«Γιατί δεν υπάρχουν μαύροι στα Φιλαράκια;» αναρωτιόταν ο καλός Μάικλ Μουρ θέλοντας να καταδείξει τη βαθιά ρατσιστική φύση της σύγχρονης Αμερικής. Γκρινιάρης και αντιδραστικός πάντα ο Μάικλ είχε τα δίκαια του, διότι το μεγαλύτερο ρίζωμα του ρατσισμού δεν είναι οι κορώνες που εκτοξεύονται από τους πάσης φύσεως γραφικούς, αλλά η υποδόρια παρουσία του σε κάθε τι που προβάλλεται ως mainstream.

Η Ελληνική λογοτεχνία στα τέλη των nineties δεν σημαδεύτηκε μόνο από την τραγική ποιότητα της αλλά και την εκμετάλλευση παντός στερεοτύπου ώστε να διαβεί το Ρουβίκωνα της εμπορικότητας (τρομάρα της). Προς αποφυγή παρεξήγησης είμαι εναντίον οποιασδήποτε πολιτικής ορθότητας και λογοκρισίας στην τέχνη. Επομένως αυτό που αποκαλώ «ρατσισμό» έχει να κάνει με την εύκολη μεταχείριση των στερεοτύπων ώστε να καλυφθεί η κραυγαλέα αταλαντοσύνη του εκάστοτε γραφιά…

Μιλώντας λοιπόν για ατάλαντους, τα Ελληνικά γράμματα έβγαλαν πολλά φυντάνια εκείνη την εποχή, λίγο το παπατζιλίκι του Καστανιώτη, λίγο το «λεφτά υπάρχουν», βάλε και τις γεμάτες ντάνες, υπήρχε όχι μόνο μπόλικος χώρος για τον κάθε μπαγλαμά αλλά και ο προκάτ ενθουσιασμός της εύκολης συνταγής.  Στο τραγικό «Γιατί σκότωσα την καλύτερη μου φίλη», για παράδειγμα, η Αμάντα Μιχαλοπούλου παραδίδει έναν αφηγηματικό αχταρμά όπου ο συνεκτικός κρίκος είναι η απόπειρα βιασμού των ηρωίδων από έναν Αλβανό.

 

Νεοελληνική αυθαιρεσία πάνω σε Ελενίτ κατασκευή καθότι εκείνη την περίοδο, πριν οι γείτονες αποκτήσουν σχεδόν ισότιμο στάτους με τους γηγενείς στη συνείδηση της κοινωνίας, αποτελούσαν περίπου το συνώνυμο του Μαρκ Ντιτρού και η Αμάντα μας με το μυαλό που διέθετε μάλλον θα δυσκολεύτηκε να βρει ένα πιο πρωτότυπο τουίστ…

Από κοντά και ο έτερος ανεκδιήγητος Μαμαλούκας που σε μια ληστεία (ο θεός να την κάνει) χρηματαποστολής βάζει τον «ήρωα» του να σαπακιάσει ένα «βρωμιάρη» Αλβανό καθώς η προσφυγή σε κάποιον Γεωργιανό ή Ρώσσο οπωσδήποτε θα βραχυκύκλωνε το αναγνωστικό μαντρί, για να το θέσω πιο απλά: Αφού έτοιμη την έχουμε την αφηγηματική ευκολία που να ψαχνόμαστε ρε αδερφέ;

Ξαναλέω, ποτέ άλλοτε ο παρατεταμένος λογοτεχνικός Μεσσαίωνας που περνούν τα ελληνικά γράμματα με τυχάρπαστους, πηγαινελατζήδες και κατά τεκμήριο ανίκανους «Συγγραφείς» δεν συνδέθηκε τόσο στενά με μια τόσο επιφανειακή αποκωδικοποίηση της πολυσύνθετης Ελληνικής πραγματικότητας. Για τον λόγο αυτό ακριβώς προσέφυγα στα λόγια του Μάικλ Μουρ στην αρχή του άρθρου.

 

Και φυσικά όπως σε κάθε κανόνα υπάρχει η εξαίρεση, ας μνημονεύσω το αντιπαράδειγμα του Στέφανου Δάνδολου με τον τίτλο «Και φόρεσαν χειροπέδες στα πουλιά». Ένα συχνά ξεκαρδιστικό ψυχαναλυτικό οδοιπορικό που ξεκινάει με μια αυτοκτονία για να φτάσει στα Τίρανα της εποχής εκείνης με τον ήρωα να πασχίζει να διαχωρίσει τις πολλαπλές ταυτότητες του καταλήγοντας πως είναι πουλί. Αυτό μάλιστα!

 Προσοχή λοιπόν στους γκαζμάδες, προσοχή στους φελλούς και καλές αναγνωστικές απολαύσεις μακριά από συνταγές εύκολου εντυπωσιασμού…

Ο ρατσισμός στη νέα Ελληνική Λογοτεχνία

του Αχιλλέα Σωτηρέλλου

© 2019 by Achilleas and Camilo