Εμπνευσμένο από τη ρίμα του Μανέτα

Ὅποιος θέλει ν’ ἀκούση καὶ νὰ μάθη

τὴ ρίμα τοῦ Μανέτα πῶς ἐστάθη,

μα ἤτανε στὴ Μῆλο παντρεμένος

καὶ καπετάνιος πρῶτος ξακουσμένος.

 

Ι

 

-Καπετάνιο, τι όμορφο που είναι το νησί μας. Με τα λευκά του σπίτια, την αχιβαδολίμνη και τον ήλιο του. Και η αδελφή σου πόσο συμπονετικιά είναι με όλους μας. Τώρα που θα την παντρέψεις και αυτή, ήρθε και η δικιά σου ώρα.

 

-Το λες ρε Κωσταντή, τα καράβια μου δεν τα προδίδω για τίποτα στον κόσμο αυτό.

 

- Και τα καράβια μετά ποιος θα τα πάρει καπετάνιο; Χρειάζεσαι καπετανόπουλο κι εσύ.

 

- Ο Θεός δίνει και αυτός αποφασίζει Κωσταντή. Εγώ άσπρισα μέσα στα καράβια. Ο Θεός δίνει κι αυτός παίρνει μόνο. Κανείς άλλος Κωσταντή, ακούς.

 

- Μη και θες να μονάσεις καπετάνιο μου;

 

- Όχι Κωσταντή, θεός φυλάξει. Εγώ που έχω σκοτώσει τόσους, όχι, πρώτα τα καράβια μωρέ. Πρώτα αυτά.

 

Είπε με στόμφο ο Γιωργής και σηκώθηκαν όλες οι τρίχες του Κωσταντή.

 

- Καλώς καπετάνιο μου, καλώς. Σχώρα με, αν σε τάραξα καπετάνιο. Σχώρα με.

 

Ο Κωσταντής σκύβει το κεφάλι του και απομακρύνεται. Ο καπετάνιος συνεχίζει το περπάτημα, μέσα στην Πλάκα, το μεγάλο οικισμό του νησιού. Συλλογιέται τον Κωσταντή του, τον πιστό του Κωσταντή. Είναι μαζί του από την αρχή σχεδόν όταν ήταν απλός ναύτης κι αυτός, δεν μπορούσε να του κρατά κακία. Τώρα ο Κωσταντής θα πλησιάζει στο σπίτι του. Θα σμίξει με τη γυναίκα του και τα μικρά του. Του έρχονται εικόνες από τα δικά του παιδικά χρόνια, στη Σμύρνη, που έπρεπε να χαθεί με την αδελφή του από προσώπου γης. Να μην τον χαλάσει ο πασάς. Τους κυνηγούσε όλους από τη γενιά του. Δεν ήθελε να μείνει κανένας Μητρόπουλος ζωντανός, “μήτε θηλυκός, μήτε αρσενικός επάνω στον τόπο τούτο”. Αυτοί που του χαλάσανε τη φαμίλια του και πήγαν να σηκώσουν κεφάλι, “Δεν έπρεπε να μείνει ρουθούνι”. Αυτό είπε και παραλίγο να τους ξεκάνει όλους. Αυτός και η αδελφή του πρόλαβαν μόνο να εξαφανιστούν. Αυτός και η αδελφή του, ξεβράστηκαν στη Μήλο, μόνοι, χωρίς κανέναν να τους καρτερά.

 

Με την πρόνοια του Θεού, που δεν αφήνει κανέναν, εμφανίστηκε ο πατέρας Ευσέβιος. Τους συμπόνεσε όπως γυρνούσαν στο νησί πεινασμένοι, χωρίς ένα ρούχο ολάκαιρο, να ζητιανεύουν για λίγο φαΐ. Έτσι γίνηκε πραγματικός πατέρας τους, άγγελος επί γης και προστάτης τους. Ο Γιωργής δεν ήθελε τα γράμματα, μόνο τη θάλασσα και ο πατέρας τον βοήθησε να μπαρκάρει σε ένα πλοίο. Σιγά-σιγά τα έμαθε όλα. Έτσι έγινε πιλότος και επειδή ήταν πρώτος στη δουλειά, όλοι τον σεβόντουσαν και τον άκουγαν για την κρίση του. Ανάγκασε τον κύρη, τον καπετάν Σπανό, να τον κάνει καπετάνιο του και μετά από λόγο καιρό να γίνει μέχρι και συνεταίρος του. Ο Γιωργής δεν ήθελε να μείνει συνέταιρος, ήθελε δικό του πλοίο, κατά δικό του. Με υπομονή και επιμονή έχτισε το πρώτο, την “Αρετή” και ύστερα το δεύτερο, την “Υπομονή” και μετά από δυο-τρία χρόνια έκανε άλλα τρία πλοία. “Εγώ έχω πεντακόσια άτομα στα πληρώματα και εφτά γαλιότες1”, σκέφτεται, και φέτος θα χτίσω κι άλλη. Κουρσάρος μπορεί να είμαι, αλλά μόνο με την Τουρκιά τα έχω, γρέκικο καράβι δεν πειράζω εγώ. “Πρώτος στη φωτιά ξεχύνομαι”, έτσι να βλέπουν οι ναύτες μου και να πέφτουν μαζί μου. Μέχρι και ο Μοροζίνης με θαύμασε και με έκανε κολονέλο του και παράσημο μου έδωσε της Γένοβας, σε εμέ τον Γιωργή, το Σμυρνιό. Τα πλοία, αυτά με κάναν κύρη. Έτσι κάποια μέρα θα αναγκαστούν οι Κρίσποι να μου δώσουν τον τίτλο μου. Έτσι θα γίνω τρανός εγώ. Γι’ αυτό δε τα θέλω προξενιά, εγώ θα γίνω πρώτος μόνος μου, να μου λεν μετά εμείς σε κάναμε άνθρωπο, όχι. Αυτά συλλογίζεται καθώς προχωρά για σπίτι του.

 

Σε τρεις μήνες πάλι στη θάλασσα, το ντολβέτι θα βγει να μαζέψει τους φόρους του κι εγώ πάλι θα είμαι να τους πάρω. Έτσι θα κάνω το όγδοο πλοίο εγώ και θα βάλω γραμμή για το επόμενο. Άσε τους άλλους να χαλάνε τα γρόσια τους στο πιοτί και στον ποδόγυρο.

 

Συνεχίζει το περπάτημα του, βραδύνει το βήμα του. Είναι κορδωμένος με τα χέρια στην πλάτη και οι νοικοκυραίοι τον χαιρετάνε, άλλοι με δουλικότητα, άλλοι με σεβασμό. Αυτός κορδώνεται κι άλλο.

 

- Καλησπέρα καπετάνιο μας.

 

- Ώρα καλή σου καπετάνιο μας.

 

Ανταποδίδει κι αυτός. Σταματά στη βρύση να πιει λίγο νερό κι εκεί τη βλέπει. “Τι κόρη είναι ετούτη Παναγιά μου”, λέει και η ψυχή του ξυπνά, τα μάτια του ανοίγουν και η καρδιά του χτυπά όλο δυνατότερα. Αυτή τον καταλαβαίνει και χαμηλώνει το βλέμμα της. “Τι πεντάμορφα μάτια είναι ετούτα – ξεφυσά -, γαλάζια σαν τη θάλασσα”. Αυτή προχωρά και ξεμακραίνει λίγο ακόμη και μπαίνει μέσα σε μια γαλάζια πόρτα. Συννεφιάζει λίγο σαν σκέφτεται ότι μπορεί να είναι λογοδοσμένη, αν είναι λεύτερη όμως, θα γίνει δικιά του.

