Άνοιξε την πόρτα του συνοδηγού. Τα άδεια τενεκεδάκια κύλησαν από τη χρησιμοποιημένη σακούλα κήπου, χρώματος πράσινου —σαν ξεθωριασμένο γρασίδι— με χωμάτινους σπίλους. Έσκυψε, νιώθοντας όλο το βάρος των χρόνων του να συγκεντρώνεται στη βάση της σπονδυλικής του στήλης, εκεί, ανάμεσα στον έκτο και τον έβδομο σπόνδυλο. Τέντωσε το χέρι του αργά, σαν σε αργή κίνηση. Το δέρμα του, στολισμένο με κηλίδες γήρατος, είχε ρικνώσει σαν να είχαν σχηματιστεί φολίδες. Έπιασε το πρώτο με τα ακροδάχτυλα. Οι παλάμες του ήταν αφύσικα μεγάλες σε σχέση με τη συμμετρία του κορμιού του. Λες και κάποιος τις είχε πάρει από ξένο σώμα και τις είχε βιδώσει στους καρπούς του. Τα δάκτυλά του μακριά, λιπόσαρκα, όμοια με κλαράκια γαζίας, είχαν κλείσει σαν μέγγενη, και ύστερα, με τα μάτια του καρφωμένα στην κίνηση, το έβαλαν στη σακούλα. Η ξαφνική ριπή του παγωμένου αέρα δεν τον εμπόδισε να επαναλάβει την κίνηση, με τους ίδιους πόνους να του υπενθυμίζουν παλιές αμαρτίες. Τότε που δούλευε αχθοφόρος στις προβλήτες του λιμανιού της Αλεξάνδρειας κι ύστερα σε εκείνες του λιμανιού του Πειραιά, όταν έφυγε κι εκείνος σαν φυγάς με τους Έλληνες της Αλεξάνδρειας. Είχε την αιγυπτιακή υπηκοότητα· ο πατέρας του γέννημα θρέμμα της Αλεξάνδρειας. Με τη μητέρα του, τη Νουβία από τη νότια Αίγυπτο, ήταν οι πρώτοι που είχαν μεταλαμπαδεύσει, εμφυσήσει, στεριώσει την ώσμωση των διαφορετικών πολιτισμών. Η πολυπολιτισμική βοή της πόλης ακουγόταν σαν μουσική του κόσμου, έθνικ ρυθμός, στα κάπως αστεία, λόγω μεγέθους και χρώματος αυτιά του, που έμοιαζαν σαν τραγανές ξεροψημένες  λαγάνες.  

Είχε ζητήσει πολιτικό άσυλο, την ώρα που αποβιβαζόταν με τους Έλληνες στο λιμάνι του Πειραιά. Τον κυνηγούσε το καθεστώς, είχε δηλώσει. Η αλήθεια είχε φωλιάσει στον γαλακτερό τρυφερό μοσχομυριστό κόρφο της Παταπίας, που τη φώναζε Πία, τις μικρές ώρες της νύχτας, όταν την τάιζε στο στόμα γλυκούς χουρμάδες στην πίσω αυλή του σπιτιού της, με τις αισθήσεις τους τεταμένες από τον φόβο της αποκάλυψης του δεσμού τους.  

Σήκωσε ευλαβικά τη σακούλα από το κάθισμα, υπολογίζοντας την αξία του αλουμινίου. Η πλάτη του είχε κυρτώσει έτσι, που έκανε τις τεφρές τιράντες της εργατικής φόρμας που φορούσε να πιέζουν τους πεσμένους του ώμους.  

Έκλεισε απαλά την πόρτα πίσω του. Κοίταξε το αυτοκίνητό του μειδιάζοντας. Δεν τον είχε προδώσει ποτέ· σύντροφος άοκνος, ακάματος, πάντα δίπλα του τις ώρες της λύπης και της χαράς. Το πολύτιμο εργαλείο της δουλειάς του. Παρέα όργωναν το παραλιακό μέτωπο μαζεύοντας μεταλλικά κουτιά, γυάλινα και πλαστικά μπουκάλια κι ύστερα, εξαργύρωνε τον κόπο του με τα κουπόνια από τα μηχάνηματα της περιβαλλοντικής εταιρείας, που ήταν στημένα έξω από τα σούπερ μάρκετ.  

Ο ήλιος, πίσω του, έριχνε τις ακτίνες του, ιριδίζοντας τη διάφανη πλαστική ύλη, κάνοντας το μυαλό του να γυρίζει πίσω να επαναφέρει σκηνές από τον πρότερο νεανικό βίο.  

Η οικογένειά της δεν είδε με καλό μάτι τον ερχομό τού Μοχάμεντ Μαχμούτ Αλί. Τι δουλειά είχε ένας αλλόθρησκος με τη μονάκριβη κόρη τους. Τους είχε ακολουθήσει στην Ελλάδα! Τι σκάνδαλο! Κι ας βαπτίστηκε χριστιανός, κι ας ονοματοδοτήθηκε ως Ευλάλιος. Προτίμησε βέβαια το «Γιώργος». Πιο εύκολο στην ελληνική αντίληψη.  

Έβαλε το πρώτο κουτάκι. Ο ιμάντας λειτούργησε, πήρε μαζί του το αντικείμενο μέσα στα σπλάχνα του για να το χωνέψει παράγοντας έναν ξηρό μεταλλικό ήχο σαν σύντομο βρυχηθμό. Η φωτεινή ένδειξη σημείωσε τον αριθμό 1 και από κάτω ευρώ 0,03. «Είδε» τα σαρκώδη χείλη της Πίας να τον φιλάνε, να τον δαγκώνουν, την «είδε» να τον πασπατεύει με τα εύθραυστα σαν κρύσταλλο χεράκια της, εκεί κάτω χαμηλά,  χαμογελώντας σαν να είχε πάρει το καλύτερο δώρο, κι αγκομαχώντας, προσπαθώντας να το βγάλει από το ελαστικό περιτύλιγμά του.  

Καινούριο κουτάκι. Αριθμός 2, ευρώ 0,06. Η Πία του είχε πει με μάτια που σπίθιζαν από τον πόθο: «Τα λέμε το πρωί». Εκείνο το πρωινό δεν ήρθε. Ακόμη το περίμενε.  Πενήντα χρόνια μετά. Τρίτο κουτάκι. 0,09. «Κατάφερα να γίνω πρόεδρος των ρακοσυλλεκτών Αθηνών», κάγχασε, βάζοντας το τσιμπούκι στο στόμα του και κοιτάζοντας το παραμορφωμένο είδωλό του στην εμαγιέ επιφάνεια του μηχανήματος. Τέταρτο κουτάκι. Αριθμός  4, ευρώ 0,12. 

Έφτιαξε λίγο τα μαλλιά του, τις άσπρες τούφες στα πλάγια της κεφαλής, φέρνοντας την ειδή της. Έτσι όπως την είχε δει αποτυπωμένη σε μια φωτογραφία προς πώληση, σε κάποιο φίλο-ιδιοκτήτη παλαιοπωλείου στην πλατεία Αβησσυνίας. Ντυμένη νυφούλα. Κι εκείνος ο ψηλέας δίπλα της, άραγε, από πού είχε ξεφυτρώσει; 

Ο Ρακοσυλλέκτης

του Άγγελου Χαριάτη