To xιόνι είχε σκεπάσει με το άσπρο του πέπλο ολόκληρη την απέραντη έκταση των πεδιάδων, Τα πάντα είχαν παγώσει σε βάθος αρκετών εκατοστών κάτω από το έδαφος και τα ζώα γυρνούσαν εδώ κι εκεί πεινασμένα με τα οστά  να διαγράφονται κάτω από το λιπόσαρκο πετσί τους. Λίγα μόνο δέντρα ξεπρόβαλλαν από αυτή την λευκή αχανή νάρκη του χειμώνα με τα γυμνά τους κλαδιά σαν σκιάχτρα  κάνοντας όμως μονάχα θλιβερή εντύπωση στους σπάνιους ταξιδιώτες που από τα παράθυρα του τρένου χάζευαν το άγριο θέαμα των χιονισμένων πεδιάδων της δύσης.

Κάπου κάπου ένα πουλί προσγειωνόταν πάνω στο χιόνι για να αναζητήσει την τροφή του σκάβοντας με το ράμφος του για να πετάξει ύστερα πάλι συνήθως άπραχτο και απογοητευμένο. Μέσα σε όλη αυτή την παγωμένη σιωπή ένας άνθρωπος στεκόταν μόνος του σαν γέρικο δέντρο κι αυτός. Το χρώμα του ήταν σχεδόν κόκκινο και τα μακριά μαλλιά του είχαν μόλις αρχίσει να γκριζάρουν. Αν όμως τον κοιτούσες από κοντά θα συμπέραινες  από το ρυτιδιασμένο του πετσί, το γερμένο του κορμί, τα αδύνατα μέλη με την κρεμασμένη σάρκα, πως ήταν αρκετά γέρος. Κι ωστόσο ολόκληρη η ύπαρξη του  σου ενέπνεε σεβασμό. Μια παράξενη αίσθηση δύναμης αναδυόταν από κείνο το γέρικο κορμί. Το στέρνο του ήταν ακόμα πλατύ, σημάδι πως είχε ζήσει μια ζωή δράσης μέσα στην φύση. Η κοιλιά του ήταν επίπεδη και τα πόδια του φαίνονταν ακόμα γερά  στα νιάτα του θα πρέπει να ήταν χοντρά σαν κορμοί δέντρου. Κείνο όμως που έκανε την πιο  βαθιά εντύπωση  ήταν  το πρόσωπο του. Λεπτό και γωνιώδες  με ζυγωματικά ελάχιστα πεταχτά, με χείλη λεπτά σαν γραμμή, πηγούνι τετράγωνο και μύτη γαμψή, έμοιαζε σαν λαξευμένο πάνω σε γρανίτη. 

Ήταν ένα πρόσωπο που αν το έβλεπες μια φορά δεν μπορούσες να το ξεχάσεις. Σου μεταβίβαζε το μήνυμα πως ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν τυχαίος. Ναι, το Χαμένο Όνειρο - αυτό ήταν το όνομα του ανθρώπου-  ήταν κάποτε ένας μεγάλος πολεμιστής,  ένας μεγάλος αρχηγός. Ο τελευταίος των ερυθροδέρμων των Μεγάλων  Πεδιάδων. Ογδόντα χρόνια πίσω στις αρχές του αιώνα όταν γεννιόταν, η φυλή του ήταν ακόμα σπουδαία  και δυνατή, ο φόβος όλων των φυλών που ζούσαν στις πεδιάδες. Ο κόκκινος άνθρωπός κυριαρχούσε τότε σε ολόκληρη την απέραντη Δύση και τα κοπάδια με τα βουβάλια έτρεχαν ελεύθερα στα λιβάδια την άνοιξη με το λιώσιμο του χιονιού. Οι σκηνές της φυλής του απλώνονταν από τον μεγάλο ποταμό μέχρι τα πανύψηλα βραχώδη βουνά. Τα άλογα επίσης έβοσκαν ελεύθερα και όποιος ήταν δυνατός μπορούσε να αρπάξει όσα του έκανε κέφι. Ήταν μια εποχή που δεν υπήρχε ιστορία παρά μόνο θρύλοι και μύθοι και παραμύθια που διηγούνταν οι γέροι τα βράδια γύρω από την φωτιά. Ο Λευκός άνθρωπος δεν είχε ακόμα εμφανιστεί και μαζί με αυτόν οι αρρώστιες που αφάνισαν χιλιάδες πολεμιστές. 