 

ΙΙ

 

Εκείνο το βράδυ, ο Γιωργής, δεν μπορεί να βρει ησυχία. Τα μάτια της κόρης να τον κοιτούν με τόση αθωότητα τον γαλήνευαν και τον έκαναν να αισθάνεται όμορφα. Αυτά τα μάτια είναι παντού, ακόμη και όποτε κάνει να κλείσει τα δικά του. Ύπνος δεν του κολλάει, στριφογυρίζει στο ντιβάνι του. Βγήκε στην αυλή, δεν τον χωρούσε ο τόπος, είχε ένα πλάκωμα πάνω του, τα πόδια του δεν τον κρατούσαν, το πράγμα ήθελε σύνεση και σκέψη. Φόρεσε τη βράκα του και το πουκάμισό του και βγήκε από το σπίτι, άρχισε να κατηφορίζει στο σκοτάδι, με το φεγγάρι να τον οδηγεί, για τον Αδάμα, στο λιμάνι. “Τα πλοία να δω, να ηρεμήσω λιγουλάκι”, σκέφτηκε.

 

Το πρωί, σηκώθηκε νωρίτερα απ’ ότι συνήθως, το βασάνιζε η κόρη. Η μυρωδιά του φρέσκου ψωμιού του έσπαγε τα ρουθούνια, η μυρωδιά μαζί με το τραγούδι της Αρετής και της κυρά Τασίας ημέρεψαν λίγο το μυαλό του.

 

Σηκώθηκε και κατευθύνθηκε προς το μέρος που ακούγονταν το τραγούδι. Ανοίγει την πόρτα και χαζεύει τις δύο γυναίκες που είχαν μαλλιά τους δεμένα επάνω και με τα μανίκια τους ανεβασμένα επάνω από τον αγκώνα δούλευαν με τέχνη το ζυμάρι και του έδιναν σχήμα.

 

- Καλημέρα αδελφέ μου.

 

Του είπε η Αρετή χαμογελώντας.

 

- Καλημέρα αδελφή. Καλήμερα κυρά Τασία. Πω-πω τι μυρωδιές είναι αυτές. Ευλογημένοι να είμαστε.

 

- Καλημέρα καπετάνιο μας.

 

- Κυρά Τασία μπορείς να πας να μου φέρεις το σκουφί μου από μέσα.

 

- Ποιο καπετάνιο, το λευκό ή το μαύρο;

 

- Δεν έχω αποφασίσει ακόμη, φέρτα και τα δύο.

 

- Αμέσως καπετάνιο.

 

Ο καπετάνιος είχε ένα χούι αποκτήσει με τα χρόνια, ανάλογα με τη διάθεσή του φόραγε είτε το μαύρο σκουφί, αν είχε σκοτούρες ή το λευκό, αν η διάθεσή του ήταν πολύ καλή.

 

- Αδελφή μήπως ξέρεις την οικογένεια που μένει κάτω στο χωμένο σπίτι με τη γαλάζια πόρτα, δίπλα από την κρήνη;

 

-Καλοί άνθρωποι αδελφέ μου είναι και κοιτάνε τη δουλειά τους μόνο. Ο πατέρας της είναι ξενομερίτης σαν εμάς. Από τη Σέριφο είναι, έχουν και μια κόρη την Ανθή.

 

- Είναι δοσμένη, αδελφή;

 

Ρώτησε με ταραχή.

 

- Δεν την έχουν λογοδοσμένη απ’ ότι ξέρω, αδελφέ.

 

Ο Γιωργής δεν ήθελε να ακούσει τίποτε άλλο. Αγκαλιάζει την αδελφή του και της δίνει ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο. Μπαίνει μέσα η Τασία με τα σκουφιά στα χέρια, ο καπετάνιος παίρνει από τα χέρια της το λευκό σκουφί και ξεκινά για τον Ευσέβιο, στη Μέσα Παναγιά, έχει φτερά στα πόδια του. “Η πεντάμορφη Ανθή είναι για με, την θέλω δίπλα μου.”

 

Μπαίνει με φόρα μέσα στην εκκλησία και κοιτάζει να βρει με τα μάτια του τον παπά. Ακούει θόρυβο από το ιερό και κατευθύνεται προς τα εκεί. Τον βλέπει να κάθεται χάμω και να έχει ένα βιβλίο στο χέρια του, τον πλησιάζει και στέκεται δίπλα του. Βγάζει το σκουφί του, κάνει τον σταυρό του και του φιλάει το χέρι.

 

-Πατέρα έγκωσα, όλο στον πόλεμο είμαι, υπηρετώ τη γαληνότατη και το έθνος τους, θέλω να κάνω παιδιά πια, να συνεχιστεί το όνομά μου, να ζήσουν μια ζωή καλύτερη από εμέ.

 

Είπε με μια ανάσα. Ο Ευσέβιος σηκώνεται και ο καπετάνιος κάνει πίσω.

 

-Τι θες παιδί μου;

 

- Θέλω να πας να ζητήσεις την Ανθή του ξενομερίτη για εμένα.

 

- Η Ανθή είναι του ψαρά κόρη, δεν έχει να σου προσφέρει τίποτες. Γιατί την θές;

 

Ο καπετάνιος σφίγγει το σκουφί του.

 

- Πατέρα, δεν έχει τίποτες, μα την θέλω δίπλα μου. Γυναίκα μου, κυρά μου, καπετάνισσα.

 

- Εσύ Γιωργή παιδί μου - γλυκαίνει τη φωνή του - είσαι κύρης μεγάλος. Δεν θες να το ακούς τόσο πολύ, το κορίτσι δεν έχει τίποτες, ούτε καράβια, ούτε άντρες, μήτε ο πατέρας της είναι τίποτες. Κοίτα την τύχη που βρήκα για την αδελφή σου, θα ζήσει στη Ζάκυνθο, σε σπίτι μεγάλο, δεν θα της λείψει τίποτε.

 

Ο καπετάνιος σφίγγει και άλλο το σκουφί του. και κοιτάζει τον παπά ίσα στα μάτια.

 

- Εγώ αν ήθελα προξενιό θα το ‘χα κάνει. Τόσοι με θέλουνε στο σπίτι τους μέσα. Σε εκλιπαρώ να πας να ζητήσεις την Ανθή για εμένα. Αυτή να θέλω.

 

Ο καπετάνιος μίλαγε και το κορμί του έκαιγε, το πρόσωπό του σπιθοβολούσε. Κάνει και σκύβει το κεφάλι του με ευλάβεια. Ο παπάς το έβλεπε το πάθος του, σηκώνεται και κάνει το σήμα του σταυρού και και με φωνή επίσημη λέει.

 

- Καπετάν Γιωργή Μητρόπουλε, θα πάω να τη ζητήσω. Η Ανθή του ψαρά αφού τόσο την θες,θα γίνει γυναίκα σου.

 

 

ΙΙΙ

 

Οι άνθρωποι ξυπνούσαν από το μεσημεριανό τους ύπνο, oι γυναίκες μαζεύονταν γύρω από τα σκαλάκια στα σπίτια τους. Ένα βουητό μεταφέρονταν από τη μια μάντρα στην άλλη. “Ο καπετάν Γιωργής λογοδόθηκε με την Ανθή, του ψαρά”. Οι γυναίκες. στις κουβέντες τους, ρωτούσαν να μάθουν πώς έγινε αυτό, που την είδε, πριν πόσο καιρό. “Μεγάλο πράγμα τέτοιος γαμπρός, τόσα πλοία, τόσα γρόσια, καλή αδελφή, ζωή χαρισάμενη θα περάσει η Ανθή μαζί του”.

