«Να ταξιδεύεις πάντα για να βρίσκεις τον εαυτό σου», σκεφτόταν τα λόγια του παππού του καθώς ανέβαινε τα σκαλιά στο πλακόστρωτο. Ωραίος τύπος ο παππούς! Όταν ήταν ακόμη μικρός πήγαιναν μαζί βόλτα με τη βάρκα και του διηγούνταν ιστορίες από τα ταξίδια του, τα τελευταία όμως  χρόνια  είχε γίνει δύστροπος καθώς πάλευε με την άνοια και όλο και πιο σπάνια αναγνώριζε τους οικείους του. Μόνο η συγχωρεμένη η γιαγιά και τα τραγούδια τους δεν έσβησαν ποτέ από τη μνήμη του παππού.

                                                         
Ανέβηκε και το τελευταίο σκαλί, χωρίς να είναι σίγουρος για το πού θα έπρεπε να βρίσκεται. Μια γυναικεία φιγούρα φάνηκε πίσω από τη βουκαμβίλια. Μόλις την είδε, δίστασε ξανά και θέλησε να φύγει…


«Ήρθες επιτέλους! Έχεις ιδέα πόσο καιρό σε περίμενα;», του φώναξε ενώ εκείνος παρατηρούσε τα μεγάλα καστανά της μάτια που γυάλιζαν στο φως του ήλιου.


«Γιατί μ' αγαπάς ακόμα; Δε βλέπεις ότι είμαι από άλλο κόσμο;», της είπε καθώς πλησίασε κοντά της.


Εκείνη χαμογέλασε, του χάιδεψε το πρόσωπο και έπειτα κοίταξε κάτω για να κρύψει τη θλίψη. Χαμογέλασε ξανά και τον τράβηξε από το χέρι. « Πάμε! Έχω τόσα να σου πω…».


Σε όλη τη διαδρομή μιλούσε μόνο εκείνη. Μιλούσε χωρίς να λέει κάτι συγκεκριμένο.


«Πρέπει να φύγω!», της είπε ενώ κοιτούσε προς τη θάλασσα.


«Το ξέρω! Αυτό κάνεις πάντα! Φεύγεις… Σου έγραψα κάτι…» Του έβαλε στο χέρι ένα διπλωμένο χαρτί. Δεν την ξαναείδε από τότε.


Καθόταν δίπλα στο παράθυρο κι άκουγε την καλοκαιρινή μπόρα. Το περβάζι ξεχείλιζε από το νερό ενώ αυτός άδειαζε μέσα του… Κρατούσε στα χέρια του το διπλωμένο χαρτί. 


«Να ταξιδεύεις πάντα για να βρίσκεις τον εαυτό σου» . 


Είχε ακολουθήσει τη συμβουλή του παππού του. Εδώ και χρόνια τυφλός και καθηλωμένος στην καρέκλα είχε κάνει τόσα ταξίδια χωρίς να φύγει ποτέ από τους τέσσερις τοίχους του δωματίου του. Σε κάθε ταξίδι άφηνε κι ένα κομμάτι του εαυτού του…

Ο ταξιδευτής

της Ράνιας Ορφανάκου

© 2019 by Achilleas and Camilo