Έκανα ατελείωτες ώρες σκοπιά. Ξεκινούσα στις έξι, με το χάραμα και όσο οι συνάδελφοι μου, υποψήφιοι λοχίες, έκαναν μαθήματα, μέχρι τις δύο δηλαδή, εγώ στεκόμουν στητός στο λόφο πίσω από το κτίριο. Τους έβλεπα στα διαλείμματα και ζήλευα που δεν γελούσα μαζί τους. Κάποιος έπρεπε να κάνει την υπηρεσία και αν δεν ήμουν εγώ στα πρωϊνά νούμερα, θα ήταν κάποιος άλλος. Έλα όμως που ο Επιλοχίας έβαζε εμένα στο ίδιο πάντα νούμερο συνέχεια, από την πρώτη μέρα της εκπαίδευσης. Για να μην μάθω τίποτα, για να κοπώ ίσως στις δοκιμασίες, για να μην γίνω έφεδρος λοχίας. Και αυτό κρατούσε, εδώ και δύο εβδομάδες. Μια φορά ο Επιλοχίας κρεμάστηκε ολόκληρος από την βεράντα του δεύτερου ορόφου για να με ελέγξει.  Είχα καθίσει για λίγο στη ζαρντινιέρα. Για πέντε λεπτά μόνο. Δεν με κρατούσαν τα πόδια μου, αλλά αν κάθομουν, θα άντεχα το μαρτύριο. Οκτώ ώρες κάθε πρωϊ, κάθε μέρα, στη σειρά.

“Βγες αναφορά αύριο και να πεις πως καθόμουν στην σκοπιά”, μου ούρλιαξε από ψηλά.

Η ταρίφα ήταν πέντε μέρες φυλακή αλλά δεν ήταν αυτό που με πείραζε. Ήταν που με έβριζε καθημερινά . Τεντώνονταν στις μύτες των ποδιών για να φτάσει στο ύψος του προσώπου μου και φούσκωνε το στήθος του, που ακουμπούσε στο δικό μου, αγκομαχώντας από την προσπάθεια να κρατήσει την ισορροπία του και να με βρίσει όσο πιο φωναχτά μπορούσε. Μόλις ακροβολίζονταν, ούρλιαζε, λες και δεν τον άκουγα. Τα χείλη του ακουμπούσαν σχεδόν στα δικά μου. Γέλασα με τη σκέψη να τον φιλήσω.

“Νομίζεις πως είσαι έξυπνος; Ε; Ξέρεις τι τα κάνω εγώ τα πτυχία σου; Ε; Ξέρεις;”

Έτσι ξεκινούσε πάντα. Έπρεπε να το παραδεχτώ. ήταν απολύτως συνεπής στο ραντεβού του με τα νεύρα μου. Στις δώδεκα το μεσημέρι, ακριβώς. Να έχω πρώτα μουλιάσει λίγο στη σκοπιά. Να έχω σταθεί μολυβένιο στρατιωτάκι έξι ώρες στη σκοπιά. Να μαλακώσω. Και τότε….

Μα δεν θύμωνα. Θες ο Επίκουρος, θες καλύτερα ο Μάρκος Αυρήλιος, θες πως ήμουν λίγο πιο φιλοσοφημένος αφού κατατάχτηκα όταν έπαψα να κοροϊδεύω τον κόσμο, δυο τρία χρόνια μετά το πτυχίο, και περίμενα να πατήσω τα 25 για να φύγω. Αυτός ήταν μόλις 21. Είχε μπει στον στρατό στα 18 ως μόνιμος οπλίτης και αγκομαχούσε ο κακομοίρης στην “ανηφόρα της ιεραρχίας” κλωτσώντας τα πετραδάκια, σαν και μένα, στον χωματόδρομο με τις σκονισμένες του αρβύλες. Έτσι πίστευε.

Λίγες μέρες πριν την αποφοίτησή της σειράς μας από τη Σχολή των έφεδρων Υπαξιωματικών, ήρθε, χωρίς να μπορεί να κρύψει τον ενθουσιασμό του, να με βρει στη σκοπιά. Άργησε. Είχε πάει δύο. Ήταν η ώρα που τελείωνε το οκτάωρο νούμερο μου και μπορούσα να πάω τρέχοντας στα εστιατόρια και να φάω βιαστικά μέχρι τη μεσημεριανή φρουρά.

“Τέλειωσε το νούμερο σου γυαλάκια. Αλλά δεν θα φύγεις. Μόλις έβγαλα τα σημερινά νούμερα. Έχεις το δύο με έξι. Δεν βγαίνει αλλιώς”, μου είπε δήθεν απολογούμενος.

Δεν το ήθελα, μα δεν μπόρεσα να το αποφύγω. Το αόρατο χέρι της οργής έσφιξε με απίστευτη δύναμη τους όρχεις μου. Διπλώθηκα στα δύο.

“Αν δεν αντέχεις, να πας στο αναρρωτήριο. Να θυμάσαι όμως πως δεν έχει σαρδέλες αν δεν τελειώσεις όρθιος τη Σχολή”.

“Δεν είναι τίποτα κύριε Επιλοχία”, ψέλλισα ξέπνοος.