 

Ακόμη και οι άρχοντες στα σπίτια τους συζητούσαν για αυτό το σμίξιμο, δεν μπορούσαν να δεχθούν πως έγινε. Μπορεί ο καπετάνιος να μην ήταν από αρχοντική οικογένεια, ήταν όμως πιστός στο δουκάτο. Ο στόλος του μεγάλωνε με τα χρόνια συνεχώς, σε λίγο θα έφτανε σε δύναμη τα πλοία του στόλου, και οι ναύτες του τον ακολουθούσαν πιστά. Είχε και φίλους αδελφοποιητούς στην Κρήτη, στην Πελοπόννησο και σε άλλα νησιά. Ακόμη τα χρόνια του Γιωργή είχαν περάσει και όλοι περίμεναν ότι δεν θα παντρευόταν, τόσα προξενιά του είχαν κάνει και αυτός πάντα κάθετος “Όχι, πρώτα τα πλοία μου, μετά το σπίτι μου και βλέπουμε για εμένα”.

 

Οι κουβέντες συνεχίζονταν αλλά δεν έμπαιναν ούτε στο σπίτι του Γιωργή ούτε στης Ανθής, μόνο στον Ευσέβιο έφτασαν. Αυτός αποκρίθηκε, “Αφού θέλει την παιδούλα, αυτή θα πάρει. Είναι πιστός στο δουκάτο μας και θα κάνει αυτό που θέλει”, έστρεψε την πλάτη και βυθίστηκε πάλι στις προσευχές του.

 

Ο Γιωργής, με το μαχαίρι με την ασημένια λαβή να λαμποκοπά στη μέση του και την αδελφή του στα δεξιά του κατευθυνόταν στο σπίτι του πεθερού του. Λαχταρούσε να δει το πρόσωπό της να του χαμογελά, χτύπησε την εξώπορτα με δύναμη και η πόρτα άνοιξε σχεδόν αμέσως.

 

- Έμπα μέσα καπετάνιο.

 

Είπε η κυρά Δήμητρα αυθόρμητα. Η πλεξούδα από τα μαλλιά της ανέμιζε. Είχε τέτοια χαρά που θα ‘κανε τέτοιο γαμπρό. “Μεγάλη τύχη για την κόρη μας”, έλεγε στον άντρα της τον Αντώνη.

 

- Γεια σας,

 

Αναφώνησε με τη βροντερή φωνή του και μπήκε ο Γιωργής με την αδελφή του και συνέχισε.

 

- Θέλω να πάρω την Ανθή να πάμε κάτω στο λιμάνι, θα δει τα πλοία μου και τους ναύτες μου. Θα γίνει κυρά μου. Πρέπει να την μάθουνε, να τη σέβονται και να την τιμούν.

 

- Όπως προστάζεις καπετάνιο, είπε ο πατέρας της Ανθής.

 

Τώρα περπατούσαν οι τρεις τους κάτω στο λιμάνι και κατευθύνονταν στο αγκυροβόλι των πλοίων του. Ο Γιωργής φέρνει τα χέρια στο στόμα του σα χωνί,

 

- Θοδωρή καμάρι της Αρβανιτιάς, κατέβα κάτω.

 

Κατέβηκε από τη γαλιότα ένα κοντός μαυριδερός ηλιοκαμένος νέος με μια ουλή στο αριστερό του μάγουλο και τρέχοντας πήγε μπρος στο Γιωργή. Αυτός έσκυψε στο αυτί του Θοδωρή που άκουγε με προσοχή, μετά τινάχτηκε και άρχισε να τρέχει από το ένα πλοίο στο άλλο και να μιλάει στους ναύτες. Μερικοί από αυτούς κατέβηκαν από τα πλοία και άρχισαν να τρέχουν μέσα στα στενά της πόλης. Βοή άρχισε να ακούγεται. Άνθρωποι με πολύχρωμα ρούχα σε μπουλούκια έφταναν μπροστά στα πλοία του Γιωργή κάποιοι από αυτούς πήγαν κατευθείαν στον καπετάνιο και άρχισαν αν του μιλούν ενώ άλλοι άρχισαν να μαζεύουν τους ναύτες. Μια φρουρά φράγκων, με τις γυαλιστερές τους πανοπλίες, εμφανίστηκε στο λιμάνι και αφού ο λοχαγός τους μίλησε με το Γιωργή απομακρύνθηκαν αμέσως. Έκατσαν σε απόσταση να επιβλέπουν τη μάζωξη.

 

- Φοβούνται ότι θα κάνουμε επανάσταση και θα τους διώξουμε.

 

Είπε στις δύο γυναίκες χαμηλόφωνα, έχοντας το πρόσωπό του στραμμένο στη φρουρά των Φράγκων.

 

Σε λίγο όλοι οι ναύτες ήταν μπροστά από τα πλοία τους και περίμεναν να ακούσουν τις προσταγές του καπετάνιου τους. Αυτός στράφηκε στο πλήθος και με δυνατή φωνή, που τράνταξε το λιμάνι είπε:

 

- Αδέλφια σήμερα είναι μέρα χαρμόσυνη για το σπίτι μου. Θέλω να δείτε την Ανθή, τη γυναίκα που θα παντρευτώ. Θέλω να τη σέβεστε και να την τιμάται σαν εμένα.

 

- Καλά στέφανααα, καπετάνιοοο.

 

Ανταπάντησαν αυτοί φωνάζοντας με όλη τους τη φωνή δύναμη και χειρονομώντας.

 

- Αυτό ήθελα να σας πω, τώρα πηγαίνετε.

 

Ο κόσμος άρχισε να διαλύετε γρήγορα-γρήγορα. Άλλοι ξεκίνησαν για τα σπίτια τους και άλλοι για τα καπηλειά του λιμανιού. Σε λίγη ώρα είχαν μείνει οι τρεις τους να χαζεύουν τα πλοία και τους ναύτες που είχαν μείνει σε αυτά. Έτσι τράβηξαν και αυτοί το δρόμο τους. Ανέβηκαν προς την εκκλησία να πουν στον Ευσέβιο την καλησπέρα τους.

 

ΙV

 

Μπήκε ο Μάρτης, η εποχή που η Πύλη στέλνει τα πλοία της να μαζέψουν τους φόρους από τα νησιά. Τα πλοία άρχισαν να γεμίζουν τα αμπάρια τους με γρόσια καθώς πήγαιναν από το ένα νησί στο άλλο. Αυτή ήταν η εποχή που ο Γιωργής έβγαινε με τα πλοία του για να χτυπήσει τους Τούρκους.

 

Οι άνδρες της επιμελητείας συγκέντρωναν τα τελευταία τρόφιμα και καταμετρούσαν πολεμοφόδια για τα πλοία, Άλλοι ναύτες έκαναν ασκήσεις ώστε να είναι έτοιμοι για τη μάχη. Ο Γιωργής επέβλεπε όλες τις ετοιμασίες μέσα στα πλοία προσωπικά. Κοιτούσε τους μαραγκούς να κάνουν τις τελευταίες επισκευές όπου χρειάζονταν στα σκαριά. Πέρασε από το σπίτι του κάθε ναύτη για να μιλήσει με την οικογένεια του, να δει αν είχαν κάποια ανάγκη. Αρκετές φορές είχε μαζί του και την Ανθή του, να τον συντροφεύει και να μιλήσει με τις γυναίκες των ναυτών. Αυτό το κορίτσι ήξερε με την αθωότητά του να κερδίζει όποιον συναντούσε, έδειχνε να καταλαβαίνει ότι του έλεγαν. Οι ημέρες των προετοιμασιών ήταν πάντα δύσκολες, οι ναύτες, θα έφευγαν μακριά από τις οικογένειές τους, κάποιοι λίγοι έλεγαν ότι μπορεί να μη γύρναγαν, άλλοι χαίρονταν που θα έμπαιναν σε αυτή την περιπέτεια και με περιφάνεια έλεγαν ότι θα είναι με τον καπετάν Γιωργή, “τον πρώτο καπετάνιο του Αρχιπελάγους, τον καλύτερο καπετάνιο του Αιγαίου”. Σχεδίαζαν ήδη τι θα κάνουν με τα λεφτά που θα κέρδιζαν. Πρώτα οι Φράγκοι έλεγαν κάποιοι ψιθυριστά και μετά θα λογαριαστούμε και με την Πύλη.