Ο πόλεμος εκείνη την εποχή ήταν μόνο ένας ατελεύτητος αγώνας όχι όμως για τροφή, για γη για χρυσό. Τούτα όλα υπήρχαν σε αφθονία και κανείς δεν είχε λόγο να παλέψει για όσα το Μεγάλο Πνέυμα προσέφερε απλόχερα στους γιούς των ανθρώπων. Όχι, ο πόλεμος εκείνον τον καιρό ήταν μόνο για την εξάσκηση των νέων ανδρών, κάτι σαν σπορ στο οποίο επιδίδονταν οι άντρες απλώς και μόνο για να γίνουν καλύτεροι, πιο δυνατοί. Κανένας δεν στόχευε στην ολοκληρωτική εξόντωση του αντιπάλου όπως και το κυνήγι του βίσωνα έτσι και το κυνήγι του εχθρού έπρεπε να γίνεται με σύνεση για να μην εκλείψει. Ο ίδιος δεν αγαπούσε να σκοτώνει. Ήταν από μικρός ένα παιδί που χανόταν στα δάση και στα ποτάμια, συχνά σκαρφάλωνε σε κάποιον ψηλό  λόφο κι από κει αγνάντευε την απεραντοσύνη. Όταν τον ανακάλυπταν οι γονείς του και τον ρωτούσαν που βρισκόταν εκείνος απαντούσε: ''πουθενά απλώς συλλογιζόμουνα''. Και όταν τον ρωτούσαν τι συλλογιζόταν σήκωνε απλώς τους ώμους και απομακρυνόταν. Ήταν μυστήριος, μοναχικός, ανεξιχνίαστος. Έτσι οι σοφοί σαμάνοι του έδωσαν το όνομα Χαμένο Όνειρο. Θεώρησαν ότι κάποιο όνειρο τον καταδιώκει που οφείλει αυτός να ανακαλύψει. Με τα χρόνια το όνομα αποδείχτηκε απολύτως ταιριαστό με τον χαρακτήρα του κατόχου του. Στην διάρκεια της μακριάς και πολυτάραχης ζωής του είδε πολλά. Πρόλαβε μια εποχή ευημερίας και αισιοδοξίας για την φυλή του  που όμως δεν κράτησε πολύ. Πληροφορίες σχετικά με μια ξένη εισβολή από τα ανατολικά έφταναν στα αυτιά τους. Κάποτε αυτές οι ειδήσεις απέκτησαν σάρκα και αίμα μπροστά στα μάτια του. Η πλημμυρίδα των λευκών  άλλαξε για πάντα την ζωή τους. Στην αρχή επιδίωξαν να συμβιβαστούν. Αφού η γη είναι τόσο μεγάλη μας χωράει όλους, λευκούς και κόκκινους, είπαν. Σύντομα όμως διαπίστωσαν πως ο λευκός απαιτούσε όλη την γη για τον εαυτό του και όλο το κυνήγι για εκείνον και όλα τα νερά και όλα τα δάση. Στον κόκκινο άνθρωπο δεν απέμενε παρά  μόνο το μονοπάτι του πολέμου. Έτσι πολέμησε τους λευκούς. Μα η πλημμυρίδα των λευκών ήταν ασυγκράτητη. Πιο πολλοί και από την άμμο στις όχθες του μεγάλου ποταμού, πιο πολλοί και από τα αστέρια του ουρανού και ενισχυμένοι με παράξενα, άγνωστα όπλα, πως να τους σταματήσεις; Κι όμως το προσπάθησαν. Ο 'ίδιος είχε λάβει μέρος σε αμέτρητες μάχες με τους λευκούς. Ο πόλεμος αυτός ήταν αλλιώτικος. Λυσσαλέος, ανελέητος, γιατί κι ο λευκός ήταν πολύ καλός πολεμιστής και πάλευε για να κερδίσει τούτη την γη. 