Ο θυμός συνέχισε να με ευνουχίζει. Μια κινηματογραφική σκηνή αυγών που έσπαζαν και κρόκων που χύνονταν στο πάτωμα παίχτηκε στην οθόνη των ματιών μου. Γέλασα από μέσα μου σαν σκέφτηκα πως πάντοτε έλεγα τον Επιλοχία “αρχίδι” και τώρα που η οργή με άρπαξε, ξεκίνησε η άτιμη να με βαράει από εκεί. Δεν θα την άφηνα όμως να ανέβει στο κεφάλι. Χαμογέλασα πλατιά και χτύπησα μια συγκλονιστική προσοχή για να συνεφέρω. Νόμισε πως ήταν για αυτόν. Ικανοποιήθηκε.

“Διατάξτε”.

Το μαρτύριο όμως συνεχίζονταν. Το επόμενο πρωϊ το τσουνάμι της κούρασης ήρθε και ορθώθηκε από πάνω μου, θεόρατο, ζυγίζοντας αν πρέπει να με πνίξει σπλαχνικά ή να με αφήσει να βγω στην παραλία. Δεν με σκέπασε. Αντίθετα, όταν τραβήχτηκαν τα νερά της συνείδησης, για να μαζευτούν και να ριχτούν πάνω μου, άρχισα να μαζεύω όλα εκείνα τα υπέροχα κοράλλια και κοχύλια και μαργαριτάρια που βρίσκονταν θαμμένα στη λάσπη της μνήμης. Ποιητικά όλα αυτά, ε; Έτσι σκέφτεσαι όμως όταν σε γονατίζει η κούραση και η αϋπνία.

Μέσα στην ομίχλη που σκέπαζε πάντα τις ψηλές σκοπιές στο Μοράβα, την είδα. Δεν μου πέρασε ούτε για μια στιγμή από το μυαλό, πως καμιά γυναίκα, αν δεν φορούσε παραλλαγή, δεν είχε λόγο να βρίσκεται εδώ πάνω στις έξι το πρωϊ.

“Μόλις τελειώσεις το νούμερο σου, έλα να με βρεις. Είμαι η Λήδα”, μου ψιθύρισε με την πιο γλυκιά φωνή που άκουσα ποτέ. Μιλήσαμε για ώρα πολλή. Αγγίξαμε τα χέρια μας. Πρέπει να με φίλησε κιόλας φευγαλέα στα χείλη.

“Στρατιώτη, αν ήμουν ο εχθρός τώρα θα σε είχα σφάξει σαν τραγί. Ποιος θα ρωτήσει το Αλτ τις ει;”. Ο Συνταγματάρχης είχε βρει σήμερα να κάνει έφοδο. Μάλλον όμως γελούσε μαζί μου, παρά με μάλωνε. Δεν ήμουν σίγουρος. Ήξερε και αυτός τι γίνονταν στον Λόχο του.

“Μα ……”, ψιθύρισα. “Μιλούσα με μια κοπέλα, τη Λήδα. Μόλις τώρα έφυγε”.

Η ομίχλη χάθηκε, η κούραση ξεχάστηκε και μια υποψία με έζωσε.

“Ναι, και δεν ήταν μόνη. Ήταν με τις φίλες της. Και τι φίλες!!! Θεογκόμενες όλες. Ποια Λήδα βρε κακομοίρη, κηλίδα πες καλύτερα, από αυτές που βγάλαν τα μάτια σου από την αϋπνία. Οράματα έχεις. Πήγαινε στο ιατρείο και βγες ελεύθερος υπηρεσίας μέχρι την ορκωμοσία μεθαύριο”.

Ο φαντάρος δίπλα μου προσπαθούσε να μην σκάσει από τα γέλια. Δεν τον αδικούσα. Πήγα. Κοιμήθηκα δυο μέρες στη σειρά και όταν ήρθε η ώρα πήρα τα λοχιόσημα μου από το χέρι του ίδιου του Διοικητή. Είδα στην αίθουσα, ανάμεσα στα στελέχη, τον Επιλοχία. Με κοιτούσε σαν κάποιος να έσφιγγε τους δικούς του όρχεις. Σε αυτό το διάλειμμα βγήκα μαζί με όλους στο αίθριο. Ήμουν χαρούμενος. Ας ήξερα πως τα γέλια των συναδέλφων μου τρέφονταν από την ιστορία μου. Δυνατά, κελαρυστά, εύθυμα και κυρίως γεμάτα αγάπη και κατανόηση. Αυτός πρέπει να είναι ο ήχος της χαράς: ένα τρανταχτό γέλιο. Ήμουν σίγουρος, κι ας ήξερα πως μαζί με τα λοχιόσημα μου θα κουβαλούσα και ένα τσούρμο παρατσούκλια σαν τα ντενεκεδάκια πίσω από αμάξι νεόνυμφων. Μερικά με ακολούθησαν και αφού απολύθηκα. Όταν συναντάω καμιά σειρούλα μου ποτέ δεν με αποκαλεί με το όνομά μου. Είμαι για πάντα ο “γκόμενος της Λήδας”. Ποιος νοιάζεται όμως;

Φροντίζω πια ως πολίτης να μην με πιάσει ποτέ κανείς από εκεί. Πονάει αφάνταστα η οργή.

Concrete
3189734-VQANENFV-7.jpg

Ο Γκόμενος της Λήδας

του Ιωάννη Μπαχά