 

Πέρασε και από το κάστρο ο Γιωργής να μιλήσει με τη διοίκηση. Δεν ήθελε να έχει προβλήματα στα νησιά μέσα στο Δουκάτο του Αρχιπελάγους. Κάθε βράδυ πέρναγε από το σπίτι του πεθερού του για να είναι με την Ανθή και να ημερεύει. Η γλύκα της ήταν βάλσαμο στην ψυχή του Γιωργή. Δεν μπορούσε να φανταστεί τον εαυτό του μακρυά της. Δεν ήταν παντρεμένοι ακόμη και δεν μπορούσε να ζει μαζί της. “Θα μας καταραστεί ο Θεός” έλεγε όποτε του έλεγαν γιατί δεν έμενε μαζί του, στο σπίτι του.

 

Προσπάθησε να σκεφτεί έναν τρόπο να την έχει μαζί του αλλά δεν έβρισκε. Η Ανθή πήγαινε σε κάτι μικροχώραφα που είχαν κάθε μέρα. Ο Κωσταντής, ναύτης του Γιωργή, την ακολουθούσε πιστά, να τη βοηθά σε ότι ήθελε.

V

 

Ο Ευσέβιος κάθονταν στο δεξί ψαλτήρι, με ένα κερί στο χέρι να τον φωτίζει και να βλέπει το άγιο κείμενο και μουρμούριζε την προσευχή του ρυθμικά. Τα χρόνια δεν τον είχαν πάρει ακόμη, κάποιος θα μπορούσε να τον περάσει για μικρότερο, αλλά η γυαλάδα του προσώπου του έμοιαζε έτοιμη να τον εγκαταλείψει. Καθώς ετοιμάζοταν να γυρίσει σελίδα στο ευαγγέλιο, ένα τρίξιμο ακούστηκε και η εξώπορτα του ναού άνοιξε. Ο παπάς έστρεψε το βλέμμα του να δει ποιος τον ζητούσε

 

- Καλώς τον καπετάνιο!

 

- Καλησπέρα πατέρα!

 

- Τι χρειάζεσαι παιδί μου;

 

- Πατέρα, έφερα τους φόρους.

 

Φίλησε τις εικόνες. κινήθηκε προς τον παπά και άφησε στο ψαλτήρι ένα πουγκί καφέ από χοντρό ύφασμα που κουδούνισε έντονα καθώς άγγιξε το ξύλο. Ο Ευσέβιος το πήρε στα χέρια του, το άνοιξε και σιγά-σιγά άρχισε να βλέπει το περιεχόμενό του.

 

- Έχω δώσει παραγγελιά στο χρυσικό να ετοιμάσει ένα καντήλι όλο χρυσό, τάμα στη χάρη της Παναγιάς, να με προσέχει.

 

- Να κάνεις παιδί μου. Θα ζητώ κι εγώ από τη Χάρη της.

 

- Αύριο μπαρκάρουμε, πατέρα, θέλω να γυρίσω γερός, να παντρευτώ το κορίτσι. Θέλω ακόμη να μου τη φυλάς, μην το πειράξουνε.

 

-Δεν έχεις βάλει τον Κωσταντή, να ναι μαζί με την Ανθή παιδί μου;

 

Ρώτησε ο Ευσέβιος στρίβοντας το κεφάλι να δει το Γιωργή.

 

- Ο Κωσταντής είναι καλός, θα κάνει όπως προστάζω. Θα λείψω μήνες όμως και επειδή μια τέτοια δουλειά είναι δύσκολη, θέλω και εσύ να βλέπεις.

 

- Καλώς παιδί μου, μείνε ήσυχος.

 

Είπε κάπως αφηρημένα, καθώς μετρούσε τα νομίσματα. Ο Γιωργής πλησίασε τον Ευσέβιο να του ασπαστεί το χέρι. Μετά έκανε ένα βήμα πίσω, έκανε το σταυρό του, φίλησε τις εικόνες κι έφυγε ήσυχος.

VI

 

Τα πόδια της Ανθής πάταγαν με δύναμη στο έδαφος, τάχυναν συνεχώς, αισθανόταν ότι ήθελε να πετάξει. Nαι, ήθελε να πετάξει, να γίνει πουλί και να φύγει μακριά. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα και κόκκινα από τα κλάματα. Σκέψεις τη βασάνιζαν, “γιατί;” “τι κακό έκανε;”. Πίσω της έτρεχε ο Κωσταντής αγκομαχώντας. Προσπαθούσε να τη φτάσει, μα όσο την πλησίαζε αυτή τόσο τάχυνε την τρεχάλα της και απομακρύνονταν μακριά του. Η απόγνωση ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

 

-Κυρά!, φώναζε αυτός.

 

Η Ανθή δεν άκουγε τίποτε έτρεχε κι άλλο μακριά του. Και ο κόσμος κοίταζε και έλεγε “Αυτή γιατί τρέχει έτσι; Τι έπαθε; Που τα έχει όλα τώρα”.

 

Σε λίγο φάνηκε το σπίτι του καπετάνιου στο δρόμο. Ανέβηκε τα σκαλιά, άνοιξε την πόρτα, πήρε μια ανάσα και προχώρησε στο πάνω πάτωμα. Άνοιξε την πόρτα της κάμαρας και μπήκε μέσα. Έπεσε επάνω στο κρεββάτι και άρχισε να κλαίει δυνατά, γεμάτη αναφιλητά. Τα μαγουλά της έκαιγαν, το κεφάλι της πήγαινε να σπάσει. Χτυπούσε τα ανοιγμένα της χέρια στα στρωσίδια, αυτά λερώνονταν με το αίμα της. Η πόρτα της κάμαρας άνοιξε, μια φιγούρα την πλησίασε και ένα χέρι άγγιξε τα μαλλιά της. Η Ανθή κεραυνοβολήθηκε, γύρισε να δει ποιος ήταν και κουλουριάστηκε ενστικτωδώς.

 

- Τι έπαθες κορίτσι μου;

 

Ακούστηκε ζεστά η φωνή της Αρετής. Το χαμόγελό της Αρετής προσπάθησε να σβήσει την τρομάρα της κοπέλας. Η Ανθή τράβηξε τα χέρια της μπροστά στο πρόσωπό της. Η Αρετή πρόσεξε την ανοιγμένη πουκαμίσα της Ανθής, που ήταν σκισμένη πάνω στο στήθος και χαμηλά στο ένα μανίκι τραβηγμένη. Είδε και κόκκινα σημάδια επάνω στο λαιμό και στο πρόσωπό της. Είδε και τα ανοιγμένα χέρια της Ανθής.

 

-Τι έπαθες κορίτσι μου, ξανάπε αυτή, όσο γλυκότερα μπορούσε. Ποίος σε πείραξε και έγινες έτσι κίτρινη σα το κεράκι.

