωστοὶ κι ὡς λιμανιῶτες.

            Τὸ πέρασμα τοῦ χρόνου σκόρπισε σὰν ἄνεμος ὅλ’ αὐτὰ καὶ σηκώθηκε αὐλαία δείχνοντας μία καινούργια τώρα σκηνογραφία. Τὰ καλυβόσπιτα κι οἱ ἀποθῆκες ἔδωσαν τὴ θέση τους σ' ἀκόμα περσότερα ταβερνεῖα καὶ πανδοχεῖα κι ὅλ’ αὐτὸ τὸ κοπάδι τῶν ἄθλιων καὶ βρώμικων ἐργατῶν ἀντικαταστάθηκε ἀπὸ ξένους περιηγητὲς κι ἐπισκέπτες. Τὸ νέο σκηνικὸ ἦταν ἀποτέλεσμα βέβαια τῆς τεχνολογικῆς προόδου ποὺ σημείωνε ἡ ναυσιπλοΐα τὴν ἐποχὴ ἐκείνη: Στὸ λιμάνι ἔπαψαν νὰ δένουν πλεούμενα γιατὶ οἱ νέες τεχνικὲς συνετέλεσαν στὴν κατασκευὴ γρήγορων, μεγάλων κι ὀγκωδῶν καραβιῶν ποὺ ταξίδευαν μὲ τὴ βοήθεια ἀτμοκίνητων μηχανῶν. Τέτοια καράβια δὲν χώραγαν πλέον στὸ ἐπίνειο. Ἔτσι τὸ ἐμπόριο σταμάτησε καὶ μαζὶ μ' αὐτὸ κι ἡ πολλὴ κίνηση στὸ λιμάνι.

            Συνέπεια αὐτοῦ ἦταν ν’ ἀρχίζουν νὰ παίρνουν τὸν κατήφορο οἱ δουλειὲς τῶν λιμανιωτῶν. Αὐτὸ δὲν σήμαινε φυσικὰ ὅτι ὅλοι τοῦτοι θὰ πέθαιναν στὴν ψάθα· ὁ ἐπιούσιος ἦταν ἐξασφαλισμένος λόγῳ τῆς παρουσίας τῶν ἐπισκεπτῶν τοὺς ὁποίους φρόντιζαν νὰ προσελκύουν διαφημίζοντας τὸ λιμάνι κι ἰδιαίτερα τὸν φ α λ ό μ ο ρ φ ο φάρο ὡς ἕνα τάχα λαμπρὸ μνημεῖο τέχνης! Ἀλλὰ ὅταν εἶσαι παραδόπιστος καὶ μαθημένος νὰ κολυμπᾷς στὰ πλούτη, ἡ πτώση ἀπ’ τὰ πολλὰ στὰ λίγα σοῦ κακοφαίνεται.

            Ἔτσι, ἀντιπροσωπεία ἀπὸ δαύτους ἐμφανίστηκε μπροστὰ στὸν Δούκα τῆς πόλης καὶ στὸ συμβούλιό του κι ἔθεσε τὸ πολυπόθητο αἴτημά τους. Τοὺς ζήτησαν, λέει, νὰ μπαζώσουν ὁλόκληρο τὸ λιμάνι καὶ νὰ φτειαχτῇ καινοῦργιο ἀκριβῶς μπροστὰ ἀπὸ τὴν ἐμπατὴ τοῦ παλιοῦ, ἐκεῖ ποὺ τὰ νερὰ εἶναι πιὸ βαθιά! Μ' αὐτὸ τὸν τρόπο θὰ ἔδιναν τὴ δυνατότητα στὰ νέας τεχνολογίας πλεούμενα νὰ δένουν ἔξ’ ἀπ’ τὸ ἐπίνειο κι ἔτσι θὰ ἐπανέρχονταν οἱ παλιὲς καλὲς μέρες καὶ κατὰ συνέπεια τὰ κέρδη τῶν πανδοχέων καὶ τῶν ταβερνιάρηδων!

            Τὸ συμβούλιο τοὺς ἄκουγε χωρὶς νὰ πιστεύῃ στ’ αὐτιά του. Ὁρισμένοι ἄρχοντες μάλιστα, οἱ πιὸ καλλιεργημένοι, ξεσηκώθηκαν λέγοντας ὅτι ἡ ἐνέργεια τούτη θὰ κατέστρεφε αὐτὸ τὸ σπουδαῖο μνημεῖο παγκόσμιας πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς καὶ ἔτσι δὲν θὰ ξαναπάταγε κανένας ξένος στὸ ἐπίνειο. Ὁ Δούκας τοὺς ἀνακοίνωσε ὅτι τὸ αἴτημά τους δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῇ καὶ τοὺς ζήτησε νὰ ἐπιστρέψουν μὲ τάξη καὶ κλιτότητα στὶς δουλίτσες τους. Κι ὅπως συμβαίνει μ’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποῦναι ἕρμαια τοῦ συμφέροντος καὶ δὲν καταλαβαίνουν ἀπὸ τέχνη κι ἄλλα τέτοια καὶ μόνη τους ἔγνοια εἶναι νὰ προασπίζουν τὰ κεκτημένα τους πάση θυσία, ἔτσι κι οἱ λιμανιῶτες, μπροστὰ στὸν φόβο μίας ἐπικείμενης καταστροφῆς, ὅρμηξαν νὰ τοὺς χαλάσουν· κι ἔγινε μεγάλο κακό.  Στέλνοντας τὶς ἀρχὲς τῆς πόλης στὸν ἀγύριστο ἔφυγαν κακὴν κακῶς καὶ δὲν ξαναπάτησαν τὸ πόδι τους ἔξω ἀπ’ τὰ σύνορα τοῦ λιμανιοῦ.