Είχε δει στην ζωή του πολλές νίκες και κάμποσες ήττες. Ήταν εκεί όταν το κόκκινο σύννεφο υπέγραψε  συνθήκη με τον μεγάλο λευκό αρχηγό ύστερα από πολέμους πολλών ετών. Και ήταν εκεί για να δει την απογοήτευση όλων όταν οι λευκοί καταπάτησαν   την συνθήκη ζητώντας από τον κόκκινο άνθρωπο και άλλη γη. Και ύστερα ήρθαν οι μαύροι λόφοι. Η φυλή του δεν μπορούσε να παραδώσει τούτη την ιερή γη στους αφιονισμένους για κίτρινο μέταλλο λευκούς. Οι έντιμοι άνθρωποι δεν εγκαταλείπουν τους τάφους των προγόνων τους. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Τα βουβάλια έφευγαν. Τα λιβάδια είχαν αδειάσει πλέον από τούτο το μεγάλό ζώο. Οι λευκοί τα κυνηγούσαν για το δέρμα τους και  τα βουβάλια κείτονταν νεκρά, διάσπαρτα πάνω στα ολάνθιστα λιβάδια της άνοιξης. Και τότε στο μεγάλο συμβούλιο σηκώθηκαν κάποιοι και είπαν τέλος με τον λευκό. Θα πολεμήσουμε, αλλιώς δεν θα 'χουμε τροφή για τα παιδιά μας και τόπο για να θάψουμε τους νεκρούς μας. Ο ίδιος δεν μίλησε. Ήξερε, το καταλάβαινε, ότι η μάχη ήταν χαμένη αλλά όλη η φυλή του, ειδικά οι νέοι άντρες ακολούθησαν το Τρελό Άλογο και τον Καθιστό Βούβαλό στον πόλεμο. Και νίκησαν. Το είδε με τα μάτια του. Οι άντρες με τα μπλε καπέλα και τα  μακριά σπαθιά που μπορούσαν να ανοίξουν στη μέση το κορμί μιας γυναίκας, είχαν ηττηθεί, Μια ολόκληρη ημέρα μάζευαν οι κόκκινοι άνθρωποι ως τρόπαιο τα μαλλιά των νεκρών λευκών. Ακόμα και χέρια και άλλα μέλη του σώματος. Ύστερα όμως από εκείνη την μεγάλη νίκη τι είχε γίνει; Που είχαν πάει αυτοί οι άνδρες; Αυτά σκεφτόταν το Χαμένο Όνειρο καθώς σηκώνοντας  το κεφάλι του προς τον ουρανό απευθύνοντας ένα σιωπηλό ερώτημα: Μεγάλο Πνεύμα που είναι όλοι αυτοί άνδρες; Που βρίσκονται οι ψυχές των νεκρών προγόνων; Τι απέγιναν  οι Βίσωνες, τα λιβάδια η ελευθερία; Μεγάλο Πνεύμα ποιο είναι τελικά το όνειρο που με καταδιώκει; το χαμένο όνειρο... 

