Σαν πιτσιρίκια όταν παίζαμε στην αλάνα κλέφτες και αστυνόμους εκείνος πάντα διάλεγε την πλευρά των καλών. Θυμάμαι κάποια Χριστούγεννα ο Άι Βασίλης άφησε κάτω από τα κλαδιά και τις αστραφτερές μπάλες του δέντρου ένα κουτί LEGO με θέμα το αστυνομικό τμήμα και περάσαμε όλες μας τις διακοπές φτιάχνοντας ιστορίες και λύνοντας εγκλήματα με τα πλαστικά κομμάτια. Κάποια τσικνοπέμπτη οι γονείς του δεν του χάλασαν χατίρι και ντύθηκε αστυνομικός, το ψεύτικο οκτάσφαιρο πιστόλι δεν σίγησε σε όλη τη διάρκεια του πάρτυ. Λίγο καιρό μετά στα γενέθλια του η τούρτα είχε σχήμα το σήμα του σερίφη, βλέπεις του άρεσε ο Λούκι Λουκ και αγαπημένη του τηλεοπτική σειρά ήταν εκείνη η γερμανική με τον υπαστυνόμο Ρεξ. Εκεί λίγο πριν την εφηβεία, στο πανηγύρι του χωριού ο παππούς του μας πήρε δώρο δυο αεροβόλα. Φάγαμε ένα καλοκαίρι σημαδεύοντας γατιά και περιστέρια από το μπαλκόνι του σπιτιού του μέχρι που κανένα ζωντανό δεν πλησίαζε την οικοδομή.

 

Και ύστερα μεγαλώσαμε… Στην αλάνα συχνάζαμε για να καπνίσουμε στα μουλωχτά και ο Άι Βασίλης μάς έφερνε φακελάκια με χρήματα αντί για δώρα, οι αποκριές ήταν μια ευκαιρία να ξενυχτήσουμε, ενώ τα γενέθλια και τα πανηγύρια για να πιούμε. Και στην τηλεόραση που αντηχούσε σε όλο το σπίτι όλο για πορείες, επεισόδια και καταστροφές ακούγαμε φευγαλέα, μα ποιος νοιαζόταν. Μια μέρα εκεί στο λύκειο μου ανακοίνωσε πώς θέλει να γίνει ματατζής, να πληρώνεται για να δέρνει χούλιγκανς και αναρχικούς όπως είπε χαζογελώντας.

 

Και τα χρόνια περνούσαν και όταν ήρθε η ώρα για τις πανελλήνιες εξετάσεις εκείνος δεν τα κατάφερε για λίγο να μπει στη σχολή αστυφυλάκων. Δεν τα παράτησε όμως και του χρόνου ξανά έδωσε εξετάσεις πετυχαίνοντας αυτή τη φορά το όνειρό του. Και κάπου εκεί, χαθήκαμε. Αυτός εσώκλειστος στην Κομοτηνή και εγώ να τριγυρνάω στη Θεσσαλονίκη.

 

Χρόνια μετά που είχε φθαρεί η ταυτότητα μου επισκέφθηκα το αστυνομικό τμήμα για να βγάλω καινούρια. Ενώ περίμενα για ώρα σε ένα στενό μισοπεθαμένο διάδρομο χωρίς παράθυρα να έρθει η δική μου σειρά, η πόρτα του ασανσέρ άνοιξε και δυο γεροδεμένοι αστυνομικοί σχεδόν έσερναν έναν άνδρα με πρησμένο πρόσωπο όσο εκείνος τους παρακαλούσε για λίγο νερό. Τον πέταξαν σαν τσουβάλι σε ένα πλαστικό κάθισμα λίγο πιο πέρα και ο καημένος ξεκίνησε να κλαίει. ''Σκάσε'', του φώναξε ο ένας από τους δυο αστυνομικούς δίνοντας του και μια κλωτσιά στα πόδια. ''Μην κλαψουρίζεις σαν αδερφή''. Πετάχτηκα κατευθείαν για να διαμαρτυρηθώ και τότε ο ίδιος αστυνομικός μου φώναξε να κοιτάω την δουλειά μου. ''Εδώ εγώ είμαι εξουσία''.

 

Δεν σώπασα και συνέχισα να διαμαρτύρομαι τόσο έντονα που αναγκάστηκε να με πλησιάσει επιθετικά για να μου βουλώσει το στόμα. Όταν ήρθε πιο κοντά, προς έκπληξη μου αναγνώρισα στο πρόσωπό του τον παιδικό μου φίλο. Φάνηκε να χάρηκε που με είδε και όταν του είπα να συμπεριφέρεται καλύτερα στους κρατούμενος γιατί αυτό που έκανε ήταν παράνομο, εκείνος μεταξύ σοβαρού και αστείου απάντησε πώς οι γύφτοι το μόνο που φοβούνται είναι το ξύλο. Άμα φάνε μια φορά ξύλο κάνουν καιρό να ξανά επιστρέψουν στο τμήμα.

 

Προς στεναχώρια μου τελικά είχε καταφέρει να κάνει το όνειρο του πραγματικότητα.

Concrete

Ο Παιδικός μου Φίλος

του Ιωάννη Χριστοφορίδη

© 2019 by Achilleas and Camilo