            Ἕνα βράδυ, τὴν ὥρα ποὺ τὸ νερὸ χόρευε μὲ ἄτακτους φλοίσβους κι ἀφρούς, ὅπως συνήθως γινόταν τέτοιες ὧρες, ἕνα βορβορῶδες ρεῦμα ἔβγαλε στὴν ἐπιφάνεια φλοιοὺς πορτοκαλιῶν. Στὴν ἀρχὴ δὲν ἔδωσε καὶ κανεὶς σημασία ἀλλὰ μετ’ ἀπὸ μέρες τοὺς φλοιοὺς τούτους ἀκολούθησαν φλοιοὶ κι ἄλλων φρούτων καὶ μετὰ συντρίμματα φιαλῶν καὶ πιὸ ὕστερα ὑποδήματα καὶ πτώματα ὀρνίθων καὶ ποντικῶν ποὺ κολυμποῦσαν ἀμέριμνα στὴ ἐπιφάνεια τοῦ γαληνιῶντος νεροῦ!

            Ἀμέσως οἱ ἀρχὲς τῆς πόλης βάλθηκαν νὰ καθαρίσουν ὅλ’ αὐτὸ τὸ χάλι γιατὶ σὲ κλειστὲς καὶ μικρονοϊκὲς κοινωνίες, ὅπως ἡ Ἀλχανία, γεννιοῦνται ἐκ τοῦ μηδενὸς μεγάλα ζητήματα ποὺ προκαλοῦν ἀναστάτωση σεισμοῦ. Καὶ τοῦτο θὰ ζημίωνε τὸν κόσμο ὅλο γιατὶ θὰ ἔδιωχνε τοὺς ἐπισκέπτες καὶ μαζὶ μ’ αὐτοὺς καὶ τὰ λεφτά τους.

            Ὅμως τὸ σκουπιδαριὸ δὲν ἔλεγε νὰ φύγῃ ἀπ’ τὸ λιμάνι γιατ’ ὕστερα ἀπὸ κάθε ἐπιμελῆ καθαρισμὸ ἐμφανίζονταν ὅλο καὶ περσότερα σκουπίδια καὶ κάθε φορὰ καινούργια. Ἔτσι τώρα εἶχαν προστεθῆ καβαλίνες, καμένα λάδια, ψόφια ψάρια κι ἀνθρώπινα μέλη ἀκρωτηριασμένα ποὺ ἐπέπλεαν στὰ φωσφορίζοντα νερὰ τοῦ λιμανιοῦ, κάτ' ἀπ’ τὸ μελιχρὸ φῶς τῆς σελήνης!

            Οἱ λιμανιῶτες ἀπείλησαν τότε τὴ διοίκηση τῆς πόλης ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ θὰ ἔρθουν μὲ τὰ ὅπλα στὸ διοικητικὸ μέγαρο καὶ θὰ κάνουν ζημιὲς πολλές, ἐνῷ ταυτόχρονα θὰ κλείσουν τὸ λιμάνι ὡς ἔνδειξη διαμαρτυρίας γιὰ τὴν ἄθλια κατάσταση ποὺ ἐπικρατοῦσε στὸ κατώφλι τους. Ἐπιπλέον, ζήτησαν τὴν ὑποστήριξη τῶν ὑπολοίπων κατοίκων τοῦ ἐπίνειου καθὼς καὶ τοῦ τοπικοῦ τύπου.

            Ἕνας μυστήριος ψίθυρος ποὺ διαδόθηκε σὰν χολέρα σ’ ὅλο τὸ ἐπίνειο ἔκανε τὴν κατάσταση ἀκόμα πιὸ φορτική. Ἀκούστηκε, λέει, ὅτι τὰ σκουπίδια τὰ ἔριχναν, κρυφά, φερέφωνα τοῦ Δούκα γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν ὅλ’ αὐτὸ τὸ κοπάδι τῶν ἠλιθίων ποὺ προκάλεσε ἀναστάτωση μὲ τὴν κτηνώδη συμπεριφορά του τόσο στὸ μέγαρο διοίκησης τῆς Ἀλχανίας ὅσο καὶ σ’ ὅλο τὸ ἐπίνειο.

