Το ξυπνητήρι χτύπησε στις εφτά και δύο λεπτά ακριβώς. Σηκώθηκα με μια γρήγορη κίνηση το έκλεισα και κατέβασα το  σκυλί μου από το κρεβάτι. Με ακολούθησε μέχρι την κουζίνα τρέχοντας και στριφογυρίζοντας από χαρά γύρω από την ουρά του. Του έβαλα δύο κουταλάκια τροφή light και πήγα στο λουτρό. Κατούρησα καθιστός γιατί βαριόμουν να στοχεύσω στη λεκάνη. Σηκώθηκα και έπλυνα το πρόσωπο μου. Το νερό ήταν κρύσταλλο. Κοιτάχτηκα για μια στιγμή στον καθρέφτη και βλαστήμησα από μέσα μου για αυτό που θα ακολουθούσε μετά. Βγήκα έξω και έβαλα το λουρί στο σκυλί μου για να το πάω βόλτα. Άνοιξα την εξώπορτα της πολυκατοικίας, βγήκα έξω  και περπατούσα στο λυκαυγές με το λουρί στο ένα χέρι και με το τσιγάρο στο άλλο. 


Άρχιζα να σκέφτομαι πως κακώς δέχτηκα να κάνω την συνέντευξη. Κακώς είχα στείλει εξ ’αρχής, το βιογραφικό μου για τη συγκεκριμένη θέση. Τι δουλειά έχω εγώ εκεί πέρα; Αλλά και όταν έκανα αίτηση σε χαμαλοδουλειές, για απλός εργάτης, ούτε που τηλεφωνούσαν. Μια φορά έκανα αίτηση για διευθυντής και αυτό από αντίδραση και πήραν τηλέφωνο. Και αφού έκανα την αίτηση από αντίδραση και μόνο γιατί δέχτηκα να κάνω και το τεστ που μου υποδείξανε; Μισή ώρα να διαγωνίζομαι σε βλακώδεις τυποποιημένες ερωτήσεις και σε συνθήκες προσομοίωσης εργασίας. Πούτσες μπλε! Γαμώ την αφραγκία μου. Και όλα αυτά για να περάσω συνέντευξη σε λίγη ώρα και στο τέλος να με ειδοποιήσουν ότι δεν έγινα δεκτός και έχασα τον προνομιακό μισθό των πεντακοσίων ευρώ. 


Μάζεψα τις ακαθαρσίες του σκύλου μου, με ένα σακουλάκι που είχα, και το έβαλα στην τσέπη του μπουφάν. Άρχισα με γοργό βήμα να γυρίζω σπίτι για να προλάβω να ετοιμαστώ. Πέρασα από την μονοκατοικία ενός γείτονα που έχει μονίμως, τον κάδο σκουπιδιών έξω από την πόρτα του , κλειδωμένο με λουκέτο. Για να πετάει μόνο τα δικά του σκουπίδια. Ήταν ανοιχτός τώρα. Έβγαλα το σακουλάκι με τις ακαθαρσίες από το μπουφάν μου και το πέταξα μέσα. «Πάρ’τα μαλάκα» είπα από μέσα μου και έστριψα αριστερά για την πολυκατοικία μου.

Ανέβηκα πάνω στο σπίτι μου και πήγα στην κουζίνα να κόψω φρέσκο καφέ για να φτιάξω μια κούπα να πιω. Παρακολούθησα με λαχτάρα το καϊμάκι να φουσκώνει καθώς έβγαινε από την μηχανή. Πήρα το laptop και το ακούμπησα στο γραφείο μου κάνοντας πέρα όλα τα χαρτιά που είχα πάνω. Ήπια μερικές γουλιές καφέ και άνοιξα την κάμερα του υπολογιστή να δω αν φαίνομαι καλά. Βλέπω το είδωλο μου στην οθόνη και γελάω. Η ζακέτα μου λερωμένη με στάχτες και άπλυτη ένα μήνα τώρα. Στο αριστερό πέτο ένα κέντημα της Harley Davidson σε πορτοκαλί χρώμα έχει κι αυτό λερωθεί από έναν λεκέ από καφέ. Πρέπει να αλλάξω σκέφτηκα, δεν είναι εμφάνιση αυτή να παρουσιαστώ σε συνέντευξη. Κάπου μέσα μου όμως κάτι κλωτσάει. Με κάνει να θέλω να τους παρουσιάσω αυτό που πραγματικά είμαι. Να τους τρίψω στα μούτρα την κατάσταση μου. Θα τους δώσω εύκολα και την πρόφαση να με απορρίψουν μια ώρα αρχύτερα, σκέφτηκα. Δεν είμαι τόσο γενναίος.

Απογοητεύτηκα με τον εαυτό μου, κάπου μέσα μου. Πήγα στην ντουλάπα και βρήκα ένα καρό κόκκινο πουκάμισο από τσόχα και το φόρεσα πάνω από το μαύρο φανελάκι μου. Δεν το κούμπωσα καθόλου, έτσι ώστε να μου δίνει την ψευδαίσθηση ότι δεν με έφεραν τελείως στα μέτρα τους. 