Αλλά το μεγάλο πνεύμα παρέμεινε σιωπηλό κρυμμένο πίσω από τον γκριζόλευκο ουρανό και ο άνδρας μην έχοντας τίποτα άλλο να κάμει συνέχισε να χορεύει μόνος του μέσα στην παγωμένη πεδιάδα. Εδώ και τρεις ήμερες δεν έκανε τίποτ' άλλο. Χόρευε  τον χορό των φαντασμάτων καλώντας  πίσω τις ψυχές των νεκρών προγόνων και τις ψυχές των βουβαλιών. Εδώ και λίγους μήνες ο χορός των φαντασμάτων είχε εξελιχθεί σε κίνημα και είχε θορυβήσει τις αρχές. Είχαν περάσει πολλά, αμέτρητα φεγγάρια από την τελευταία νίκη του κόκκινου ανθρώπου αλλά αντί να ξαναβρούν την παλιά τους ελευθερία και να ξαναφέρουν τα βουβάλια πίσω στα λιβάδια, οι κόκκινοι άνθρωποι ηταν πλέον αιχμάλωτοι αποκλεισμένοι και περιορισμένοι στα πιο άγονα εδάφη μακριά απο την ιερή τους γη, φρουρούμενοι από τους στρατιώτες με τα μπλε καπέλα. Και ύστερα είχε έρθει εκείνος ο περίεργος άνθρωπος ο Βοβόκα. Μέσα του κατοικούσε το πνεύμα κάποιου αρχαίου σοφού σαμάνου. Ο Βοβόκα τους έπεισε να αρχίσουν να χορεύουν. Γιατί χάσαμε την γη μας; είπε ο Βοβόκα. Γιατί ξεχάσαμε τους παλιούς τρόπους. Πρέπει λοιπόν να πιούμε από το ζουμί των κάκτων και μετά να αρχίσουμε να χορεύουμε  και να μην σταματήσουμε τον χορό μέχρι να γυρίσουν πάλι πίσω τα πνεύματα των νεκρών μας και να γεμίσουν τα λιβάδια ξανά με βίσωνες. Ο λόγος του γεννούσε μέσα του μια ελπίδα επιστροφής. Ηχούσε στα αυτιά τους σαν το τραγούδι του κότσυφα την άνοιξη μόλις αρχίζουν τα κλαριά των δέντρων να πετάνε ξανά ανθάκια. Ο Βοβοκα διέτρεχε από καταυλισμό σε καταυλισμό λέγοντας τα ίδια λόγια καλώντας τους κόκκινους ανθρώπους στον χορό των φαντασμάτων. Και τον πίστεψαν. Ειδικά οι νέοι της φυλής του. Ο ίδιος δεν τον πίστεψε αλλά δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει. Έπρεπε εξάλλου κάποτε να ανακαλύψει το χαμένο του όνειρο. Έτσι ξεκίνησε να χορεύει μαζί με τους άλλους. Όλοι χόρευαν, όπως παλιά. Απλώνονταν στις πεδιάδες και χόρευαν και τα τύμπανα ηχούσαν μίλια μακριά και τα κουδουνάκια στις στολές και τα παράξενα κρόταλα που κρατούσαν οι σαμάνοι στα χέρια τους. Και τότε ανησύχησαν οι λευκοί. Είχαν περάσει δεκαπέντε χρόνια από τότε που εξεγέρθηκαν για τελευταία φορά οι Ινδιάνοι. Όλα είχαν τελειώσει πια. Τα λιβάδια ήταν δικά τους οι  Βίσωνες είχαν φύγει από την μέση και τίποτα δεν μπορούσε να εμποδίσει την ένωση της ανατολικής ακτής με την δυτική ούτε την εντατική καλλιέργειά τούτης της καλόβολης, εύφορης γης. 