 

Η Αρετή έμεινε σιωπηλή να την κοιτά, ένα αίσθημα απόγνωσης άρχισε να την κατακλύζει καθώς σκέφτηκε τον αδελφό της να το μαθαίνει, θα γκρέμιζε ένα-ένα τα σπίτια του νησιού μέχρι να βρει αυτόν που του πείραξε το κορίτσι, όποιος και αν ήταν, γύρισε το πρόσωπό της και φώναξε,

 

-Κωσταντή! Που είσαι χαμένε εμφανίσου εδώ.

 

Τα βήματα του Κωσταντή ακούστηκαν και η πόρτα έτριξε καθώς άνοιγε να μπει. Περπατούσε στις άκρες των ποδιών του και είχε το πρόσωπό κατεβασμένο. Το χρώμα του ήταν άσπρο, τα δάχτυλα των χεριών του ήταν μπλεγμένα μεταξύ τους. Η Αρετή τον άρπαξε από τα μπράτσα και άρχισε να τον ταρακουνά, φωνάζοντάς του δυνατά,

 

- Κωσταντή, καταραμένε τι έκανες της νύφης μου;

 

Ο Κωσταντής τραβήχτηκε πίσω λίγα βήματα και άρχισε να σταυροκοπιέται.

 

- Εγώ κυρά, Χριστός και Παναγία, σου κάνω σταυρό πάνω στη φαμίλια μου. Να πεθάνουμε όλοι τώρα εδώ μπροστά σας! Τίποτα δεν έκανα ο μαυρόμοιρος.

 

- Τι έγινε τότες και είναι έτσι το κορίτσι μας;

 

- Δεν ξέρω κυρά είχα ξεμακρύνει λίγο να πάω να φέρω νερό και όπως γύριζα άκουσα φωνές. Η Αρετή φώναζε πνιχτά, “Μη! τι κάνεις; Άσε με.” Πετάω κάτω το κιούπι και αρχίζω να τρέχω και να φωνάζω, “Κυρά, έρχομαι”. Έβαλα τα πόδια στην πλάτη και πάνω στο λοφί βλέπω μια σκιά να ξεμακραίνει από την άλλη πλευρά. Η Ανθή ήταν σε μια ρίζα αφημένη, τραβώ το μαχαίρι μου και πήγα να πάρω τον ίσκιο από πίσω να δω τι ήταν! Όπως πάω την τρεχάλα την εβλέπω την Ανθή να σηκώνεται και να αρχίζει να τρέχει. Φοβήθηκα, αφήνω τον ίσκιο και την παίρνω από πίσω. Άρχισα να φωνάζω “Κυρά, κυρά” και αυτή μάκραινε. Σαν την έφτανα, αυτή ξεμάκραινε πάλι.

 

Η Ανθή όσο ο Κωσταντής διηγούνταν έτρεμε, φαινόταν σα χαμένη. Έτσι έμεινε αρκετή ώρα. Της έφερναν φαγητό μα δεν το άγγιξε. Προσπάθησε η Αρετή να την κανακέψει μα τίποτε πάλι. Όποτε την πλησίαζε, αυτή δεν άλλαζε στάση, έμενε άγαλμα. Η κυρά μήνυσε στους γονείς της Ανθής, ότι το κορίτσι θα έμενε σπίτι τους για να βοηθήσει σε κάτι δουλειές που είχαν. Όποιος ρώτησε για την τρεχάλα, του λέγανε για ότι είδε δυο που βγάλανε μαχαίρια να χτυπηθούν και αυτή φοβήθηκε. Η κυρά Τασία έμεινε άγγελος πάνω από το δόλιο το κορίτσι. Η Αρετή δεν ήξερε τι άλλο να κάνει, βγήκε από το σπίτι και κατευθύνθηκε στην εκκλησία.

 

Ο Ευσέβιος όπως κάθε μέρα ήταν στην εκκλησία του, προτιμούσε να είναι εκεί για να τον επισκέπτεται ο λαός, ακόμη και το φαγητό του εκεί το έτρωγε, μόνο όταν πήγαινε σε κάποιο νησιώτη ή σε καμία δουλειά των Κρίσπων δεν ήταν στο ναό. Το βράδυ κλείδωνε, έδιωχνε τον καντιλανάφτη, και έφευγε για το σπίτι του. Η εκκλησία με τις εικόνες και τα θυμιάματα, του άρεσε πολύ από μικρό παιδί. Εκεί ένιωθε ότι μιλούσε με το θεό, ηρεμούσε πολύ. Όλος ο κόσμος τον σέβεται τον παπά και τον εκτιμά, όχι σαν τον πατέρα του το μεθύστακα που όλοι τον κορόιδευαν. Του έρχονταν φευγαλέες εικόνες από το χωριό του, από το ξύλο που έτρωγε από τα άλλα παιδιά, γατί ήταν μικροκαμωμένος. Τώρα όλοι αυτοί που τον βαρούσαν, έρχονταν και του φιλούσαν το χέρι και ζητούσαν συγχώρεση, από αυτόν τον επίσκοπο Ευσέβιο, για τα παλιά τους κρίματα αλλά και για τα νέα. Ζητούσαν να πάρει ο Θεός τις αμαρτίες τους, να ζήσουν καλύτερα, να έχουν τη μεταθάνατο ζωή. Έτσι γίνεται τελικά, πρέπει να έχεις υπομονή. “Η υπομονή είναι αρετή και όποιος έχει υπομονή ο Θεός του δίνει κι άλλη”.

 

Η Αρετή βρήκε τον Ευσέβιο να κάθετε στην εκκλησία του, σε μια γωνιά μες στο σκοτάδι, ζαρωμένο, με το ευαγγέλιο στο χέρι και να διαβάζει μέσα από τα δόντια του. Το μούτρο του δεν ήταν καλά, τα χέρια του έτρεμαν και φαινόντουσαν πληγιασμένα.

 

- Πατέρα καλησπέρα, πώς είσαι;

 

- Καλά είμαι παιδί μου, μαθαίνω το λόγο του Θεού.

 

- Πατέρα ανησυχώ για την Ανθή, ήρθε πριν σπίτι μας φοβισμένη, κλείστηκε στην κάμαρη και δεν μιλά σε κανέναν. Έλα να την δεις και να την ακούσεις, εσύ που είσαι άνθρωπος του Θεού, σίγουρα θα σου αλαφρώσει την καρδιά της.

 

- Καλά παιδί μου θα έρθω το πρωί να την δω.

 

- Πατέρα έλα τώρα, δεν την βλέπω καλά, ανησυχώ μην πάθει τίποτα.

 

- Καλά παιδί μου, σε λίγο κινάμε για το σπίτι.

 

- Την ευχή σου πατέρα.

 

Έσκυψε και πήγε να του φιλήσει το χέρι, αυτός έκανε το σήμα του σταυρού και της έδειξε την εξώθυρα.

 

 

VII

 

Ο Ευσέβιος βρήκε την Αρετή να τον καρτερά στην πόρτα του σπιτιού, χαιρετήθηκαν και μπήκαν μέσα. Ανεβήκαν επάνω στο δωμάτιο που ήταν η Ανθή. Ανοίγει η Αρετή και βλέπει την κυρά Τασία να έχει πάρει αγκαλιά την Ανθή. Ο Κωσταντής ήταν κοντά τους, δεν έφυγε από το πλευρό της ούτε λεπτό “μια φορά έκανα το σφάλμα, αλλά όχι πάλι”, σκέφτονταν, ούτε στο σπίτι του δεν πήγε να δει την οικογένειά του. Όπως εμφανίζονται και οι δύο μαζί η Αρετή φεύγει από την αγκαλιά της Τασίας, και πηγαίνει σε μια γωνιά, κουλουριάστηκε, δυνατό τρέμουλο άρχισε να την κυριεύει. Βάζει τα χέρια μπροστά στα μάτια της και αρχίζει να φωνάζει και να παρακαλά να φύγουν από μέσα. Αρχίζει να καταριέται τον Ευσέβιο και να του λέει να φύγει. Δεν ηρεμεί με τίποτε, ο Κωσταντής με την Τασία πάνε να πιάσουν το κορίτσι που άρχισε να κουνά τα χέρια του πάνω κάτω και το πρόσωπο του μούσκεψε με μιας από το κλάμα.