Πήγα στο μπάνιο και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Μαλλιά ατημέλητα και γένια μέχρι το στέρνο, με άσπρες τρίχες να ξεφυτρώνουν από το πηγούνι μου. Αποκρουστικό θέαμα. Έβαλα δυο δάχτυλα από μια πομάδα που είχα να χρησιμοποιήσω τρεις μήνες και την έτριψα στις παλάμες μου να ζεσταθεί. Την άπλωσα ομοιόμορφα στα μαλλιά μου και τα έβαλα προς τα πίσω να μην πέφτουν στα μάτια μου. Υστέρα τα περισσέματα από της πομάδας στα χέρια μου, τα άπλωσα στα γένια μου και τους έδωσα ομοιόμορφο σχήμα με την βοήθεια μιας βούρτσας. Ξανακοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Λογικά τώρα, θα τους είναι υποφερτή η εμφάνιση μου, σκέφτηκα.
Κάθισα μπροστά από το laptop πάλι και άναψα ένα τσιγάρο. Κοίταξα το ρολόι μου. Οκτώ και είκοσι πέντε. Στο mail με τις οδηγίες που μου είχαν στείλει, με παρότρυναν να μπω στο link της διαδικτυακής πλατφόρμας, μισή ώρα πριν τις εννέα ακριβώς που ήταν προγραμματισμένη η συνέντευξη. Να πάνε να γαμηθούν σκέφτηκα.

Σηκώθηκα και πήγα και έφτιαξα άλλη μια κούπα καφέ. Κάθισα πάλι μπροστά από το laptop. Κι άλλο τσιγάρο. Οκτώ και τριανταπέντε. Κοίταξα πάλι το link της πλατφόρμας. Δεν το πάτησα. Κι άλλο τσιγάρο. Δυο γουλιές καφέ. Οκτώ και σαράντα δύο. Άφησα το τσιγάρο μισοτελειωμένο στο τασάκι και το απίθωσα στο ράφι κάτω από το γραφείο ώστε να μην φαίνεται από την κάμερα. Πάτησα στο link. Με συνοπτικές διαδικασίες με πέταξε σε ένα παράθυρο όπου host φαινόταν να ήταν μια γυναίκα με το όνομα Ε.Ρ. Δεν την έβλεπα εγώ, εκείνη όμως με έβλεπε. Μου ήρθε ειδοποίηση ότι είχα μήνυμα στο δεξί κάτω άκρο της οθόνης: 


« Καλημέρα σας. Σε λίγο θα συνδεθούν οι αρμόδιοι για να σας κάνουν την συνέντευξη.»


Καλά το φαντάστηκα σκέφτηκα. Σε  βάζουν να μπεις μισή ώρα νωρίτερα για να παρατηρούν τις κινήσεις σου ενώ εσύ δεν έχεις ιδέα ποιος και πόσοι σε βλέπουν. Το φωτάκι της κάμερας του laptop άναβε επιβεβαιώνοντας μου ότι με έβλεπαν. Έπιασα το τασάκι με το τσιγάρο που είχα αφήσει κάτω από το γραφείο και το έφερα πάνω στην επιφάνεια και πάλι. Άναψα πάλι το τσιγάρο με τον αναπτήρα και φύσηξα τον καπνό πάνω στην φωτεινή ένδειξη κοιτώντας προς την κάμερα και τους απάντησα δακτυλογραφώντας στο πληκτρολόγιο:
«Καλημέρα.»


Ήπια λίγο καφέ ακόμα. Και έσβησα το τσιγάρο μου αλλά το τασάκι δεν το έβαλα κάτω στο ράφι. Μου ήρθε ειδοποίηση πάλι: 


«Ο χρήστης Γ. συνδέθηκε στο δωμάτιο επικοινωνίας.»


Να ο πρώτος χαρτογιακάς σκέφτηκα και μειδίασα λίγο ξεχνώντας πως φαίνομαι από την κάμερα.
Εννέα και δύο λεπτά. Κι άλλη ειδοποίηση:


« Ο χρήστης Π. συνδέθηκε στο δωμάτιο επικοινωνίας.»


Να και ο δεύτερος σκέφτηκα. Αλλά δεν μειδίασα καθόλου τώρα. Φόρεσα τα ακουστικά μου. Δεν άκουγα τίποτα. Δεν μιλούσε κανείς και δεν έβλεπα και κανέναν τους. Εννέα και πέντε. Άρχισα να νευριάζω. Ρε μήπως να τους γράψω στα αρχίδια μου, διερωτήθηκα από μέσα μου, και να βγω από το εδώ με τους ανώμαλους που κάθονται και με παρατηρούν;


Άκουσα μια φωνή στα αυτιά μου:
« Καλημέρα μας ακούτε;» 
« Καλημέρα. Σας ακούω αλλά δεν σας βλέπω.» απάντησα.
Σιωπή για λίγα δευτερόλεπτα.
Η οθόνη του laptop φωτίστηκε.
« Τώρα μας βλέπετε;» άκουσα να ρωτάνε.
« Ναι τώρα σας βλέπω. Καλημέρα και πάλι.»


Εδώ είμαστε λοιπόν. Και οι τρεις μας στην οθόνη μου. Ο ένας με κουστούμι μαύρο και άσπρο πουκάμισο από μέσα, κουμπωμένο μέχρι πάνω. Ο άλλος φοράει μπλουζάκι με το brand name της πολυεθνικής εταιρείας στο πέτο και κάθεται με σταυρωμένα χέρια. Δύο χαρτογιακάδες. Καλά το φαντάστηκα. Δύο χαρτογιακάδες και ένας υποψήφιος χαρτογιακάς. Εγώ.  
 

jobinterview_edited.jpg

Ο Υποψήφιος

του Δαμιανού Λαουνάρου