            Ἀμέσως σήμανε συναγερμὸς κι οἱ λιμανιῶτες γύρεψαν ἐκδίκηση γιὰ ὅλη αὐτὴ τὴ δυσφήμιση ποὺ τοὺς ἔκανε ὁ Δούκας. Κι ἐπειδὴ οἱ ἄνθρωποι μὲ ἀπελέκητο νοῦ δύσκολα ἀποσπῶνται ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ πίστεψαν μία φορά, ἡ ἐπακολουθήσασα ἀναταραχή, ποὺ προκλήθηκε ἀπὸ κάποια περίεργα ἀτυχήματα, κράτησε γιὰ μῆνες. Κάποιες ἀνεξιχνίαστες δολοφονίες, μερικὲς θανατηφόρες δηλητηριάσεις καὶ μπόλικοι ἐμπρησμοὶ σὲ διάφορα σημεῖα τῆς πόλης ἦσαν ἀρκετὰ γιὰ νὰ διώξουν ὄχι μόνον τοὺς ἐπισκέπτες (καὶ μαζὶ μ' αὐτοὺς τὰ λεφτά τους) ἀλλὰ καὶ κάμποσους ντόπιους πλὴν τῶν ταβερνιάρηδων βέβαια καὶ τοῦ Δούκα ποὺ σήκωνε τὰ χέρια ψηλὰ δηλώνοντας ἀθῶος (μία ἀθωότητα ποὺ τελικῶς ἀποδείχτηκε ἐν εὐθέτῳ χρόνω!).

            Στὸ μεταξὺ τὰ νερὰ εἶχαν βουρκιάσει ἀπ’ τὴν συσσώρευση ὅλης αὐτῆς τῆς μαγαρισιᾶς καὶ μετατράπηκαν σιγὰ σιγὰ σὲ μία πρώτης τάξεως ἑστία θανάτου: Ἡ ἐλονοσία ἄρχιζε ν’ ἁπλώνῃ τὸ φραγγέλιό της στὰ νῶτα τοῦ ἐπίνειου καὶ νὰ τὰ πληγιάζῃ. Κι ἦρθαν στιγμὲς κακοσήμαδες. Τότε σταμάτησε ἡ φαγωμάρα κι ὅλοι ἔτρεχαν νὰ σωθοῦν. Μόνον ὅταν ψόφησαν οἱ ταβερνιάρηδες κι οἱ πανδοχεῖς, ἔλαβε τέλος ὅλ’ αὐτὸ τὸ θανατικό· ἀλλὰ τὸ ξεπάστρεμα τῶν λιμανιωτῶν συνέπεσε περιέργως μὲ τὴν σταδιακὴ ἐξαφάνιση τῶν σκουπιδιῶν καὶ μὲ τὴν ὡς διὰ μαγείας μὴ ἐπανεμφάνισή τους!

            Τὸ τελευταῖο ἀνέβασμα τῆς αὐλαίας φανερώνει τὸ λιμάνι τῆς Ἀλχανίας ἀρκετὰ χρόνια μετά. Οἱ ἀλλαγὲς στὴ σκηνὴ εἶν' ἐπουσιώδεις. Ξανὰ τὰ ταβερνεῖα καὶ τὰ πανδοχεῖα μ’ ἄλλους ἰδιοκτῆτες αὐτὴ τὴ φορά. Τὰ σοκάκια φωταγωγημένα καὶ καθαρὰ πλέον, πλήρη ταξιδιωτῶν κι ἐπισκεπτῶν. Μία ἐκνευριστικὴ μουσική, προερχόμενη ἀπ’ ὅλα τὰ σημεῖα τοῦ λιμανιοῦ, μὲ μοτίβο μονότονο κι ἐπαναλαμβανόμενο, συγχύζει τὸ ἤρεμο πρόσωπο τῆς κάθε νύχτας ποὺ περνάει μαζὶ μὲ τοὺς ξένους ἀπ’ τὸ ἐπίνειο.

            Τὸ ἀξιοσημείωτο αὐτῆς τῆς σκηνῆς εἶν’ ὅτι τώρα ἔβλεπε κανεὶς ἀμέτρητα θήλεα ὅλων τῶν ἡλικιῶν καὶ τῶν κατηγοριῶν νὰ ποζάρουν φιλήδονα μπροστ' ἀπ' τὸν φωτογραφικὸ φακό, κάτω ἀπ' τὸ μελιχρὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ (τὸ περιαργυροῦν τὰ  β ο ρ β ο ρ ώ δ η νερὰ τοῦ λιμανιοῦ), ἔχοντας πάντ' ἀ π ὸ  π ί σ ω  τ ο υ ς αὐτὸ τὸ περίλαμπρο ἔργο τέχνης καὶ παγκόσμιας πολιτιστικῆς κληρονομιᾶς· τὸν  φ α λ ό μ ο ρ φ ο   φάρο τῆς Ἀλχανίας!

Ο φάρος

του Κωνσταντίνου Κ. Χατούπη

© 2019 by Achilleas and Camilo