 

- Τι είναι αυτά που λέει πατέρα; Εσύ να ‘χεις κάνει τέτοιο πράγμα;

 

- Να με κάψει ο Θεός παιδί μου. Δεν ξέρω τι λέει το κορίτσι, λες και έχει το σατανά μέσα της. Θα πιστέψεις αυτή ή τον πατέρα που σε μεγάλωσε.

 

- Δείξε μας Άγιε πατέρα. - είπε η Ανθή με όλη τη δύναμη που είχε η φωνή της - Δείξε μας τα χέρια σου πατέρα, εσύ που με έσπρωξες επάνω στην ελιά και άρχισες να με φιλάς και να μου λες να γίνω δικιά σου.

 

Το αίμα ανέβηκε στο κεφάλι του Ευσέβιου, οχτώ μάτια ήταν καρφωμένα επάνω του και καρτερούσαν μια απάντηση. Άρχισε να κοκκινίζει, σηκώνει το ένα μανίκι, πάει να σηκώσει το άλλο αλλά σταματά, φτύνει κάτω και τους γυρίζει την πλάτη.

 

- Εμένα δεν θα με κρίνεται εσείς, αλλά μόνο ο Θεός. Σας μάζεψα από τους δρόμους και σας έσωσα. Και πιστεύετε αυτή. Δεν πρόκειται να με ξαναδείτε εδώ μέσα.

 

Έφτυσε πάλι κάτω. Όλοι έχουν μείνει με το στόμα ανοιχτό να κοιτάνε. Πάει και η Αρετή και αγκαλιάζει την κοπέλα, άρχισε να κλαίει και αυτή μαζί της. Ο Κωσταντής βγήκε έξω μαζί με την Τασία και άρχισαν να σταυροκοπούνται και να λένε με μια φωνή “Πάτερ ημών, ο εν της ουρανής αγιασθήτω το όνομά σου και ελθέτω η βασιλεία σου, ...”

 

Ο Ευσέβιος, αντί να κινήσει για την εκκλησία του, κατευθύνθηκε στο σπίτι του. Δεν μπορούσε να ηρεμήσει, άρχισε να κάνει κύκλους στο δωμάτιο. Ο αέρας τον πείραζε, το φως τον ενοχλούσε, ακόμη και το ράσο του, τον έπνιγε. Το πρόσωπό του είχε γίνει κόκκινο. Τα μάτια του τον έκαιγαν. Προσπαθεί να βγάλει το ράσο και το σκίζει, πετάει το κουρέλι σε μανία σε μια γωνία. “Τα παλιοθήλυκα και τα δυο τους, οι οχιές, εγώ να έχω κάνει τα πάντα για αυτή την οικογένεια και αυτές να με αντιμετωπίζουν έτσι”. Έτσι όπως ήταν γυμνός κάθεται στο γραφείο του, παίρνει μια κόλλα χαρτί και αρχίζει να γράφει, το χέρι του άρχισε να τρέμει. Σταματά, κοιτάζει τα γραφόμενα και σκίζει το χαρτί. Το χέρι του είναι πιο σταθερό τώρα, ξεκινά νέο κείμενο, το τελειώνει και το κοιτάζει. Ξαναβλέπει τη γραμμένη σελίδα, την διπλώνει και τη σφραγίζει με κερί. Σηκώνεται και φορά το άλλο ράσο του. Πλένει τα χέρια του και το πρόσωπό του, παίρνει βαθιές ανάσες και ηρεμεί.

 

Κατεβαίνει στο λιμάνι να βρει το πλοίο του Γιωργή που αναχωρεί, ανεβαίνει επάνω και βρίσκει τον καπετάνιο, τον Ανδρέα. Ο καπετάν Ανδρέας, ένας πανύψηλος άνδρας με γκρίζους κροτάφους και δυνατά χέρια παίρνει το γράμμα. Τον ξορκίζει ο Ευσέβιος πώς το γράμμα είναι μόνο για τα μάτια του Γιωργή και κανενός άλλου, “Να δώσεις το γράμμα στα χέρια του καπετάνιου σου και μόνο”, ακούς, “Είναι πολύ σημαντικό”, του επισημαίνει. Κατεβαίνει από το πλοίο ο Ευσέβιος και φεύγει ανακουφισμένος για το σπίτι του. Ανάβει το καντήλι του και λέει την προσευχή του και πέφτει ήρεμος για ύπνο.

 

 

ΙΧ

 

Ο καπετάν Ανδρέας δίνει το γράμμα στα χέρια του καπετάν Γιωργή.

 

- Ποιός το στέλνει;

 

- Ο επίσκοπος καπετάνιο, ζήτησε να το φέρουμε όσο γίνεται πιο γρήγορα στα χέρια σου.

 

Ο Γιωργής συνέχισε να κρατά το γράμμα στη χούφτα του. Προχώρησε σε μια γωνία του πλοίου, οι ναύτες απομακρύνθηκαν από κοντά του, σπάει το κερί και ξεκινάει το διάβασμα. Σύντομο το μήνυμα χωρίς πολλά-πολλά, το διαβάζει μια φορά, το ξαναδιαβάζει. Τα μάτια του ανοίγουν και το ελεύθερο χέρι τραβά τη γενειάδα του.

 

- Όλα πρίμα καπετάνιο;

 

Ίσα που ακούγεται μια φωνούλα στα αυτιά του Γιωργή.

 

- Όλα πρίμα καπετάνιο;

 

Ξαναρωτά η φωνούλα, ο καπετάνιος γυρνά το κεφάλι και λέει στο ναύτη, αδιάφορα.

 

- Όλα πρίμα.

 

Στρέφει το κεφάλι του στο πέλαγος. Το χαρτί δεν το αφήνει από το χέρι του, το κάνει κουβάρι και το φέρνει μια πάνω μια κάτω στη χούφτα του. Μετά από μερικές στιγμές καίει το χαρτί στη φωτιά του πυρσού που είναι μόνιμα αναμμένη. Πάει κατά την πρύμνη να βρει τον Παναγή.

 

- Παναγή φώναξε το πλήρωμα που θέλω να τους μιλήσω.

 

- Αμέσως καπετάνιο.

 

Το πλήρωμα μαζεύεται όλο γρήγορα-γρήγορα, γύρω του σε ημικύκλιο, όλοι τον κοιτάζουν, περιμένουν να τον ακούσουν. Το βλέμμα του καπετάνιου συναντιέται με τους ναύτες του, τα μάτια του σπιθοβολούν. Χαϊδεύει τη γενειάδα με το δεξί του χέρι και περιμένει, κοιτάζει τους ναύτες του πάλι, στρέφοντας το κεφάλι του από δεξιά προς τα αριστερά.

 

- Άντρες - φωνάζει με όλη τη δύναμη που έχουν τα πνεμόνια του – άντρες. Θέλετε να χάσετε την πίστη σας;

 

- Όχι καπετάνιο! Απαντούν οι ναύτες.