Κάτι λίγοι Ινδιάνοι που είχαν απομείνει δεν ήταν εμπόδιο έτσι που τους είχαν κλείσει σε στρατόπεδα. Και τώρα τι ήταν πάλι τούτο το φαινόμενο από κει που είχαν ξεμπερδέψει με δαύτους; Ποιος τρελός ήταν αυτός που γυρνούσε τους καταυλισμούς και ξεσήκωνε τους άγριους να χορεύουν; Κι αν κάνουν πάλι εξέγερση και σφάξουν τους αποίκους; Γυναίκες γέροι και παιδιά κινδυνεύουν. Να φωνάξουμε τον στρατό, σκέφτηκαν.  Και ήρθε ο στρατός κι έστησε τα ωραία του κανόνια απέναντι από τις σκηνές των κόκκινων ανθρώπων και τους ζήτησε να σταματήσουν να χορεύουν. Αλλά εκείνοι δεν σταμάτησαν. Τότε οι στρατιώτες πλησίασαν τις σκηνές. Ήταν λίγες αυτές οι σκηνές. Λίγες και θλιβερές, απομεινάρια παλιάς, ξεπεσμένης δόξας, αφού πλέον δεν υπήρχαν βουβάλια για το δέρμα τους αλλά ούτε και ξύλα για να τις στήσουν σωστά καθώς τα δάση ανήκαν πλέον στους λευκούς. Οι κόκκινοι άνθρωποι μαζεύτηκαν μπροστά από τους στρατιώτες γυμνοί μέσα στο κρύο. Δεν είχαν σταματήσει να χορεύουν ακριβώς όπως τους είχε διδάξει ο προφήτης Βοβόκα. Οι στρατιώτες ένιωσαν απειλή. Οι περισσότεροι ήταν άμαθα από πόλεμο νεαρά παιδιά που απλώς υπηρετούσαν στο στρατό και δεν είχαν ξαναεμπλακεί σε μάχη με Ινδιάνους. Και όπως ο άπειρός είναι επικίνδυνος το κακό δεν άργησε να γίνει. Έπεσε η πρώτη τουφεκιά και μετά έπεσαν και άλλες. Οι κόκκινοι άνδρες πολέμησαν για ακόμα μια φορά τους λευκούς άνδρες. Για μια τελευταία φορά. Αλλά ο αγώνας ήταν φριχτά άνισος. Τα κανόνια βρόντηξαν και ξαναβρόντηξαν και μέσα σε δυο ώρες- ο ήλιος δεν είχε ανέβει ακόμα καλά στον ουρανό- δεν είχε απομείνει τίποτα από εκείνο το χωριό με τις σκηνές. Τριακόσια πτώματα κόκκινων ανθρώπων κείτονταν στο χιόνι.  Πολεμιστές αλλά και γυναίκες και γέροι και παιδιά. Ανάμεσα τους και ο Καθιστός Βούβαλος και το Μακρύ Πόδι. Μόνο ο ίδιος, αυτός εδώ, το Χαμένο Όνειρο, απέμεινε ζωντανός. Από κάποιο παράξενο γύρισμα της τύχης οι σφαίρες είχαν περάσει ξυστά από το κορμί του. Ίσως το Μεγάλο Πνεύμα να τον είχε κρατήσει λίγο ακόμα στην ζωή για κάποιον λόγο. Τίποτα άλλωστε δεν κάνει χωρίς λόγο το Μεγάλο Πνεύμα.1

 Και μιας και πλέον ήταν  ολομόναχος μέσα στο απέραντο σύμπαν, μιας και όλη η δική του γενιά και κάθε γνωστός του άνθρωπος, κάθε ψυχή είχε πεθάνει, δεν του απέμενε τίποτε άλλο να κάμει από το να χορεύει. Και χόρευε τρεις ημέρες. Χόρευε πάνω στο χιόνι, λίγα μετρά από κεί που έγινε η σφαγή στην τοποθεσία, Πληγωμένο γόνατο. Οι ανακουφισμένοι άποικοι δεν πρόλαβαν να ξαλαφρώσουν από το άγχος τους και σε λίγο ειδοποιούσαν πάλι τον στρατό. Να εκεί, ένας Ινδιάνος χορεύει. Ξανά αποστολή του Ιππικού για έναν αναθεματισμένο Ινδιάνο. Σιγά σιγά χωρίς να το αντιληφθεί ο ίδιος είχε γίνει αξιοπερίεργο θέαμα και κόσμος είχε μαζευτεί για να χαζέψει τον τρελό χορό του, τον χορό ενός αγρίου. Δεν μπορούσε ο ίδιος να τους δει αλλά τον είχαν περικυκλώσει σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων και τον επιτηρούσαν από εκεί μήπως  έχει κάπου κρυμμένα όπλα και πολεμιστές. Αλλά ύστερα κατάλαβαν ότι είναι απλώς ένας τρελός αναθεματισμένος άγριος που χορεύει υπό την επήρεια ναρκωτικών μέχρι να βγει η άπιστη ψυχή του. Και τον άφησαν, Και συνέχισε να χορεύει μόνος του μέσα στο χιόνι, τώρα πια όχι γιατί περίμενε να συμβεί κάτι έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν είχε πιστέψει στον Βοβόκα, χόρευε μόνο για να βρει τη απάντηση σε κείνο που το είχε πει ο σαμάνος όταν ακόμα ήταν παιδί και που αποτελούσε το ερώτημα που ταλάνιζε ολόκληρη την ύπαρξη. Ποιο επιτέλους ήταν το χαμένο του όνειρο; Αλλά τώρα  ο ήλιος είχε κρυφτεί ίσως και για πάντα και το Μεγάλο Πνεύμα δεν απαντούσε πιά στις προσευχές του. 

