Ο ζωγράφος Μαριάνο Νεγκρίν ζούσε σαν αιχμάλωτος. Είχε υποχρεωθεί  απ’ την ανάγκη και τη βία, να βρίσκεται στο βασιλικό παλάτι (στην πρωτεύουσα της χώρας ), χωρίς να υπάρχει κάποια ελπίδα διαφυγής (και σωτηρίας). Οι  κρατικοί επίτροποι (και οι διαταγές) τον είχαν περιορίσει να ζωγραφίζει –αποκλειστικά- τα μέλη της βασιλικής οικογένειας (και ήταν πολλά, αν αναλογιστείς τους άρχοντες, τις αρχόντισσες, τους ιπποκόμους, τους «υποστατικούς» τα τέκνα και τα παράτεκνά τους ). Σε όλες τις επίσημες και ανεπίσημες εκδηλώσεις, έπρεπε να αποτυπώνει ζωγραφικά : πρόσωπα, ενδυμασίες, μορφασμούς, προσκήνια, ακόμα και παρασκήνια (λιγότερο αυτά).

 Στη βασιλική αυλή (στο εσωτερικό και το εξωτερικό της), περιτριγυριζόταν από εκφυλισμένους πρίγκιπες, σε ρόλο γελοίων παλιάτσων, από διεφθαρμένους υπουργούς αλυσοδεμένους με τύψεις και ποταπές εξομολογήσεις, από χυδαίους χειριστές της δύναμης και της λογικής, και από ταριχευμένα ψάρια και ποντίκια, κολλημένα σε τοίχους και κόγχες (ιδιαιτερότητα του άνακτα η ψόφια ζωή). Μερικές φορές διέσχιζε τους διαδρόμους του παλατιού, προσπερνώντας βιαστικά κατεστραμμένες προσωπικότητες και διχασμένους κόμητες και υποκόμητες. Ετούτοι κυριολεκτικά ήταν κομμένοι στα δύο. Περίμεναν υπομονετικά τον ζωγραφικό χρωστήρα να τους αποδώσει την ενότητά τους. Εκλιπαρούσαν τον βασιλιά να τους ελεήσει και να διατάξει τον ζωγράφο να τους ενοποιήσει ζωγραφικά. Οι επίσημοι λογοτέχνες δεν μπορούσαν να περιγράψουν τον διχασμό τους και να βρουν τη λύση τής σύνδεσης (αυτό έγινε αργότερα σε κάποια ιαπωνικά βιβλία, μυστικιστικού περιεχομένου).

 Αλλά και στην υπόλοιπη χώρα, τα πράγματα (πολιτικά και άλλα) φάνταζαν (και ήταν) καταστροφικά. Στις πόλεις, κυριαρχούσαν : οι εκτελέσεις, ο φόβος, η καταπίεση, οι συκοφαντίες. Οι καταδότες κυκλοφορούσαν παντού. Στα χωριά, οι χωρικοί αγόραζαν ακόμα και το νερό που έπιναν. Πηγές και γη ανήκαν στους βασιλικούς εγκάθετους και στους μεγαλοκτηματίες (παλιά ιστορία, από την εποχή της Γενέσεως). Για να αντιμετωπίσει όλη αυτήν την κατάσταση, ο Μαριάνο Νεγκρίν είχε επιλέξει την άμυνά του. Τη μέρα ζωγράφιζε επαγγελματικά και διατεταγμένα και τη νύχτα ζωγράφιζε τη δική του αντιπραγματικότητα. Αγαπούσε τη νύχτα. Οι μοναδικές ελεύθερες ώρες του, ήταν οι σκοτεινές ώρες. Οι νυχτερινές ζωγραφιές του, αναζητούσαν τη σακατεμένη αθωότητα, τ’ αρώματα των αστεριών και της σιωπής. Επιθυμούσε τα χρώματα της νύχτας, τα τραγούδια των πυγολαμπίδων, τις μυστικές φωταψίες. Ξεπερνούσε τη θλίψη και την ασχήμια, αδειάζοντας –νοσταλγικά- τον χρόνο. Μέσα στο βαθύ σκοτάδι, οι εικόνες, οι λέξεις και τα όνειρα αποκτούσαν μια παγκόσμια ψυχή, μια ενότητα, όπου η φύση και το άχρονο έχτιζαν μια παλλόμενη αρμονία. Οι πίνακές του ήταν ο κώδικας επικοινωνίας με τον λαό, με τους άλλους καλλιτέχνες, με το σύμπαν, με τον ίδιο τον Θεό.

bb75bde73b63e7cef181ea0ef9bb6590.jpg

Ο Ζωγράφος

του Χριστόφορου Τριάντη