 

- Άντρες - φωνάζει ξανά - θέλετε για κύρη σας τον Τούρκο;

 

- Όχι καπετάνιο! Απαντούν οι ναύτες πάλι και χτυπούν τα πόδια τους δυνατά στο κατάστρωμα.

 

- Άντρες - φωνάζει πάλι -, ποιόν θέλετε να προσκυνάτε;

 

- Κανέναν!

 

Φωνάζουν δυνατότερα χτυπώντας τα πόδια τους κάτω στο κατάστρωμα και χτυπώντας τα χέρια τους ρυθμικά, κάνοντας το πλοίο να κουνιέται.

 

- Μπράβο παλικάρια μου, απαντά ο Γιωργής.

 

Φωνές ακούγονται από τους ναύτες που ζητωκραυγάζουν.

 

- Αύριο θα δείξουμε τη δύναμή μας και θα δείξουμε ότι δεν φοβόμαστε κανέναν.

 

Οι φωνές δυναμώνουν κι’ άλλο.

 

- Κανέναν καπετάνιο.

 

- Αύριο, θα τους πάρουμε τα γρόσια και θα κάψουμε τα πλοία τους. Αύριο θα δείξουμε στην Πύλη τη δύναμη του στόλου μας. Και όλα τα γρόσια θα είναι δικά σας, για το γάμο μου δώρο.

 

Δεν ακούγονται πλέον φωνές, μόνο κραυγές και χτυπήματα δυνατά σε όλο το κατάστρωμα που κάνουν το πλοίο να κουνιέται ρυθμικά μια δεξιά, μια αριστερά.

 

- Ζήτω καπετάνιο μας. Να ζήσεις καπετάνιο μας και να ευτυχήσεις καπετάνιοοοοο μαςςςς.

 

 

Χ

 

Ο καπετάνιος, ανοίγει δυνατά την πόρτα του σπιτιού. Η αδελφή του με την Ανθή τον πλησιάζουν για να τον αγκαλιάσουν. Αυτός αρπάζει την Ανθή από το γιακά της με το ένα του χέρι και σπρώχνει την Αρετή δυνατά. Αυτή πέφτει με δύναμη πίσω χτυπώντας το κεφάλι της στον τοίχο και κάνοντας κρότο. Ο Γιωργής σφίγγει τα χέρια του, τα κάνει γροθιές και αρχίζει να χτυπά την Ανθή. Η Αρετή προσπαθεί να σταθεί στα πόδια βάζοντας το χέρι της κόντρα στον τοίχο. Κοιτάζει το κουβάρι των δύο σωμάτων και φωνάζει,

 

- Μη! Τι κάνεις; Γιατί τη βαράς!

 

Ο Γιωργής δεν ακούει τίποτε, συνεχίζει να χτυπά με όλη τη δύναμη των δύο χεριών του την Ανθή. Αυτή πέφτει κάτω, κάνει δεξιά-αριστερά το σώμα της προσπαθώντας να αποφύγει τις γροθιές του Γιωργή. Δεν μπορεί, γιατί ο καπετάνιος την πιέζει πιο πολύ με το βάρος του κορμιού του.

 

Η Αρετή μιλά όσο πιο δυνατά μπορεί,

 

- Άστη να! ΜΗ. Δεν σου έκανε τίποτε. Σταμάτα, θα τη σκοτώσεις.

 

Αυτός δεν άκουγε τίποτε. Συνεχίζει να χτυπά την Αρετή με τις γροθιές του στο πρόσωπο τώρα. Αυτές χαλάνε τώρα τα χαρακτηριστικά του προσώπου της., τα χείλη της έχουν ανοίξει, ένα κομμάτι δοντιού πετάγεται καθώς προσπαθεί να ανασάνει η κοπέλα. Τα μάτια της, γεμάτα δάκρυα, έχουν πάρει ένα κόκκινο έντονο χρώμα. Το σώμα της προσπαθεί να αντιδράσει, αλλά είναι σαν κλαράκι που συνθλίβεται μέσα στην καταιγίδα. “Γιατί;”, υπήρχε μέσα στο μυαλό της Αρετής, δεν είχε τη δύναμη να πει τίποτε. Το μπουρίνι την είχε πάρει και δεν την άφηνε.

 

- Σκρόφα, θα πεθάνεις σήμερα. Να μου κάνεις τέτοιο πράγμα, σε εμένα που σε ήθελα κυρά μου.

 

Μουρμούριζε καθώς τα χέρια του συνέχιζαν να χτυπούν το κορίτσι στο πρόσωπο και στο σώμα. Η ένταση, δεν έφευγε όμως, ο Γιωργής αισθανόταν ότι ήταν μέσα σε ένα πηγάδι και το φως δεν το έβλεπε, όσο βάραγε την Ανθή, το φως εμφανίζονταν σιγά-σιγά όσο χτυπούσε το αδύνατο σώμα της Ανθής.

 

- ΑΣΕ ΤΗΝ!

 

Έσκουζε τώρα η Αρετή, και η διαπεραστική της φωνή έκανε τους γειτόνους να βγουν από τα σπίτια τους για να δουν τι συμβαίνει. Ο Γιωργής, όμως συνέχιζε τα χτυπήματά του. “Θα πεθάνεις σκρόφα”, αυτή η σκέψη ήταν σφηνωμένη στην καρδιά του. Κάποια στιγμή εξαντλήθηκε η μανία του και ξεθηκώνει το μαχαίρι του. Αρχίζει να καρφώνει το κορίτσι με αυτό σε όλο του το σώμα. Το αίμα της μουσκεύει τα ρούχα τους. Ένα από τα χτυπήματα βρίσκει την Ανθή στο λαιμό και την αποτελειώνει. Δεν μπορεί πλέον να αισθανθεί τίποτε, ούτε αγάπη, ούτε πόνο, ούτε χαρά, ούτε λύπη. Το αίμα της Αρετής πέφτει στο πρόσωπο του Γιωργή κάνοντάς τον να ξεθολώσει. Η θυσία της κοπέλας αρχίζει να ηρεμεί το κτήνος που βρίσκεται στα σωθικά του καπετάνιου. Αυτός σπρώχνει το σώμα του κοριτσιού δίπλα του και σηκώνεται όρθιος. Το δωμάτιο είναι πια κόκκινο, λουσμένο στο αίμα.

 

Οι φωνές της Αρετής είναι πια άναρθρες, έχει γονατίσει και χτυπά τα χέρια της στο πάτωμα με όλη της τη δύναμη, αυτά ανοίγουν και μουσκεύουν το πάτωμα. Από τα μάτια της τα δάκρυα της δε σταματούν.

 

Πλησιάζει την Αρετή ο Γιωργής τώρα, συνεχίζει να κρατά το μαχαίρι σφιχτά στη χούφτα του.

 

- Τώρα και η σειρά σου.

 

Γρυλίζει απειλητικά αυτός. Σηκώνει το δεξί του χέρι και το κατεβάζει με δύναμη στο κεφάλι της αδελφής του. Αυτή όμως δεν πέφτει κάτω. Με το ίδιο χέρι την ξαναχτυπά στο πρόσωπο τώρα όμως, αίμα βγαίνει από το σκισμένο της δέρμα. Αυτή φτύνει το αίμα της πάνω στον αδελφό της και αρχίζει να βαρά το Γιωργή με όση δύναμη είχε μέσα της. “Πρέπει να τον σώσω, για χάρη του κοριτσιού”, αυτό σκεφτόταν.

 

- Ο παπάς τα έκανε όλα, φωνάζει τώρα. Αυτός πήγε να χαλάσει το κορίτσι σου. Ότι και να σου είπε είναι ψέματα. Και εσύ το σκότωσες το άμοιρο κορίτσι. Καταραμένος να είσαι φονιά.