Ίσως και να είχε πλέον ξεχάσει πως να απευθύνεται στο Μεγάλο Πνεύμα. Οι καιροί είχαν αλλάξει και ο καιρός του κόκκινου ανθρώπου είχε παρέλθει και τα βουβάλια δεν θα ξαναγύριζαν πια και οι σκηνές δεν θα ξαναστήνονταν δίπλα στο ποτάμι. Ένα πεινασμένο κογιότ τον πλησίασε και άρχισε να τον μυρίζει έτσι όπως χόρευε. Εκείνος το αντιλήφθηκε αλλά δεν ήθελε να διακόψει τον χορό του. Ούτε όμως και το κογιότ έκανε κάποια απειλητική κίνηση.  Ήταν εξάλλου μόνο του κι εκείνο και περιπλανιόταν παν στην λευκή απεραντοσύνη όπως κι ο κόκκινος άνθρωπός με τον οποίο άλλωστε γνωρίζονταν καλά καθώς χιλιάδες χρόνια συμπορεύονταν πάνω σε τούτη την άγρια γη. Το κογιότ κάθισε στα δυο του πισινά πόδια σαν μαγεμένο από το ασυνήθιστο θέαμα  και περίμενε. Κι ύστερα ξάπλωσε πάνω στο χιόνι χώνοντας το μουσούδι του ανάμεσα στα πόδια σαν ζώο εξημερωμένο που περιμένει ήρεμα το αφεντικό του.  Το ένστικτο του του  έλεγε ότι σύντομα ο Ινδιάνος θα τελειώσει τον χορό του και τότε θα είναι αδύναμος πλέον και θα είναι ευκαιρία να του επιτεθεί. Και πράγματι έτσι έγινε. Ο Ινδιάνος τελείωσε απότομα τον χορό του. Το κογιότ τον είδε να σωριάζεται στο χιόνι και πλησίασε με φόβο καθώς χιλιάδες χρόνια εμπειρίας γραμμένα μέσα του το είχαν διδάξει να είναι επιφυλακτικό με τον άνθρωπο ακόμα και αν πρόκειται για έναν γέρο, μισοπεθαμένο Ινδιάνο.  Το κογιότ πλησίασε δειλά και άρχισε να μυρίζει τον Ινδιάνο. Σύντομα κατάλαβε ότι τούτος ο κόκκινος άνθρωπος ήταν νεκρός. Αλλά τότε συνέβη κάτι παράξενο: αντί το κογιότ να ξεσκίσει τις σάρκες του νεκρού Ινδιάνου όπως θα ανέμενε κανείς, εκείνο στάθηκε στα πισινά του πόδια εκεί δίπλα στον πεθαμένο σαν να φυλάει το κορμί του. Κι έμεινε εκεί πετρωμένο στην ίδια θέση μέχρι που έπεσε η νύχτα και το φεγγάρι ανέβηκε ψηλά στον ουρανό. Τότε το μοναχικό κογιότ σήκωσε  το μουσούδι του και ούρλιαξε προς το φεγγάρι ανατριχιαστικά λες και στο ουρλιαχτό εκείνο είχε αποτυπωθεί ολόκληρο το παράπονο κι ο θρήνος για την παλιά Δύση, για μια εποχή που τελείωνε, για έναν τρόπο ζωής που χανόταν για πάντα.... 

Ο Τελευταίος Ινδιάνος

του Γιώργου Σταφυλά