 

Η Αρετή γυρνά στο πτώμα του κοριτσιού και το πιάνει σφιχτά στα χέρια της. Ο Γιωργής ξανακοιτά το δωμάτιο, οι τοίχοι είναι γεμάτοι αίμα, κοιτά και τα χέρια του που είναι και αυτά μέσα στο αίμα. Αισθάνεται τα σκισμένα του ρούχα. Πετά κάτω το μαχαίρι και πλησιάζει την αδελφή του, με τα δυο του χέρια αρχίζει να τις χτυπά και τις δύο μέχρι που τα σώματά τους χωρίζουν. Αυτή τον ξαναχτυπά.

 

- Ο παπάς τα έκανε όλα, ρώτα και τον Κωσταντή που ήταν εδώ, όταν τα είπε όλα ο παπάς. Καταραμένος να είσαι, ο Θεός δε συγχωρά το άδικο, ούτε σε αυτή τη ζωή, ούτε στην άλλη. Στην κόλαση θα πας καταραμένε.

 

Λέει αποφασιστικά. Ο καπετάνιος, ξαναπιάνει το σώμα της, δάκρυα τρέχουν από τα μάτια του, γονατίζει και αυτός δίπλα στην Ανθή και σκύβει επάνω της, την αγκαλιάζει, είναι ακόμη ζεστή. Η Αρετή τους αγκαλιάζει και τους δύο. Αυτός όμως τη σπρώχνει μακριά. Σκύβει και πιάνει το μαχαίρι του, ανοίγει την πόρτα και φωνάζει τον Παναγή, το ψυχοπαίδι του, να τον ακολουθήσει.

 

 

ΧΙ

 

Ο Γιωργής προχωρά τρεκλίζοντας, το πρόσωπό του είναι ακόμη μέσα στα αίματα. Τα μαλλιά του είναι ανακατεμένα, ιδρωμένα, κόκκινα και αυτά από το αίμα της Ανθής. Το στήθος του ανεβοκατεβαίνει συνέχεια μέσα από το σκισμένο του πουκάμισο, οι παλμοί του έχουν ξανανέβει πάλι. Στο χέρι του κρατά ακόμη το ασημένιο του μαχαίρι, γεμάτο στα αίματα. Μια σκέψη υπάρχει μέσα στο μυαλό του, “Γιατί;”. Ο Ευσέβιος είναι μεγάλη προσωπικότητα στον τόπο και ο λόγος του μετράει, αλλά αυτή την ατιμία δεν τη συγχωρεί ούτε ο Θεός, ούτε ο ίδιος. Οι Κρίσποι δεν θα του χαρίζονταν, θα τον κυνηγούσαν σαν σκυλί.

 

Ο κόσμος έβλεπε τον Γιωργή και έκανε τον σταυρό του, κανένας δεν τόλμησε να του μιλήσει. Μόνο ο Παναγής έστεκε κίτρινος δίπλα του, τρέμοντας από το φόβο του. Άρχισαν να ανεβαίνουν τα σκαλιά και να ταχύνουν το βήμα τους και οι δύο.

 

Σε λίγο ήταν έξω από την εκκλησιά, ο ήλιος τη χτύπαγε και το λευκό της χρώμα την έκανε επιβλητικότερη. Χτύπησε την πόρτα με δύναμη και αυτή άνοιξε στα δύο. Ο νεωκόρος πήγε να μπει στη μέση, αλλά ο Γιωργής γρυλίζοντας τον αρπάζει και τον πετάει προς την πόρτα. Ο Ευσέβιος βγαίνει από το ιερό και παγώνει στη θέα του Γιωργή.

 

- Τι θες εδώ;

 

Ο Γιωργής έστρεψε το βλέμμα του σε αυτόν και ο Ευσέβιος τρόμαξε. Γιωργής με δύο δρασκελιές τον φτάνει. Το γρύλισμα του Γιωργή δυνάμωνε καθώς άρπαξε τον παπά από το λαιμό και τον ξάπλωσε κάτω με το χέρι του. Ο Ευσέβιος άρχισε να πνίγεται και να τινάζει τα πόδια του για να ξεφύγει και με τα χέρια του να χτυπά με όλη του τη δύναμη το Γιωργή σε όλο του το σώμα. Ο Γιωργής στοιχειό πραγματικό, χωρίς ανθρώπινες αξίες πλέον, χωρίς επιθυμίες, χωρίς τίποτε να το συνδέει με αυτό τον κόσμο. Δεν ήθελε τίποτε, δεν περίμενε τίποτε. Ο παπάς άρχισε να λερώνεται από τα αίματα από τα ρούχα του Γιωργή.

 

- Γιατί πατέρα μου το έκανες αυτό; Γιατί;

 

Είπε και άρχισαν τα μάτια του να τρέχουν δάκρυα πάλι.

 

Ο Ευσέβιος άρχισε να ψελλίζει και να φτύνει μαζί.

 

- Εγώ μιλάω με το Θεό, μόνο σε αυτόν λογοδοτώ και όχι σε εσένα ή άλλον.

 

- Τότε θα πας να τον εβρεις να του τα πεις.

 

Είπε ο Γιωργής και άρχισε να καρφώνει με το μαχαίρι του τον παπά σε όλο του το σώμα. Αυτό άρχισε να πάλετε και το κάτουρο του ενώθηκε με αίμα του.

 

Ο νεωκόρος άρχισε να ουρλιάζει και να καταριέται.

 

-Βλάσφημε, θα πας στην κόλαση, το σώμα σου δεν θα λιώσει ποτέ.

 

Ο Γιωργής χωρίς να τον ακούει, συνέχιζε να καρφώνει τον παπά, σε όλο του το σώμα. Μετά από λίγο σηκώθηκε ο Γιωργής, βλέπει το πρόσωπο του Ευσέβιου, γεμάτο αίματα με το στόμα του ανοιχτό να χάσκει, τα μάτια του γουρλωμένα. Νεκρός και πεσμένος μπρος στο ιερό της εκκλησίας του.

 

Κινήθηκε στο ιερό και μπήκε μέσα, πήγε μπροστά στην εικόνα του παντοκράτορα, γονάτισε, κατέβασε το κεφάλι του και το έχωσε ανάμεσα στα χέρια του,

 

-Θεέ μου σχώρα με, για τα κρίματά μου.

 

Στράφηκε στον Παναγή. Έβγαλε ένα πουγκί γεμάτο χρυσά νομίσματα και του το δώσε.

 

- Πήγαινέ το στην αδελφή μου και πάρε την να φύγετε από εδώ. Να πεις στο Νίκο, ότι προστάζω να φύγετε με το καράβι, τώρα, να πάτε στην Μάνη, στον Γιαννάκη τον πρόκριτο, τον αδελφοποιητό μου. Να του πεις ότι “τον παρακαλώ και του ζητώ να την φροντίσει και από κει να τη στείλει στον άντρα της, ασφαλή”.

 

Ο μικρός πήρε τα λεφτά και έφυγε τρέχοντας.

 

Κανείς δεν τολμούσε να πλησιάσει την εκκλησία του φονικού. Μια φρουρά πήρε εντολή και πήγε να δει τι συνέβαινει. Οι στρατιώτες βρήκαν το σώμα του Ευσέβιου μέσα σε ξεραμένο αίμα και το σώμα του καπετάν Γιωργή να χάσκει τη θάλασσα, με το ασημένιο του μαχαίρι καρφωμένο στην καρδιά του.

Concrete
boatswain-with-pipe-sea-captain-marine-o

Ο Καπετάνιος

του Βασίλη Φατούρου